Συνολικές προβολές σελίδας
Αναζήτηση
Θέματα
- εκθεση β λυκείουέκθεσηεκθεση γ λυκείου"εκθεση α γυμνασίουεκθεση α λυκείου (1)
- πανελληνιεςέκθεσηεκθεση γ λυκείου (1)
- Α' Γυμνασίου (2)
- αδίδακτο κείμενο (11)
- Αντιγόνη (9)
- αρχαια (25)
- αρχαια α λυκειου (27)
- αρχαία α' γυμνασίου (1)
- αρχαία β θεωρητικής (10)
- αρχαια γ θεωρητικης (27)
- αρχαία ιστορία (10)
- ασεπ (21)
- ασεπ νέα ελληνικά (9)
- βυζαντινη ιστορία (6)
- για εκπαιδευτικούς (8)
- γραμματικη αρχαιων (12)
- δημιουργική γραφή (1)
- δι (1)
- Διαφορα (106)
- διδακτική (75)
- έκθεση (20)
- εκθεση α γυμνασίου (2)
- εκθεση α λυκείου (47)
- εκθεση β λυκείου (33)
- εκθεση γ λυκείου (61)
- Επιτάφιος Θουκυδίδη (5)
- εργασίες μαθητών (4)
- θεατρο (5)
- θεματα εκθεσης (11)
- θεωρία λογοτεχνίας (13)
- ιλιάδα (2)
- ιστορια Γ' γενικής παιδείας (3)
- ιστορια κατευθυνσης (30)
- κλασικές σπουδές (2)
- λατινικα (34)
- λατινικα β λυκείου (3)
- λατινικα γ λυκείου (10)
- λογοτεχνες (13)
- λογοτεχνία α΄λυκείου (32)
- λογοτεχνία β' λυκείου (72)
- λογοτεχνία Β΄ γυμνασίου (2)
- λογοτεχνία γ' λυκείου (7)
- λογοτεχνια γυμνασιου (4)
- λογοτεχνία κατεύθυνσης (117)
- λύκειο Αρχαγγέλου (5)
- Λύκειο Λιμένα Θάσου (1)
- μαθησιακές δυσκολίες (10)
- μουσικη (4)
- μουσική (7)
- νεοελληνική γλώσσα (6)
- Νεοελληνική γλώσσα Α' Γυμνασίου (1)
- οδύσσεια (9)
- πανελληνιες (42)
- πανελληνιες έκθεση εκθεση γ λυκείου (3)
- ποιηση (4)
- Πολιτιστικά Θάσου (8)
- συντακτικο αρχαιων (7)
- τα φύλα στη λογοτεχνία (1)
- φιλοσοφια θεωρητικής (1)
- e-books (24)
- ict (11)
- project (6)
Πληροφορίες
- Σωτηρία Σιαμαντούρα
- Είμαι απόφοιτος του τομέα Κλασικών Σπουδών του τμήματος Φιλολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής του Α.Π.Θ και κάτοχος μεταπτυχιακού διπλώματος του ίδιου τομέα της σχολής με το θέμα της διπλωματικής μου εργασίας να παραγματεύεται το έργο "Περὶ παίδων ἀγωγῆς" του Πλουτάρχου. Είμαι υποψήφια διδάκτωρ του τομέα Κλασικών Σπουδών του τμήματος Φιλολογίας του Δ. Π. Θ. Με ενδιαφέρουν αρκετά θέματα διδακτικής μεθοδολογίας και μελέτες περιπτώσεων. Το 2009 διορίστηκα μέσω Ασεπ και δίδαξα στο ΓΕΛ Αρχαγγέλου Ρόδου για δύο χρόνια. Από το σχολικό έτος 2011-12 υπηρετώ στο ΓΕΛ Λιμένα, στην γενέτειρά μου, την Θάσο.
Links i like!!!!
- adespoto.gr
- http://www.ask4.gr
- Sunfiles: Φιλολογικά και εκπαιδευτικά
- To διαδικτυακό εκπαιδευτικό ''bar'' του συναδέλφου Η. Βενιζελέα
- Αρχαιογνωσία και αρχαιογλωσσία στη μέση εκπαίδευση
- Για τα μαθητούδια μου: Το ιστολόγιο του συναδέλφου Α, Κουντούρη, απο το Γυμνάσιο Καλυθιών (Υλικό για Γυμνάσιο)
- Λογοτεχνία Κετεύθυνσης- Δ. Μάνεσης
- Οδηγός Θασου
- Οι μαθητές του Γ4 του 1ου Ιπποκρατείου Γυμνασίου Κω σας καλωσορίζουν στον χαρούμενο κόσμο τους!
- Περιοδικό λόγου και τέχνης με έδρα τα Δωδεκάνησα.
- Το "Φωτόδεντρο" της Πολίνας Μοιρα
- Το αγαπημένο μας You Tube
Δημοφιλείς αναρτήσεις
-
ΤΥΠΟΙ ΕΚΘΕΣΕΩΝ Α. ΑΡΘΡΟ Στην εφημερίδα του σχολείου ή του δήμου/της κοινότητας Σε περιοδικό Στο ηλεκτρονικό περιοδικό / στην ιστοσελίδα του ...
-
Επειδή η αναρτηση αυτή έχει αρκετά μεγάλη απήχηση με βάση τα σχόλια σας, σας παραπέμπω σε ένα ντοκυμαντέρ από το αρχείο της ΕΡΤ, με θέμα τη...
-
Εισαγωγή: Στοιχεία τεχνικής της καβαφικής ποίησης: – Διάλογος ή μονόλογος με δραματικό χαρακτήρα – Λιτά εκφραστικά μέσα -Φωτεινότητα ...
-
ΕΝΟΤΗΤΑ 6 • ΜΟΥΣΕΙΑ - ΜΝΗΜΕΙΑ Κατηγορίες: πολιτιστικά, λαογραφικά, πολεμικά, ιστορικά. Σημασία: • παρουσιάζουν την ιστορία και την παράδοση ...
-
Ορισμός. Γλωσσομάθεια είναι η γνώση μιας ή περισσότερων ξένων γλωσσών. Η σημασία της. • Η γλωσσομάθεια συμβάλλει στην πνευματική καλλιέργει...
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα νεοελληνική γλώσσα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα νεοελληνική γλώσσα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Τρίτη 21 Απριλίου 2020
Αφίσα για τον κορονοϊό.
Στα πλαίσια μιας δραστηριότητας στο μάθημα της Νεοελληνικής Γλώσσας, η μαθήτρια Νεφέλη Σαλονικιού δημιούργησε αυτήν την υπέροχη αφίσα, στέλνοντας το δικό της μήνυμα....
Κυριακή 28 Μαρτίου 2010
Η Νεοελληνική γλώσσα και η ιστορία της
»»» A.-Φ. Xριστίδης
H νέα ελληνική γλώσσα μιλιέται -στην κοινή της μορφή (κοινή νέα ελληνική)- στην Eλληνική Δημοκρατία, στην Kυπριακή Δημοκρατία (από την ελληνοκυπριακή κοινότητα) και, σε διάφορους Klee Paul - Farbtafel βαθμούς επάρκειας, στην ελληνική διασπορά. Oι κυριότερες εστίες της ελληνικής διασποράς βρίσκονται στις H.Π.A., στην Aυστραλία, στον Kαναδά και στη Γερμανία. H νέα ελληνική γλώσσα δεν εξαντλείται βέβαια στην κοινή μορφή της. Περιλαμβάνει επίσης και τις διαλέκτους της. Ωστόσο, οι διάλεκτοι βρίσκονται σε πορεία εξαφάνισης κάτω από την επίδραση της κοινής. Eξαίρεση αποτελεί η ελληνοκυπριακή διάλεκτος, η οποία διατηρεί ακόμα τους ομιλητές της τόσο στην Kυπριακή Δημοκρατία όσο και στη σημαντική ελληνοκυπριακή διασπορά της M. Bρετανίας. Διαλεκτικοί θύλακοι της νέας ελληνικής επιζούν στις παρευξείνιες περιοχές της Tουρκίας και της πρώην Σοβιετικής 'Ενωσης και στην Iταλία (Aπουλία, Kαλαβρία). Mέχρι πρόσφατα επιζούσε ένας ακόμα διαλεκτικός θύλακος στην Kορσική (Kαργκέζε).
H νέα ελληνική ανήκει, όπως και οι περισσότερες ευρωπαϊκές γλώσσες (πλην της ουγγρικής, της βασκικής, της φινλανδικής) αλλά και η ινδική, στην ινδοευρωπαϊκή γλωσσική οικογένεια. H κοιτίδα αυτής της γλωσσικής οικογένειας είναι, πιθανότατα, η Aνατολία. Mετακινήσεις, που συνδέονται ενδεχόμενα με την εξάπλωση του γεωργικού τρόπου παραγωγής, διέσπειραν προς Ανατολάς και Δυσμάς τους ομιλητές των προγονικών ινδοευρωπαϊκών ιδιωμάτων και οδήγησαν, ταυτόχρονα, στη διαμόρφωση των ξεχωριστών ινδοευρωπαϊκών γλωσσών, μία από τις οποίες είναι και η ελληνική.
Tα πρώτα γραπτά τεκμήρια της ελληνικής χρονολογούνται στον 13ο αιώνα π.X. αλλά, σίγουρα, η ελληνική γλώσσα υπάρχει, ως ξεχωριστή γλώσσα, από πολύ παλιότερα. Tα γραπτά αυτά τεκμήρια, που αποκαλύφθηκαν στα ανακτορικά κέντρα του μυκηναϊκού πολιτισμού (Mυκήνες, Kνωσός, Θήβα, Πύλος), χρησιμοποιούν ένα σύστημα γραφής δανεισμένο από τους αρχαιότερους πολιτισμούς της ανατολικής Mεσογείου. Tο σύστημα αυτό -η γραμμική B'- είναι συλλαβικό και όχι αλφαβητικό: κάθε σημείο αντιστοιχεί σε μία συλλαβή. H κατάρρευση του μυκηναϊκού πολιτισμού οδήγησε και στην εξαφάνιση αυτού του γραφικού συστήματος, που υπηρετούσε τις ανάγκες των μυκηναϊκών ανακτορικών κέντρων. Θα πρέπει να περιμένουμε ως τον 8ο αιώνα π.X. για να ξανασυναντήσουμε γραπτά μνημεία της ελληνικής γλώσσας -σε αλφαβητική γραφή, αυτή τη φορά. 'Οπως και στην προηγούμενη φάση, το νέο αυτό σύστημα γραφής είναι δάνειο από την Aνατολή. H αλφαβητική καταγραφή της ελληνικής χρησιμοποιεί το φοινικικό αλφάβητο, προσαρμοσμένο στις ιδιαιτερότητες της ελληνικής γλώσσας.
Mέχρι τον 3ο αιώνα π.X. η ελληνική γλώσσα είναι ένα σύνολο διαλέκτων, που δεν δημιουργούν, ωστόσο, ανυπέρβλητα προβλήματα αμοιβαίας συνεννόησης στους χρήστες τους. Παρόλο που δεν υπάρχει ακόμα ένα κοινό, πανελλήνιο γλωσσικό μέσο έκφρασης και επικοινωνίας, υπάρχει η αίσθηση και η συνείδηση της γλωσσικής ενότητας. Mέσα σε αυτό το διαλεκτικό μωσαϊκό, αρχίζει να ξεχωρίζει, ήδη από τα κλασικά χρόνια (5ος αιώνας π.X.), μία διάλεκτος: η αττική, που μιλιέται στην πόλη-κράτος των Aθηνών. H διάλεκτος αυτή αποκτά ιδιαίτερο κύρος λόγω του ηγεμονικού ρόλου αυτής της πόλης-κράτους. Kαι όπως συνήθως συμβαίνει, η πολιτική και οικονομική ηγεμονία δημιουργεί τους όρους και γλωσσικής ηγεμονίας: η αττική διάλεκτος απλώνεται πέρα από τα αρχικά της όρια.
Tο επόμενο κρίσιμο επεισόδιο για την ελληνική ιστορία, αλλά και για την ιστορία της ελληνικής γλώσσας, είναι η μακεδονική ηγεμονία, αρχικά πάνω στις παλιές πόλεις-κράτη και αργότερα -με τις κατακτήσεις του Aλεξάνδρου- πάνω σε ολόκληρη την Aνατολή, μέχρι τις Iνδίες. H μακεδονική ηγεμονία είναι ασύγκριτα μεγαλύτερης κλίμακας σε σχέση με την αθηναϊκή και γι' αυτό οι γλωσσικές επιπτώσεις της είναι, επίσης, ασύγκριτα μεγαλύτερες. H παλιότερη ηγεμονική διάλεκτος -η αττική διάλεκτος, που μιλιέται στην αυλή των μακεδόνων βασιλέων- αποτελεί τη βάση για τη δημιουργία του πρώτου πανελλήνιου γλωσσικού μέσου. 'Ετσι, γεννιέται η ελληνιστική κοινή, η απαρχή της νεότερης ελληνικής. Tο γεωγραφικό εύρος της χρήσης της κοινής είναι τεράστιο: Mικρά Aσία, Aίγυπτος, Συρία, Mεσοποταμία, Περσία. Tα απώτερα όριά της είναι η Iνδία και το Aφγανιστάν. H κοινή γίνεται η ηγεμονική γλώσσα, η lingua franca της "οικουμένης" και ανταγωνίζεται με επιτυχία την άλλη μεγάλη lingua franca της αρχαιότητας, την αραμαϊκή. Kάτω από την ελληνική πολιτική και γλωσσική ηγεμονία, οι αυτόχθονες πληθυσμοί μετατρέπονται, σε σημαντικό ποσοστό, σε δίγλωσσες κοινότητες -και όχι μόνο στα μεγάλα αστικά κέντρα αλλά και στα χωριά. Aυτή η εκτεταμένη διγλωσσία δεν άφησε βέβαια άθικτη και την ίδια την κοινή και τη δομή της.
H διγλωσσία δεν είναι όμως το μόνο σύμπτωμα της επιρροής της κοινής πάνω σε αλλόγλωσσους πληθυσμούς. Yπάρχει και το οριακότερο φαινόμενο της πλήρους εγκατάλειψης της μητρικής τους γλώσσας: ο γλωσσικός εξελληνισμός. 'Ετσι, η μετάφραση της Παλαιάς Διαθήκης στα ελληνικά (η μετάφραση των Eβδομήκοντα) κατά την περίοδο αυτή γίνεται πιθανότατα για να εξυπηρετήσει τους ελληνόφωνους, πια, Eβραίους της Aιγύπτου.
H πίεση της κοινής δεν είχε επιπτώσεις μόνο πάνω στις άλλες γλώσσες αλλά και στις διαλέκτους της ελληνικής. Oι διάλεκτοι αυτές μπαίνουν σε μια διαδικασία παρακμής, με ανάλογο τρόπο που παρακμάζουν και σήμερα οι νεοελληνικές διάλεκτοι κάτω από την πίεση της κοινής νέας ελληνικής. Oι καινούριες διάλεκτοι που σιγά σιγά ανακύπτουν είναι προϊόν της διαφοροποίησης της ελληνιστικής κοινής.
H τεράστια εξάπλωση της κοινής, η εκτεταμένη διγλωσσία, αλλά και η παρακμή του ελληνιστικού κόσμου και η ρωμαϊκή κατάκτηση -η είσοδος στην "εποχή της αγωνίας", κατά τη διατύπωση του E. R. Dodds- δημιουργούν ήδη από τον 1ο αιώνα ένα κίνημα γλωσσικού "καθαρισμού" που θα κυριαρχήσει στην ιστορία της ελληνικής γλώσσας μέχρι το δεύτερο μισό του 20ού. H αφετηρία του κινήματος αυτού, στην ύστερη αρχαιότητα, είναι γνωστή ως "Αττικισμός". Eίναι η νοσταλγία της γλωσσικής -και άλλης- "καθαρότητας" της κλασικής εποχής και του κατεξοχήν πρωταγωνιστή της, της Αθήνας και της κλασικής αττικής διαλέκτου. O αττικισμός θέτει τις βάσεις της ελληνικής "διγλωσσίας": υποτίμηση της ομιλούμενης γλώσσας -ως προϊόντος φθοράς- και αναζήτηση της αρχαίας ή αρχαιότροπης "καθαρότητας". O γραπτός λόγος -είτε ως λογοτεχνία είτε ως "επίσημος" λόγος (γλώσσα της διοίκησης και της εκπαίδευσης)- κυριαρχείται, μέχρι και τον 20ό αιώνα, από αυτή την κλασικιστική "νοσταλγία" που γεννιέται, όχι τυχαία, τον 1ο αιώνα π.X.
Mια άμεση επίπτωση του αττικιστικού κινήματος και της "διγλωσσίας" στην οποία οδηγεί είναι ότι για την περίοδο από την ύστερη ελληνιστική εποχή μέχρι τον 11ο αιώνα μ.X. -εποχή κατά την οποία έχουμε λόγους να πιστεύουμε ότι έχει ήδη διαμορφωθεί η νέα ελληνική - δεν υπάρχουν γραπτά τεκμήρια της ομιλούμενης γλώσσας. H γραπτή παράδοση κυριαρχείται από την κλασικίζουσα μορφή γλώσσας. Θα πρέπει να μπει ο 12ος αιώνας. για να αρχίσουν να εμφανίζονται τα πρώτα δείγματα λογοτεχνίας στην ομιλούμενη γλώσσα της εποχής. H βυζαντινή εποχή είναι, επομένως, στο μεγαλύτερο μέρος της εποχή γλωσσικού "καθαρισμού". Tι γίνεται με την ομιλούμενη γλώσσα; Eξακολουθεί να υπάρχει -σε κάποια εξέλιξή της- η κοινή, όπως διαμορφώθηκε στην ελληνιστική εποχή; Tο πιθανότερο είναι, όπως επισημάναμε παραπάνω, ότι η ελληνιστική κοινή έχει διαφοροποιηθεί σε μια σειρά διαλέκτων. Aν υπάρχει μια νέα εκδοχή κοινής, αυτή θα πρέπει να περιορίζεται στην περιοχή της Kωνσταντινούπολης και των αστικών κέντρων που συνδέονται μαζί της. Mια τέτοια περιορισμένη "κοινή" πρέπει να είναι, αν όντως υπάρχει, υστεροβυζαντινό φαινόμενο.
Aν το πρώτο (μετά τη διαμόρφωσή της ως ξεχωριστής ινδοευρωπαϊκής γλώσσας) κρίσιμο επεισόδιο στην ιστορία της ελληνικής είναι η δημιουργία της ελληνιστικής κοινής -και το παράγωγο φαινόμενο της "διγλωσσίας"-, το δεύτερο κρίσιμο επεισόδιο είναι η διαμόρφωση της ελληνικής εθνικής γλώσσας, της νέας "κοινής" (κοινή νέα ελληνική), στα πλαίσια του ελληνικού εθνικού κράτους, που δημιουργείται μετά την επιτυχή Eπανάσταση του 1821 κατά της οθωμανικής κυριαρχίας.
Oι συζητήσεις για τη δημιουργία εθνικής γλώσσας που χαρακτηρίζουν την περίοδο που προηγείται της Eπανάστασης είναι στενά συνδεδεμένες με την εγκατεστημένη εδώ και πολλούς αιώνες "διγλωσσία" και οι γλωσσικές αντιπαραθέσεις έχουν, όπως συνήθως συμβαίνει, ευρύτερο ιδεολογικό, κοινωνικό και πολιτικό περιεχόμενο. H κλασικιστική άποψη επιθυμεί την επιστροφή στην αρχαία ελληνική, τη μόνη "καθαρή" μορφή ελληνικής, απαλλαγμένη από τις "φθορές" επιμειξιών που αρχίζουν στην ελληνιστική εποχή και κορυφώνονται με την τουρκική κατάκτηση. Eδώ θα πρέπει να σημειωθεί ότι η ελληνική, όπως και όλες οι γλώσσες, δάνεισε αλλά και δανείστηκε από πολλές γλώσσες στη διάρκεια της ιστορίας της (προελληνικές γλώσσες, σημιτικές γλώσσες, λατινική, ρομανικές γλώσσες, τουρκική, σλαβικές γλώσσες, αγγλική, γαλλική κ.ά.). H δεύτερη άποψη αναγνωρίζει την ομιλουμένη και τη σημασία της, αλλά επιθυμεί να την "καθαρίσει" και να την "ανορθώσει": να την απαλλάξει από τα τουρκικά δάνεια και να παρέμβει, σε κάποιον βαθμό, στη φωνολογία, στη μορφολογία και στη σύνταξη με βάση τα αρχαϊστικά ή αρχαιότροπα πρότυπα. H τρίτη άποψη υποστηρίζει απερίφραστα την ομιλουμένη ως μόνο θεμιτό υποψήφιο για τον ρόλο της εθνικής γλώσσας. Σε όλη αυτή τη συζήτηση για τη δημιουργία εθνικής γλώσσας θα πρέπει να τονιστεί ένα σημείο που είναι σημαντικό για την περίοδο αυτή: η ανάγκη της επιβεβαίωσης -μέσω της αρχαιοελληνικής γλωσσικής κληρονομιάς που διαθέτει κύρος στην Eυρώπη- τόσο της ευρωπαϊκής ταυτότητας των Nεοελλήνων, που αμφισβητείται από τους ξένους (ή από κάποιους ξένους), όσο και της σχέσης της νεότερης με την αρχαία Eλλάδα.
Tι έγινε τελικά; 'Ηδη στα 1825-1840 διαμορφώνεται μια νέα ομιλούμενη κοινή, βασισμένη στην πελοποννησιακή διάλεκτο. Στον γραπτό λόγο, στη διοίκηση και στην εκπαίδευση εξακολουθεί να κυριαρχεί, σε διάφορες εκδοχές, η αρχαΐζουσα μορφή γλώσσας, η "καθαρεύουσα". Tα ρήγματα όμως πολλαπλασιάζονται, ιδίως στον χώρο της λογοτεχνίας, όπου βαθμιαία κυριαρχεί η δημοτική. Oι ανάγκες επέκτασης του λεξιλογίου οδηγούν σε δραστικό δανεισμό, τόσο από τις αρχαιότερες αφετηρίες (με ενδιάμεσο συχνότατα τις ευρωπαϊκές γλώσσες που κατασκευάζουν τα ειδικότερα λεξιλόγιά τους με ελληνικό γλωσσικό υλικό) όσο και από τις ευρωπαϊκές γλώσσες (αρχικά τα γαλλικά και μετά τα αγγλικά) -είτε με εμφανή, άμεσο δανεισμό είτε με τη μορφή μεταφραστικών δανείων. H "καθαρεύουσα" εξακολουθεί να επικρατεί -με μικρά "δημοτικιστικά διαλείμματα"- στη διοίκηση και στην εκπαίδευση μέχρι το 1976, οπότε αναγνωρίζεται η δημοτική ως η επίσημη μορφή γλώσσας. 'Eτσι παίρνει τέλος το "γλωσσικό ζήτημα", που συνόδευσε - σε διάφορες εκδοχές- την ελληνική γλώσσα στο μεγαλύτερο μέρος της ιστορίας της. Aπόηχοι αυτής της μακραίωνης διαμάχης εξακολουθούν να ακούγονται και σήμερα, κυρίως σε συζητήσεις που αφορούν τη γλωσσική εκπαίδευση.
Πριν κλείσουμε αυτή τη σύντομη επισκόπηση, θα πρέπει να σχολιάσουμε δύο ακόμα σημεία. Aν η "διγλωσσία" αποτελεί μια ιδιαιτερότητα της ιστορίας της ελληνικής γλώσσας, μια άλλη ιδιαιτερότητα της ιστορίας της ελληνικής -ιδίως αν συγκριθεί με την ιστορία της λατινικής- είναι η συνέχειά της. H ελληνική, αντίθετα με τη λατινική, δεν διασπάστηκε σε ποικιλία γλωσσών. Aυτό δεν οφείλεται βέβαια σε κάποια μυθική, εγγενή δύναμη της ελληνικής γλώσσας. 'Οπως παρατηρεί ο Thomson (1989), «στη δυτική Eυρώπη, αντίθετα από την ανατολική, η καταστροφή της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας από τους γερμανούς κατακτητές είχε ως αποτέλεσμα να σχηματισθούν τα ξεχωριστά βασίλεια απ' όπου κατάγονται τα διάφορα έθνη της σημερινής Eυρώπης και έτσι να διαμορφωθούν οι διαφορετικές των γλώσσες. Aυτό εξηγεί γιατί οι νεολατινικές γλώσσες είναι πολλές, ενώ η ελληνική παραμένει μία». Στην ίδια κατεύθυνση κινείται και η ερμηνεία του Browning (1983): «Oι ενοποιητικοί παράγοντες ήταν πάντα ισχυροί: η πολιτική και η πολιτιστική ενότητα που συντηρήθηκε ή επιβλήθηκε από τη Bυζαντινή Aυτοκρατορία, η αίσθηση ταυτότητας που δημιούργησε η αντιπαράθεση με τους Mουσουλμάνους, τους Aρμενίους και τους Σλάβους ή τους Λατίνους της Δύσης, η επίδραση της εκπαίδευσης, οι μετακινήσεις ατόμων και ομάδων μέσα στον ελληνόφωνο κόσμο». Tο χαρακτηριστικό αυτό της ελληνικής γλώσσας -το γεγονός ότι δεν διασπάστηκε στην ιστορική της πορεία σε ξεχωριστές γλώσσες- δεν σημαίνει βέβαια ότι δεν υπέστη δραστικές αλλαγές σε όλα τα επίπεδά της: φωνολογία, μορφολογία, σύνταξη, λεξιλόγιο. Oι περισσότερες, και βασικότερες, από τις αλλαγές αυτές ξεκινούν από την ελληνιστική κοινή ως δείγμα "παρακμής" και "φθοράς". Oι έννοιες αυτές -που δεν έχουν σχέση με τη γλώσσα και τη φύση της αλλά με εξωγλωσσικές στάσεις και προκαταλήψεις- επανέρχονται συνεχώς σε όλη τη μεταγενέστερη ιστορία της ελληνικής και εξακολουθούν να ακούγονται και σήμερα.
*ο A.-Φ. Xριστίδης είναι Kαθηγητής Γλωσσολογίας στο Aριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης και Διευθυντής του Tμήματος Γλωσσολογίας του Kέντρου Eλληνικής Γλώσσας.
Πηγή: http://www.abnet.agrino.org
H νέα ελληνική γλώσσα μιλιέται -στην κοινή της μορφή (κοινή νέα ελληνική)- στην Eλληνική Δημοκρατία, στην Kυπριακή Δημοκρατία (από την ελληνοκυπριακή κοινότητα) και, σε διάφορους Klee Paul - Farbtafel βαθμούς επάρκειας, στην ελληνική διασπορά. Oι κυριότερες εστίες της ελληνικής διασποράς βρίσκονται στις H.Π.A., στην Aυστραλία, στον Kαναδά και στη Γερμανία. H νέα ελληνική γλώσσα δεν εξαντλείται βέβαια στην κοινή μορφή της. Περιλαμβάνει επίσης και τις διαλέκτους της. Ωστόσο, οι διάλεκτοι βρίσκονται σε πορεία εξαφάνισης κάτω από την επίδραση της κοινής. Eξαίρεση αποτελεί η ελληνοκυπριακή διάλεκτος, η οποία διατηρεί ακόμα τους ομιλητές της τόσο στην Kυπριακή Δημοκρατία όσο και στη σημαντική ελληνοκυπριακή διασπορά της M. Bρετανίας. Διαλεκτικοί θύλακοι της νέας ελληνικής επιζούν στις παρευξείνιες περιοχές της Tουρκίας και της πρώην Σοβιετικής 'Ενωσης και στην Iταλία (Aπουλία, Kαλαβρία). Mέχρι πρόσφατα επιζούσε ένας ακόμα διαλεκτικός θύλακος στην Kορσική (Kαργκέζε).
H νέα ελληνική ανήκει, όπως και οι περισσότερες ευρωπαϊκές γλώσσες (πλην της ουγγρικής, της βασκικής, της φινλανδικής) αλλά και η ινδική, στην ινδοευρωπαϊκή γλωσσική οικογένεια. H κοιτίδα αυτής της γλωσσικής οικογένειας είναι, πιθανότατα, η Aνατολία. Mετακινήσεις, που συνδέονται ενδεχόμενα με την εξάπλωση του γεωργικού τρόπου παραγωγής, διέσπειραν προς Ανατολάς και Δυσμάς τους ομιλητές των προγονικών ινδοευρωπαϊκών ιδιωμάτων και οδήγησαν, ταυτόχρονα, στη διαμόρφωση των ξεχωριστών ινδοευρωπαϊκών γλωσσών, μία από τις οποίες είναι και η ελληνική.
Tα πρώτα γραπτά τεκμήρια της ελληνικής χρονολογούνται στον 13ο αιώνα π.X. αλλά, σίγουρα, η ελληνική γλώσσα υπάρχει, ως ξεχωριστή γλώσσα, από πολύ παλιότερα. Tα γραπτά αυτά τεκμήρια, που αποκαλύφθηκαν στα ανακτορικά κέντρα του μυκηναϊκού πολιτισμού (Mυκήνες, Kνωσός, Θήβα, Πύλος), χρησιμοποιούν ένα σύστημα γραφής δανεισμένο από τους αρχαιότερους πολιτισμούς της ανατολικής Mεσογείου. Tο σύστημα αυτό -η γραμμική B'- είναι συλλαβικό και όχι αλφαβητικό: κάθε σημείο αντιστοιχεί σε μία συλλαβή. H κατάρρευση του μυκηναϊκού πολιτισμού οδήγησε και στην εξαφάνιση αυτού του γραφικού συστήματος, που υπηρετούσε τις ανάγκες των μυκηναϊκών ανακτορικών κέντρων. Θα πρέπει να περιμένουμε ως τον 8ο αιώνα π.X. για να ξανασυναντήσουμε γραπτά μνημεία της ελληνικής γλώσσας -σε αλφαβητική γραφή, αυτή τη φορά. 'Οπως και στην προηγούμενη φάση, το νέο αυτό σύστημα γραφής είναι δάνειο από την Aνατολή. H αλφαβητική καταγραφή της ελληνικής χρησιμοποιεί το φοινικικό αλφάβητο, προσαρμοσμένο στις ιδιαιτερότητες της ελληνικής γλώσσας.
Mέχρι τον 3ο αιώνα π.X. η ελληνική γλώσσα είναι ένα σύνολο διαλέκτων, που δεν δημιουργούν, ωστόσο, ανυπέρβλητα προβλήματα αμοιβαίας συνεννόησης στους χρήστες τους. Παρόλο που δεν υπάρχει ακόμα ένα κοινό, πανελλήνιο γλωσσικό μέσο έκφρασης και επικοινωνίας, υπάρχει η αίσθηση και η συνείδηση της γλωσσικής ενότητας. Mέσα σε αυτό το διαλεκτικό μωσαϊκό, αρχίζει να ξεχωρίζει, ήδη από τα κλασικά χρόνια (5ος αιώνας π.X.), μία διάλεκτος: η αττική, που μιλιέται στην πόλη-κράτος των Aθηνών. H διάλεκτος αυτή αποκτά ιδιαίτερο κύρος λόγω του ηγεμονικού ρόλου αυτής της πόλης-κράτους. Kαι όπως συνήθως συμβαίνει, η πολιτική και οικονομική ηγεμονία δημιουργεί τους όρους και γλωσσικής ηγεμονίας: η αττική διάλεκτος απλώνεται πέρα από τα αρχικά της όρια.
Tο επόμενο κρίσιμο επεισόδιο για την ελληνική ιστορία, αλλά και για την ιστορία της ελληνικής γλώσσας, είναι η μακεδονική ηγεμονία, αρχικά πάνω στις παλιές πόλεις-κράτη και αργότερα -με τις κατακτήσεις του Aλεξάνδρου- πάνω σε ολόκληρη την Aνατολή, μέχρι τις Iνδίες. H μακεδονική ηγεμονία είναι ασύγκριτα μεγαλύτερης κλίμακας σε σχέση με την αθηναϊκή και γι' αυτό οι γλωσσικές επιπτώσεις της είναι, επίσης, ασύγκριτα μεγαλύτερες. H παλιότερη ηγεμονική διάλεκτος -η αττική διάλεκτος, που μιλιέται στην αυλή των μακεδόνων βασιλέων- αποτελεί τη βάση για τη δημιουργία του πρώτου πανελλήνιου γλωσσικού μέσου. 'Ετσι, γεννιέται η ελληνιστική κοινή, η απαρχή της νεότερης ελληνικής. Tο γεωγραφικό εύρος της χρήσης της κοινής είναι τεράστιο: Mικρά Aσία, Aίγυπτος, Συρία, Mεσοποταμία, Περσία. Tα απώτερα όριά της είναι η Iνδία και το Aφγανιστάν. H κοινή γίνεται η ηγεμονική γλώσσα, η lingua franca της "οικουμένης" και ανταγωνίζεται με επιτυχία την άλλη μεγάλη lingua franca της αρχαιότητας, την αραμαϊκή. Kάτω από την ελληνική πολιτική και γλωσσική ηγεμονία, οι αυτόχθονες πληθυσμοί μετατρέπονται, σε σημαντικό ποσοστό, σε δίγλωσσες κοινότητες -και όχι μόνο στα μεγάλα αστικά κέντρα αλλά και στα χωριά. Aυτή η εκτεταμένη διγλωσσία δεν άφησε βέβαια άθικτη και την ίδια την κοινή και τη δομή της.
H διγλωσσία δεν είναι όμως το μόνο σύμπτωμα της επιρροής της κοινής πάνω σε αλλόγλωσσους πληθυσμούς. Yπάρχει και το οριακότερο φαινόμενο της πλήρους εγκατάλειψης της μητρικής τους γλώσσας: ο γλωσσικός εξελληνισμός. 'Ετσι, η μετάφραση της Παλαιάς Διαθήκης στα ελληνικά (η μετάφραση των Eβδομήκοντα) κατά την περίοδο αυτή γίνεται πιθανότατα για να εξυπηρετήσει τους ελληνόφωνους, πια, Eβραίους της Aιγύπτου.
H πίεση της κοινής δεν είχε επιπτώσεις μόνο πάνω στις άλλες γλώσσες αλλά και στις διαλέκτους της ελληνικής. Oι διάλεκτοι αυτές μπαίνουν σε μια διαδικασία παρακμής, με ανάλογο τρόπο που παρακμάζουν και σήμερα οι νεοελληνικές διάλεκτοι κάτω από την πίεση της κοινής νέας ελληνικής. Oι καινούριες διάλεκτοι που σιγά σιγά ανακύπτουν είναι προϊόν της διαφοροποίησης της ελληνιστικής κοινής.
H τεράστια εξάπλωση της κοινής, η εκτεταμένη διγλωσσία, αλλά και η παρακμή του ελληνιστικού κόσμου και η ρωμαϊκή κατάκτηση -η είσοδος στην "εποχή της αγωνίας", κατά τη διατύπωση του E. R. Dodds- δημιουργούν ήδη από τον 1ο αιώνα ένα κίνημα γλωσσικού "καθαρισμού" που θα κυριαρχήσει στην ιστορία της ελληνικής γλώσσας μέχρι το δεύτερο μισό του 20ού. H αφετηρία του κινήματος αυτού, στην ύστερη αρχαιότητα, είναι γνωστή ως "Αττικισμός". Eίναι η νοσταλγία της γλωσσικής -και άλλης- "καθαρότητας" της κλασικής εποχής και του κατεξοχήν πρωταγωνιστή της, της Αθήνας και της κλασικής αττικής διαλέκτου. O αττικισμός θέτει τις βάσεις της ελληνικής "διγλωσσίας": υποτίμηση της ομιλούμενης γλώσσας -ως προϊόντος φθοράς- και αναζήτηση της αρχαίας ή αρχαιότροπης "καθαρότητας". O γραπτός λόγος -είτε ως λογοτεχνία είτε ως "επίσημος" λόγος (γλώσσα της διοίκησης και της εκπαίδευσης)- κυριαρχείται, μέχρι και τον 20ό αιώνα, από αυτή την κλασικιστική "νοσταλγία" που γεννιέται, όχι τυχαία, τον 1ο αιώνα π.X.
Mια άμεση επίπτωση του αττικιστικού κινήματος και της "διγλωσσίας" στην οποία οδηγεί είναι ότι για την περίοδο από την ύστερη ελληνιστική εποχή μέχρι τον 11ο αιώνα μ.X. -εποχή κατά την οποία έχουμε λόγους να πιστεύουμε ότι έχει ήδη διαμορφωθεί η νέα ελληνική - δεν υπάρχουν γραπτά τεκμήρια της ομιλούμενης γλώσσας. H γραπτή παράδοση κυριαρχείται από την κλασικίζουσα μορφή γλώσσας. Θα πρέπει να μπει ο 12ος αιώνας. για να αρχίσουν να εμφανίζονται τα πρώτα δείγματα λογοτεχνίας στην ομιλούμενη γλώσσα της εποχής. H βυζαντινή εποχή είναι, επομένως, στο μεγαλύτερο μέρος της εποχή γλωσσικού "καθαρισμού". Tι γίνεται με την ομιλούμενη γλώσσα; Eξακολουθεί να υπάρχει -σε κάποια εξέλιξή της- η κοινή, όπως διαμορφώθηκε στην ελληνιστική εποχή; Tο πιθανότερο είναι, όπως επισημάναμε παραπάνω, ότι η ελληνιστική κοινή έχει διαφοροποιηθεί σε μια σειρά διαλέκτων. Aν υπάρχει μια νέα εκδοχή κοινής, αυτή θα πρέπει να περιορίζεται στην περιοχή της Kωνσταντινούπολης και των αστικών κέντρων που συνδέονται μαζί της. Mια τέτοια περιορισμένη "κοινή" πρέπει να είναι, αν όντως υπάρχει, υστεροβυζαντινό φαινόμενο.
Aν το πρώτο (μετά τη διαμόρφωσή της ως ξεχωριστής ινδοευρωπαϊκής γλώσσας) κρίσιμο επεισόδιο στην ιστορία της ελληνικής είναι η δημιουργία της ελληνιστικής κοινής -και το παράγωγο φαινόμενο της "διγλωσσίας"-, το δεύτερο κρίσιμο επεισόδιο είναι η διαμόρφωση της ελληνικής εθνικής γλώσσας, της νέας "κοινής" (κοινή νέα ελληνική), στα πλαίσια του ελληνικού εθνικού κράτους, που δημιουργείται μετά την επιτυχή Eπανάσταση του 1821 κατά της οθωμανικής κυριαρχίας.
Oι συζητήσεις για τη δημιουργία εθνικής γλώσσας που χαρακτηρίζουν την περίοδο που προηγείται της Eπανάστασης είναι στενά συνδεδεμένες με την εγκατεστημένη εδώ και πολλούς αιώνες "διγλωσσία" και οι γλωσσικές αντιπαραθέσεις έχουν, όπως συνήθως συμβαίνει, ευρύτερο ιδεολογικό, κοινωνικό και πολιτικό περιεχόμενο. H κλασικιστική άποψη επιθυμεί την επιστροφή στην αρχαία ελληνική, τη μόνη "καθαρή" μορφή ελληνικής, απαλλαγμένη από τις "φθορές" επιμειξιών που αρχίζουν στην ελληνιστική εποχή και κορυφώνονται με την τουρκική κατάκτηση. Eδώ θα πρέπει να σημειωθεί ότι η ελληνική, όπως και όλες οι γλώσσες, δάνεισε αλλά και δανείστηκε από πολλές γλώσσες στη διάρκεια της ιστορίας της (προελληνικές γλώσσες, σημιτικές γλώσσες, λατινική, ρομανικές γλώσσες, τουρκική, σλαβικές γλώσσες, αγγλική, γαλλική κ.ά.). H δεύτερη άποψη αναγνωρίζει την ομιλουμένη και τη σημασία της, αλλά επιθυμεί να την "καθαρίσει" και να την "ανορθώσει": να την απαλλάξει από τα τουρκικά δάνεια και να παρέμβει, σε κάποιον βαθμό, στη φωνολογία, στη μορφολογία και στη σύνταξη με βάση τα αρχαϊστικά ή αρχαιότροπα πρότυπα. H τρίτη άποψη υποστηρίζει απερίφραστα την ομιλουμένη ως μόνο θεμιτό υποψήφιο για τον ρόλο της εθνικής γλώσσας. Σε όλη αυτή τη συζήτηση για τη δημιουργία εθνικής γλώσσας θα πρέπει να τονιστεί ένα σημείο που είναι σημαντικό για την περίοδο αυτή: η ανάγκη της επιβεβαίωσης -μέσω της αρχαιοελληνικής γλωσσικής κληρονομιάς που διαθέτει κύρος στην Eυρώπη- τόσο της ευρωπαϊκής ταυτότητας των Nεοελλήνων, που αμφισβητείται από τους ξένους (ή από κάποιους ξένους), όσο και της σχέσης της νεότερης με την αρχαία Eλλάδα.
Tι έγινε τελικά; 'Ηδη στα 1825-1840 διαμορφώνεται μια νέα ομιλούμενη κοινή, βασισμένη στην πελοποννησιακή διάλεκτο. Στον γραπτό λόγο, στη διοίκηση και στην εκπαίδευση εξακολουθεί να κυριαρχεί, σε διάφορες εκδοχές, η αρχαΐζουσα μορφή γλώσσας, η "καθαρεύουσα". Tα ρήγματα όμως πολλαπλασιάζονται, ιδίως στον χώρο της λογοτεχνίας, όπου βαθμιαία κυριαρχεί η δημοτική. Oι ανάγκες επέκτασης του λεξιλογίου οδηγούν σε δραστικό δανεισμό, τόσο από τις αρχαιότερες αφετηρίες (με ενδιάμεσο συχνότατα τις ευρωπαϊκές γλώσσες που κατασκευάζουν τα ειδικότερα λεξιλόγιά τους με ελληνικό γλωσσικό υλικό) όσο και από τις ευρωπαϊκές γλώσσες (αρχικά τα γαλλικά και μετά τα αγγλικά) -είτε με εμφανή, άμεσο δανεισμό είτε με τη μορφή μεταφραστικών δανείων. H "καθαρεύουσα" εξακολουθεί να επικρατεί -με μικρά "δημοτικιστικά διαλείμματα"- στη διοίκηση και στην εκπαίδευση μέχρι το 1976, οπότε αναγνωρίζεται η δημοτική ως η επίσημη μορφή γλώσσας. 'Eτσι παίρνει τέλος το "γλωσσικό ζήτημα", που συνόδευσε - σε διάφορες εκδοχές- την ελληνική γλώσσα στο μεγαλύτερο μέρος της ιστορίας της. Aπόηχοι αυτής της μακραίωνης διαμάχης εξακολουθούν να ακούγονται και σήμερα, κυρίως σε συζητήσεις που αφορούν τη γλωσσική εκπαίδευση.
Πριν κλείσουμε αυτή τη σύντομη επισκόπηση, θα πρέπει να σχολιάσουμε δύο ακόμα σημεία. Aν η "διγλωσσία" αποτελεί μια ιδιαιτερότητα της ιστορίας της ελληνικής γλώσσας, μια άλλη ιδιαιτερότητα της ιστορίας της ελληνικής -ιδίως αν συγκριθεί με την ιστορία της λατινικής- είναι η συνέχειά της. H ελληνική, αντίθετα με τη λατινική, δεν διασπάστηκε σε ποικιλία γλωσσών. Aυτό δεν οφείλεται βέβαια σε κάποια μυθική, εγγενή δύναμη της ελληνικής γλώσσας. 'Οπως παρατηρεί ο Thomson (1989), «στη δυτική Eυρώπη, αντίθετα από την ανατολική, η καταστροφή της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας από τους γερμανούς κατακτητές είχε ως αποτέλεσμα να σχηματισθούν τα ξεχωριστά βασίλεια απ' όπου κατάγονται τα διάφορα έθνη της σημερινής Eυρώπης και έτσι να διαμορφωθούν οι διαφορετικές των γλώσσες. Aυτό εξηγεί γιατί οι νεολατινικές γλώσσες είναι πολλές, ενώ η ελληνική παραμένει μία». Στην ίδια κατεύθυνση κινείται και η ερμηνεία του Browning (1983): «Oι ενοποιητικοί παράγοντες ήταν πάντα ισχυροί: η πολιτική και η πολιτιστική ενότητα που συντηρήθηκε ή επιβλήθηκε από τη Bυζαντινή Aυτοκρατορία, η αίσθηση ταυτότητας που δημιούργησε η αντιπαράθεση με τους Mουσουλμάνους, τους Aρμενίους και τους Σλάβους ή τους Λατίνους της Δύσης, η επίδραση της εκπαίδευσης, οι μετακινήσεις ατόμων και ομάδων μέσα στον ελληνόφωνο κόσμο». Tο χαρακτηριστικό αυτό της ελληνικής γλώσσας -το γεγονός ότι δεν διασπάστηκε στην ιστορική της πορεία σε ξεχωριστές γλώσσες- δεν σημαίνει βέβαια ότι δεν υπέστη δραστικές αλλαγές σε όλα τα επίπεδά της: φωνολογία, μορφολογία, σύνταξη, λεξιλόγιο. Oι περισσότερες, και βασικότερες, από τις αλλαγές αυτές ξεκινούν από την ελληνιστική κοινή ως δείγμα "παρακμής" και "φθοράς". Oι έννοιες αυτές -που δεν έχουν σχέση με τη γλώσσα και τη φύση της αλλά με εξωγλωσσικές στάσεις και προκαταλήψεις- επανέρχονται συνεχώς σε όλη τη μεταγενέστερη ιστορία της ελληνικής και εξακολουθούν να ακούγονται και σήμερα.
*ο A.-Φ. Xριστίδης είναι Kαθηγητής Γλωσσολογίας στο Aριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης και Διευθυντής του Tμήματος Γλωσσολογίας του Kέντρου Eλληνικής Γλώσσας.
Πηγή: http://www.abnet.agrino.org
Η ελληνική γλώσσα στην αρχαιότητα
Η ελληνική γλώσσα στην αρχαιότητα
»»» Μ. Κοπιδάκης
Ανάμεσα στα Ουράλια όρη και στην Κασπία θάλασσα, στην καρδιά της Ευρασίας, διαβιούσε μια φυλή πολυπληθής, που ήδη την 6η χιλιετία είχε ανέλθει σε υψηλό επίπεδο πολιτισμού. Οι Ινδοευρωπαίοι (έτσι ονομάτισαν κατά τον περασμένο αιώνα οι ερευνητές τον λαό που ανέσυραν από το φρέαρ της αβύσσου) είχαν εξημερώσει το σκυλί και με την αρωγή του το άλογο, το πρόβατο και το βόδι. Είχαν εφεύρει το δεκαδικό σύστημα και τον τροχό του κεραμέα, ίσως και της άμαξας. Οι βάρδοι τους για να διατηρήσουν «άφθιτον» το «κλέος» των πολεμιστών ύφαιναν μακρόπνοες ωδές. 'Όμως στις αρχές της 5ης χιλιετίας η φυλή αυτή άρχισε να διασπάται. Το δυτικότερο άκρο του ανύσματος προσήγγισε τις ακτές του Ατλαντικού. Από τους ευρωπαϊκούς λαούς μόνο οι Πρωτοβούλγαροι, οι Τούρκοι, οι Ούγγροι, οι Φινλανδοί, ίσως και οι Βάσκοι δεν είναι ινδοευρωπαϊκής καταγωγής. Το ανατολικότερο άκρο του ανύσματος εκτινάχθηκε ώς τις παρυφές των Ιμαλαΐων! Οι Arya (οι ευγενείς) συγκρότησαν στην Ινδία τον πυρήνα της αριστοκρατίας, η οποία εξελίχθηκε υπό την καθοδήγηση των Βραχμάνων στο κοινωνικό σύστημα της κάστας. Ένας κλάδος των Ινδοευρωπαίων, οι Έλληνες (το όνομα φυσικά είναι πολύ μεταγενέστερο), περιπλανήθηκε για αιώνες πολλούς στις πεδιάδες της κεντρικής Ευρώπης και της βόρειας Βαλκανικής. Όμως γύρω στο 2000 άρχισαν να κατέρχονται κατά κύματα προς το νότιο άκρο της χερσονήσου. Η Ελλάδα θα πρέπει να φάνηκε στις καταταλαιπωρημένες εκείνες πολεμικές φυλές ότι ήταν η χώρα που υμνούσαν οι ποιητές τους ως κατοικία των Μακάρων: σπάνιοι οι νιφετοί, ήπιοι οι άνεμοι και εκείνη η μαρμαρόεσσα αίγλη ολοχρονίς - το φως του Αιγαίου!
Η τμηματική διάσπαση της ινδοευρωπαϊκής φυλής επιτάxυνε και τη διαφοροποίηση της γλώσσας σε διαλέκτους. Η πρωτοελληνική διατήρησε αρκετά αρχαϊκότατα στοιχεία: την ποικιλία των φωνηέντων, την ευκινησία των όρων της πρότασης, την ευγονία στην παραγωγή και την ευκολία στη σύνθεση των λέξεων. Ανέπτυξε ωστόσο και νεοτερισμούς. Ως τελικά σύμφωνα αποδέχθηκε μόνο το ν, το Ρ και το σ (γάλα < γάλακτ, πρβλ. γενική γάλακτ-ος). Ο τόνος δεν ανερχόταν πέραν της προπαραλήγουσας (νόμος της τρισυλλαβίας). Οι οκτώ πτώσεις περιορίστηκαν σε πέντε, καθώς η τοπική και η οργανική αφομοιώθηκαν με τη δοτική και η γενική με την αφαιρετική. Σχημάτισε απαρέμφατα από όλα τα θέματα του ρήματος: λείπειν, λείψειν, λιπείν, λελοιπέναι! Τεχνούργησε την κομψότατη ευκτική του πλαγίου λόγου και την προσφιλέστατη στους χειριστές του έντεχνου λόγου γενική απόλυτο: δρυός πεσούσης πάς ανήρ ξυλεύεται. Στη χώρα που εισέβαλαν οι Έλληνες κατοικούσαν φιλόπονοι γεωργοί, ριψοκίνδυνοι πειρατές, «έμποροι με τους λογαριασμούς του λαβυρίνθου». οι Κάρες, οι Λέλεγες, οι Πελασγοί - με ένα όνομα: οι Προ-έλληνες. Βέβαια η κάθοδος δεν είχε πάντοτε το χαρακτήρα εισβολής. Ορθότερο είναι να μιλάμε για διείσδυση. Παμπάλαιοι μύθοι ιστορούν για τον γέροντα βασιλιά που καλεί τον ήρωα και τους συντρόφους του να υπερασπιστούν τη χώρα από ορδές βαρβάρων ή από τον αιμοδιψή δράκο. Ο ήρωας επιτελεί τον άθλο του και ως ανταμοιβή λαβαίνει σε γάμο τη βασιλοπούλα και το μισό ή και ολόκληρο το βασίλειο. Πάντως οι Έλληνες προσοικειώθηκαν τον εκλεπτυσμένο πολιτισμό των αυτοχθόνων, και κατά συνέπεια και τους όρους που εξέφραζαν τα πολιτιστικά τους επιτεύγματα: ειρήνη, βασιλεύς, πλίνθος, ασάμινθος. Πολλά προελληνικά τοπωνύμια διατηρήθηκαν: Μυκήναι, Αθήναι, Κόρινθος, Λυκαβηττός, Κρήτη, Λάρισα. Προελληνικά είναι και ορισμένα θεωνύμια: Αθηνά, Αφροδίτη, Ήφαιστος, κ.ά. Στους κατοπινούς αιώνες η ελληνική γλώσσα πλουτίζεται και με δάνεια από την Ανατολή: εβραϊκή προέλευση έχει ο χρυσός, και ο κακός (πρβλ. κάκκη: περιττώματα) φρυγική. Αν η δοσολογία είναι σωστή, το κράμα αποβαίνει ανθεκτικότερο από τα συστατικά του. Από τη μίξη των επήλυδων με τους αυτόχθονες προέκυψε το πολύτροπο, αγχινούστατο και ρωμαλέο εκείνο φύλο που δημιούργησε τον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό. Πώς ονομάζονταν οι επήλυδες στη νότια Βαλκανική; Τους πολεμιστές που μάχονται μπροστά στα τείχη της ανεμόδαρτης Τροίας ο Όμηρος τους αποκαλεί Δαναούς, Αργείους και συνηθέστερα Αχαιούς. Οι Έλληνες είναι μία από τις τρεις φυλές που συγκροτούν το εκστρατευτικό σώμα του Αχιλλέα (Ιλιάς, Β 684). Στα ομηρικά ποιήματα μνημονεύονται επίσης, από μια φορά, Ίωνες (Ιλιάς, Ν 685), Δωριείς (Οδύσσεια, τ 177) και Πανέλληνες (Ιλιάς, Β 530). Όμως οι στίχοι αυτοί θεωρούνται μεταγενέστερες προσθήκες. Ο Ησίοδος ωστόσο γνωρίζει ότι ο φιλοπόλεμος βασιλιάς "Έλλην" είχε τρεις γιους, τον Δώρο, τον Αίολο και τον Ξούθο (θετός γιος του Ξούθου ήταν ο Ίων, ο γενάρχης της ιωνικής φυλής). Ακόμη και σήμερα η άποψη του Ησιόδου για την τριμερή συνάρθρωση της ελληνικής φυλής (Δωριείς,. Αιολείς και Ίωνες) έχει θερμούς υποστηρικτές. Πρώτοι πιστεύεται ότι ήρθαν οι Ίωνες γύρω στα 2000 π.Χ., ύστερα οι Αιολείς γύρω στο 1700 και τελευταίοι (γύρω στο 1200 ή ακόμη και στα 1000) οι Δωριείς. Η κρατούσα πάντως άποψη είναι ότι η κάθοδος των ελληνικών φύλων συνετελέσθη σε δύο φάσεις: το πρώτο κύμα εισέδυσε σταδιακά ως την Πελοπόννησο και δημιούργησε τον Μυκηναϊκό πολιτισμό. Το δεύτερο κύμα παρέμεινε στη βορειοδυτική Ελλάδα απομονωμένο. Όταν ύστερα από αιώνες άρχισε να κατέρχεται και αυτό προς την Πελοπόννησο, οι εύθραυστες ισορροπίες των μυκηναϊκών κοινωνιών κατέρρευσαν, και η πολιτική πολυδιάσπαση είχε ως μοιραία συνέπεια την εσωτερική διαφοροποίηση και στις δύο ήδη διαφοροποιημένες διαλεκτικά ομάδες, την ανατολική και τη δυτική. Οι μετακινήσεις πληθυσμών, η γεωφυσική σύσταση της χώρας, που δυσχέραινε τις επικοινωνίες, οι συνεχείς προστριβές και το ισχυρό τοπικιστικό πνεύμα συνετέλεσαν ώστε ο διαλεκτικός κατακερματισμός να διατηρηθεί ώς την ελληνιστική εποχή, οπότε επικρατεί η πανελλήνια Κοινή, που είχε ως βάση την Αττική διάλεκτο. Την ανατολική ομάδα συγκροτούσαν η Ιωνική, η Αττική, η Αρκαδοκυπριακή και η Αιολική. Στη δυτική ομάδα εντάσσονταν η Δωρική, η Βορειοδυτική, η Μακεδονική και ορισμένες άλλες μικτού χαρακτήρα (της Αχαΐας, της Ίλιδας και της Παμφυλίας). Φυσικά και μέσα στις ίδιες τις διαλέκτους υπήρχαν διαφοροποιήσεις. ο γλωσσικός άτλαντας της αρχαιότητας είχε φύση πρωτεϊκή! Πρέπει ωστόσο να σημειωθεί ότι οι διαφοροποιήσεις των διαλέκτων ως προς το λεξιλόγιο και τη σύνταξη είναι περιορισμένες. Οι ουσιώδεις διαφορές αφορούν στην τυπολογία και ιδίως τη φωνολογία, Έχει πάντως υπολογιστεί ότι οι βασικές ισόγλωσσες (ισόγλωσση είναι η γραμμή πάνω στο γεωγραφικό χάρτη, στο εσωτερικό της οποίας απαντά το ίδιο γλωσσικό φαινόμενο) είναι περίπου είκοσι. 'Ένα παράδειγμα. ανάμεσα στο 1200 με 900 η lωνική μετατρέπει το ινδοευρωπαϊκό μακρό α σε η (μάτηρ> μήτηρ). 'Όλες οι άλλες διάλεκτοι (ακόμη και η Αττική μετά τα ρ, ι, ε, υ: ώρα) το διατηρούν αναλλοίωτο.
Χάρτης με την κατανομή των τεσσάρων διαλεκτικών ομάδων κατά την ιστορική περίοδο.
Την Ιωνική λοιπόν μιλούσαν στον Ωρωπό, την Εύβοια, τις Κυκλάδες, στην ιωνική δωδεκάπολη της μικρασιατικής ακτής και των κατέναντι νήσων (Χίος, Σάμος, κ.ά.), καθώς βέβαια και στις πολυπληθείς αποικίες αυτών των πόλεων. Οι Ίωνες ήταν φυλή ανήσυχη, ευκίνητη και καινοτόμος. Κατά συνέπεια και η διάλεκτος ήταν λιγότερο συντηρητική: αποσιώπηση του δίγαμμα (F), κατάργηση του δασέος πνεύματος και του δυϊκού.
Η Αττική, «η ανώτατη έκφραση του ανθρωπίνου γλωσσοπλαστικού δαιμονίου» (W. Schulze), δεν είναι ασφαλώς η πιο καλόβολη διάλεκτος. Η δυστροπία φαίνεται να είναι το δορυφόρημα της ομορφιάς. Η προφορά, τα πολυπληθή μόρια -το άλας του λόγου- και η ποικίλη δράση των σημασιολογικών προσαρμογών θα πρέπει να προκαλούσαν δέος στους αλλόγλωσσους. Ακόμη και ο Τύρταμος, που επονομάσθη Θεόφραστος για την ευγλωττία του, μολονότι και είχε ζήσει για χρόνια στην Αθήνα και καταγόταν από τη γειτονική Εύβοια, δεν ήταν σε θέση να μιμηθεί ανεπίληπτα την αττική προφορά. Τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της Αττικής είναι τα συμπλέγματα ττ αντί του σσ (θάλαττα, θάλαττα!) και ρρ αντί ρσ (άρρην αντί άρσην). Η λεγόμενη ωστόσο αττική σύνταξη (τά παιδία παίζει: το «παιδομάνι») απαντά ήδη στον Όμηρο και δεν πρέπει να θεωρηθεί ως ιδιομορφία διαλεκτική, αλλά υφολογική, όπως άλλωστε και το λεγόμενο αττικόν σχήμα (μάχομαι μάχην). Την Αιολική διάλεκτο μιλούσαν στη Θεσσαλία, στη Βοιωτία, στη Λέσβο και στην κατέναντι μικρασιατική ακτή. Η Λέσβος στάθηκε γενναιόδωρη στην παγκόσμια ποίηση: εκεί τραγουδούσαν τον γλυκύπικρο έρωτα η Σαπφώ και τον λαθικάδεα οίνον ο Αλκαίος.
Τοπωνύμια («Αχαιών ακτή»), μύθοι για κτίσεις πόλεων, όπως η ίδρυση της Πάφου από τον Αρκάδα Αγαπήνορα, αρχαιολογικά ευρήματα, αλλά προπάντων οι εντυπωσιακές ομοιότητες Κυπριακής και Αρκαδικής διαλέκτου (κάς: καί, -το καί είναι δωρικός τύπος που υιοθέτησαν και οι άλλες διάλεκτοι), μαρτυρούν ότι οι Αχαιοί είχαν αποικίσει και την Κύπρο. Με την κατάρρευση του μυκηναϊκού κόσμου η επικοινωνία διακόπηκε, και η Κυπριακή διαφοροποιήθηκε από την Αρκαδική. Οι δύο διάλεκτοι, που συγκροτούν την Αρκαδοκυπριακή (ή νότια Αχαϊκή) μας είναι γνωστές μόνο από επιγραφές, ιδιωτικές και δημόσιες, και από «γλώσσες» (λ.χ. κόρζα: καρδία, στην Κυπριακή) στους λεξικογράφους. Σε περιοχές της Κύπρου είχε χρησιμοποιηθεί για αιώνες και μετά την εισαγωγή του φοινικικού αλφαβήτου μία ατελής γραφή, το «κυπριακόν συλλαβάριον».
Η Δωρική μιλιόταν στο μεγαλύτερο μέρος της Πελοποννήσου, στη Μεγαρίδα, στα νησιά του νοτίου Αιγαίου (Κρήτη, Ρόδος, κ.ά.) στη μικρασιατική ακτή της Καρίας (Αλικαρνασσός, Κνίδος) και στις δωρικές αποικίες της Σικελίας και της Νότιας Ιταλίας. Η διατήρηση του ινδοευρωπαϊκού α (το πιο ανοικτό φωνήεν) προσέδιδε στη διάλεκτο έναν ανυπόφορο για το αττικό τουλάχιστον αυτί πλατυασμό: τάν κεφαλάν καί μην τάν γραμμάν! -η μνημειώδης παράκληση του Αρχιμήδη. Το πιο χαρακτηριστικό ωστόσο γνώρισμα είναι η κατάληξη του πρώτου πληθυντικού σε -μες αντί -μεν: νικώμες. 'Ένα από τα αρχαϊκότερα χαρακτηριστικά της Δωρικής είναι η διατήρηση του τ προ του ι: πέρυτι, είκοτι, δίδωτι. Η Δωρική διατήρησε πάμπολλους αρχαϊσμούς στο λεξιλόγιό της, επί παραδείγματι το ρήμα βλώσκω του οποίου η μετοχή αορίστου έμολον απαθανατίστηκε στο περίπυστο μολών λαβέ. Γενικά η Δωρική ήταν μια διάλεκτος βαριά, μονότονη, σταθερή και «αριστοκρατική» - κάτοπτρον της ψυχοσύστασης του λαού που τη μιλούσε.
Οι διάλεκτοι που μιλιόνταν στην Ήπειρο, Ακαρνανία, Αιτωλία, Λοκρίδα και Φωκίδα ονομάζονται με τον συλλογικό όρο Βορειοδυτική (ΒΔ). Ακόμη και το επιγραφικό υλικό (για λογοτεχνία ούτε λόγος) από τις περιοχές αυτές, που απέκτησαν μια παροδική σπουδαιότητα κατά την περίοδο της Αιτωλικής Συμπολιτείας, είναι περιορισμένο.
Μόνο οι Έλληνες είχαν δικαίωμα συμμετοχής στους Ολυμπιακούς αγώνες. Όταν ο Βασιλιάς της Μακεδονίας Αλέξανδρος ο Α' (494-454), ο οποίος είχε συνεπικουρήσει ποικιλοτρόπως τους Έλληνες κατά τους Μηδικούς πολέμους, θέλησε να αγωνισθεί στην Ολυμπία, οι αντίπαλοί του εναντιώθηκαν προφασιζόμενοι ότι ήταν βάρβαρος. Ο Αλέξανδρος, ωστόσο, απέδειξε στους Ελλανοδίκες ότι η γενιά του κρατούσε από το ’ργος και έλαβε μέρος στον αγώνα σταδίου. Οι ενστάσεις όμως αυτές, ο χαρακτηρισμός του Φιλίππου ως βαρβάρου από τον Δημοσθένη, οι ελάχιστες φωνολογικές κυρίως ιδιομορφίες της Μακεδονικής διαλέκτου (Βερενίκη, Βαλακρός, δάνος αντί Φερενίκη, φαλακρός, θάνατος), αλλά και πολιτικές σκοπιμότητες, παρέσυραν ένιους ερευνητές στην αμφισβήτηση της ελληνικότητας των Μακεδόνων και της γλώσσας τους. Όμως ήδη ο Γεώργιος Χατζιδάκις, αλλά και άλλοι επιφανείς γλωσσολόγοι και ιστορικοί, Έλληνες και ξένοι, απέδειξαν με αδιάσειστα επιχειρήματα ότι η Μακεδονική διάλεκτος ήταν ελληνική και μάλιστα συγγενής με τη ΒΔ. Οι Μακεδόνες, ένας κλάδος της δωρικής φυλής κατά τον Ηρόδοτο (Vl, 56 και VIII, 43), καθυπέταξαν θρακικά και ιλλυρικά φύλα και ήταν φυσικό να δεχθούν κάποιες επιδράσεις στη διάλεκτό τους από τις γλώσσες των κατακτημένων λαών.
Το 1952 ο αρχιτέκτονας Michael Ventris, ο οποίος είχε υπηρετήσει ως αποκρυπτογράφος της αγγλικής αντικατασκοπίας κατά τον Β' παγκόσμιο πόλεμο, άρχισε με τη συνεργασία του φιλολόγου John Chadwick να φωτίζει το μυστήριο των εγγράφων πήλινων πινακίδων, που είχαν ανακαλυφθεί στα μυκηναϊκά ανάκτορα της Κρήτης και της ηπειρωτικής Ελλάδας (1600-1250 π.Χ.). Οι αργιλώδεις αυτές πινακίδες διατηρήθηκαν εξαιτίας ακριβώς των εμπρησμών, που είχαν καταστρέψει τα κτίρια.
Η γραφή αυτή ονομάστηκε Γραμμική Β σε αντιδιαστολή με την αρχαιότερη Γραμμική Α, η οποία δεν έχει ακόμη αποκρυπτογραφηθεί. Η Γραμμική Β αποδίδει ατελέστατα (φαίνεται ότι είχε επινοηθεί για μια προελληνική γλώσσα) με 87 περίπου συλλαβογράμματα και αρκετά ιδεογράμματα μια διάλεκτο σχεδόν ενιαία σε όλα τα κέντρα του μυκηναϊκού πολιτισμού. Τα κείμενα είναι απλές απογραφές προσώπων (θεωνύμια, ανθρωπωνύμια), ζώων, αντικειμένων και προϊόντων, δηλαδή το αρχειακό υλικό της ανακτορικής γραφειοκρατίας. Από λογοτεχνικά έργα, αν είχαν καταγραφεί, δεν διασώζεται ούτε ένας στίχος. Η Μυκηναϊκή διάλεκτος, που μετά την κατάρρευση των μυκηναϊκών βασιλείων έπαψε να μιλιέται και να γράφεται, είναι συγγενής της Πρωτο-αρκαδοκυπριακής, αλλά παρουσιάζει και εντυπωσιακές ομοιότητες με τα ιωνικά και την τεχνητή διάλεκτο των ομηρικών επών. Η σημασία της για τη μελέτη της εξέλιξης της ελληνικής είναι μεγάλη, επειδή ακριβώς αντιπροσωπεύει, σε σύγκριση με τις άλλες διαλέκτους, ένα χρονολογικό επίπεδο κατά τέσσερις με πέντε αιώνες παλαιότερο.
Με την παρακμή του μυκηναϊκού πολιτισμού λησμονήθηκε και η τέχνη της γραφής. Κατά τους σκοτεινούς αιώνες (1200-750) μόνο στην περιφέρεια του ελληνικού κόσμου χρησιμοποιούσαν κάποια ατελή συστήματα γραφής, όπως το κυπριακό συλλαβάριο. Τη νέα, αλφαβητική, όμως, γραφή εισήγαγαν έμποροι (Κρήτες; Ρόδιοι; Κύπριοι; Μιλήσιοι;) πιθανότατα από τη Φοινίκη. Την καταγωγή του ελληνικού από το φοινικικό αλφάβητο μαρτυρούν οι ονομασίες (άλεφ > άλφα, κτλ.), η μορφή, η φωνητική αξία και η σειρά εμφανίσεως των γραμμάτων. Για τη φοινικική προέλευση συνηγορούν επίσης η μαρτυρία του Ηροδότου (V, 58-61), η κατεύθυνση της γραφής στα αρχαιότερα μνημεία (επί τά λαιά) και εμμέσως η γραφική ύλη, εφόσον στην αρχαϊκή εποχή δεν απαντούν επιγραφές σε πήλινες πινακίδες. Και ο τόπος και ο χρόνος εισαγωγής δεν μπορούν να προσδιοριστούν επακριβώς. Ως αρχαιότερες επιγραφές πάντως θεωρούνται η οινοχόη του Διπύλου (735-725) και το ποτήριον του Νέστορος (740-720).
Είναι πολύ πιθανό η παραλαβή να έγινε σχεδόν ταυτοχρόνως σε πολλές περιοχές του ελληνισμού, επειδή ακριβώς το αλφάβητο δεν εμφανίζεται ομοιόμορφο παντού. Φυσικά οι Έλληνες επέφεραν περιορισμένες, αλλά αποφασιστικής σημασίας τροποποιήσεις, η σημαντικότερη από τις οποίες ήταν η χρησιμοποίηση ορισμένων γραφημάτων για την απόδοση των φωνηέντων, που είναι (σε αντίθεση με τα σημιτικά) η βάση της γλώσσας τους. Έτσι στο ελληνικό αλφάβητο κάθε γράφημα αντιπροσωπεύει και ένα φθόγγο. Το νέο λοιπόν οικονομικότατο, ακριβέστατο (πιστή φωνητική απόδοση) και ευκολομάθητο σύστημα γραφής (ένα επίτευγμα του αναλυτικού πνεύματος των Ελλήνων!) απλώθηκε ταχύτατα σε όλες τις κοινωνικές τάξεις και δεν παρέμεινε ως τέχνη απόκρυφη, όπως στην Αίγυπτο, μιας κάστας γραφέων.
Ο προφορικός λόγος σαγήνευε τους Έλληνες. Οι στρατηγοί αγόρευαν και πριν και μετά τη μάχη (παραίνεση, επικήδειος). Οι πολιτικοί ονομάζονταν ρήτορες. Ακόμη και ο ομηρικός Όλυμπος ήταν μια θορυβώδης δημοκρατία. Έτσι ώς το τέλος της κλασικής εποχής οι φωνές διαμαρτυρίας δεν έλειψαν. Ο Πλάτων, ο Ισοκράτης, ο Αλκιδάμας και άλλοι στοχαστές καταδίκαζαν τη γραφή, επειδή πίστευαν ότι αδυνατίζει τη μνήμη και ότι αποδίδει μόνο κατά προσέγγιση τον ενδιάθετο λόγο. Εντούτοις η νέα αυτή εκρηκτική τεχνολογία είχε σε συνάρτηση με άλλους πολιτικοκοινωνικούς παράγοντες καθοριστικές επιπτώσεις σε καίριους τομείς της ζωής: υποκατέστησε με τον καιρό τη φυλετική εγκυκλοπαίδεια της συλλογικής μνήμης, που ήταν (επειδή δεν στηριζόταν στο μάτι, αλλά στο αυτί) επισφαλής και αναξιόπιστη, προώθησε την επιστήμη, επειδή το γραπτό κείμενο επιτρέπει τη συστηματική συναγωγή και τη συγκριτική ανάλυση του γνωστικού υλικού, συνεπικούρησε την κωδικοποίηση της νομοθεσίας οχυρώνοντας τους δημοκρατικούς θεσμούς, διευκόλυνε τις εμπορικές συναλλαγές, επέτρεψε και στα λαϊκά στρώματα να καρπωθούν τα αγαθά της εκπαίδευσης, περιόρισε τις διαλεκτικές διαφορές και τέλος βοήθησε στη διάδοση και στη διάσωση προπάντων της λογοτεχνίας. Όμως και μετά την εισαγωγή του αλφαβήτου η λογοτεχνία διατήρησε εν μέρει τον προφορικό της χαρακτήρα. συχνότατα η «δημοσίευση» ενός έργου συνίστατο στην απαγγελία και την απομνημόνευσή του από τους παρόντες.
Ακόμη και όταν ολοκληρώθηκε η κάθοδος των ελληνικών φυλών, η γλώσσα παρέμεινε κατατμημένη διαλέκτους. Ωστόσο οι διαφορές δεν δυσχέραιναν τη συνεννόηση ανάμεσα στις ποικίλες διαλεκτικές ομάδες. Οι έφοροι της Σπάρτης για παράδειγμα ενδέχεται να δυσφορούσαν με τη ρητορική εκζήτηση και την πολυλογία των Αθηναίων πρεσβευτών, αλλά πάντως κατανοούσαν αν είχαν τεταμένη την προσοχή τους, πλήρως τα αττικά, και αντιστρόφως. Οι παρεξηγήσεις φυσικά υπερτονίζονταν από τους κωμωδιογράφοuς.
Διαφορές άλλου είδους ωστόσο υπήρχαν και ανάμεσα στους ομόγλωσσους. Η κοινωνική προέλευση, το μορφωτικό επίπεδο, το επιτήδευμα, ακόμη και το φύλο προσδιόριζαν το επίπεδο χρήσης της γλώσσας. Ασφαλώς δεν μιλούσαν με τον ίδιο τρόπο ο αστός και ο χωρικός, η ιέρεια και η πόρνη, ο σοφιστής και ο ιχθυοπώλης, η έγκλειστη στο γυναικωνίτη και ο ρήτορας. «Απόσταση ασφαλείας» από τον φυσικό λόγο τηρούσε και η γλώσσα της κρατικής γραφειοκρατίας. Το λεξιλόγιο της γλώσσας του κράτους (νόμοι, ψηφίσματα, συνθήκες) ήταν αρχαιοπινές, η τυπολογία αρχαϊκή, η σύνταξη βαρειά και περίπλοκη. Πάντοτε η γλώσσα της εξουσίας είναι άκαμπτη, παγερή, απρόσωπη και κανονιστική.
Υλικά γραφής: μάρμαρο.Το μοιραίο ψήφισμα του Δήμου Αθηναίων για την προετοιμασία της Σικελικής εκστρατείας (415 π.Χ.).Του έντεχνου πεζού λόγου, που εκφράζοντας ιδέες απευθύνεται στη διάνοια, προηγείται η ποίηση που εκμεταλλευόμενη τη μουσικότητα των λέξεων αποκαλύmει συναισθήματα και σαγηνεύει την ψυχή. Η ποίηση υπακούει βέβαια σε αυστηρούς μορφικούς κανόνες, αλλά η στάση της έναντι της καθομιλουμένης είναι αυθάδης: συστέλλει ή διαστέλλει το σημασιολογικό εύρος των λέξεων, επινοεί αλλόκοτες ονοματοποιίες, αρέσκεται σε εκφραστικούς πρωτογονισμούς (μετωνυμίες, μεταφορές), ανασύρει από τη λήθη αραχνιασμένα λεξίδια, υπονομεύει τις παγιωμένες συντακτικές δομές, μεταλλάσσει ακόμη και την τυπολογία. Από τον 8ο αι. αρχίζουν να εμφανίζονται τα διάφορα είδη της ποίησης. Οι δημιουργoί τους είναι πλέον επώνυμοι, αλλά τουλάχιστον οι επικοί και οι Λυρικοί οφείλουν πολλά στους ανώνυμους προπάτορες της λαϊκής παράδοσης. Στην ελληνική ποίηση παρουσιάζεται τούτο το ανεπανάληπτο στην παγκόσμια λογοτεχνία: εξαιρέσει του μέλους και εν μέρει του επιγράμματος τα ποιητικά είδη, καθώς και ορισμένα του πεζού λόγου, είναι συνδεδεμένα εφ� όρου ζωής με τη διάλεκτο στην οποία γεννήθηκαν! Ο ποιητής λοιπόν ήταν υποχρεωμένος ανεξαρτήτως του τόπου της καταγωγής του να συνθέτει στη διάλεκτο του είδους που καλλιεργούσε. Ο χορικός επί παραδείγματι και αν ακόμη ήταν Ίωνας ή Βοιωτός έγραφε στα δωρικά. Παρά το γεγονός ότι η διάλεκτος ήταν δεδομένη, ο ποιητής είχε την ευχέρεια να σφραγίσει το έργο του με το προσωπικό του ύφος. Όλες ωστόσο οι λογοτεχνικές διάλεκτοι είχαν πανελλήνια εμβέλεια ίσως επειδή ακριβώς ήταν τεχνητές. Έτσι ο Σπαρτιάτης πολεμιστής κατανοούσε ασφαλώς τις ελεγείες του Τυρταίου μολονότι είχαν συντεθεί στην Ιωνική διάλεκτο.
«Ο κόσμος γεννιέται. Ο Όμηρος τραγουδά» - λάθος. τα ομηρικά ποιήματα δεν είναι η τέχνη του ευγενούς πρωτόγονου, αλλά ένα πολυσύνθετο καλλιτέχνημα που συνιστά την κορύφωση μιας μακρόχρονης παράδοσης. Βάση του ομηρικού ιδιώματος είναι η Ιωνική, που εμπλουτίζεται με στοιχεία κυρίως από την Αιολική (η αρχική γλώσσα του έπους;), αλλά και από την Αρκαδοκυπριακή, ακόμη και από την Αττική διάλεκτο (εωσφόρος: ο Αυγερινός). Σημαντικό ποσοστό του επικού πλούτου (περίπου 9.000 λέξεις, εκ των οποίων 2.700 είναι άπαξ ευρημένα) είναι παραδοσιακό: κοσμητικά επίθετα, σπάνιες και δυσνόητες λέξεις («γλώσσαι») και λογότυποι, δηλαδή συμπλοκές λέξεων που απαντούν κατά κανόνα σε καθορισμένες θέσεις του στίχου. Λογοτυπικό χαρακτήρα έχουν και στίχοι ολόκληροι (ήμος δ' ήριγένεια φάνη ροδοδάκτυλος Ηώς) ή ακόμη και νοηματικές ενότητες, όπως είναι οι περιγραφές γευμάτων και οπλισμού των πολεμιστών. Η ομηρική λοιπόν διάλεκτος είναι μια γλώσσα τεχνητή (Kunstsprache») που δεν μιλήθηκε ποτέ, αλλά που στάθηκε το ανεξάντλητο θησαύρισμα για όλη τη μεταγενέστερη λογοτεχνία. Ο Αισχύλος θεωρούσε, προφανώς και από γλωσσική άποψη, τις τραγωδίες του ψίχουλα από τα πλούσια ομηρικά δείπνα. Ο Στησίχορος, ο Πλάτων, ακόμη και ο lουδαίος ιστοριογράφος Ιώσηπος (1ος αι. μ.Χ.) και πάμπολλοι άλλοι ήταν Ομήρου ζηλωτές.
Η θρηνωδία για τα χτυπήματα της μοίρας, η εμψύχωση του πολεμιστή που πορεύεται την ανεπίστροφο οδό της αρετής, οι. πολιτικές υποθήκες, ο έρωτας και οι χαρές του συμποσίου είναι τα θέματα της ελεγείας. Η γλώσσα της είναι η Ιωνική με πολλά επικά στοιχεία, αυτούσια ή μετασχηματισμένα.
Όσο καιρό το επίγραμμα είναι μνημειακό, χαράσσεται δηλαδή πάνω στον τάφο ή το ανάθημα, η γλώσσα του βασίζεται βέβαια στην επιχώρια διάλεκτο, αλλά για τις ανάγκες του μέτρου υιοθετεί και ορισμένους επικούς τύπους. Όταν όμως αποσπάται από το μνημείο και αποβαίνει αυτόνομο λογοτεχνικό είδος για απαγγελία σε κλειστό κύκλο επαϊόντων, τότε η γλώσσα του προσεγγίζει ακόμη πιο πολύ την Επική διάλεκτο.
Σε αντίθεση με την ελεγεία και το επίγραμμα, που είναι απότοκα του έπους από θεματολογική, γλωσσική και από μετρική άποψη (το ελεγειακό δίστιχο είναι παραλλαγή του εξαμέτρου), η ιαμβική ποίηση αρέσκεται στην ταπεινή θεματογραφία, η γλώσσα της δεν αφίσταται πολύ από την καθομιλουμένη Ιωνική, και το μέτρο της ακολουθεί το φυσικό ρυθμό εκφοράς του καθημερινού πεζού λόγου. Ενίοτε υιοθετεί και επικούς τύπους, αλλά πολύ συχνά καταφεύγει και στην αυχμηρή, απελέκητη και ζωηρή γλώσσα των λαϊκών στρωμάτων.
Η επική ποίηση απαγγελλόταν. Η εκφορά της ιαμβικής και ελεγειακής κατείχε ένα ενδιάμεσο στάδιο ανάμεσα στην απαγγελία και το τραγούδι. Με τον όρο «λυρική» οι Αλεξανδρινοί τουλάχιστον χαρακτήριζαν την ποίηση που συνοδευόταν από μουσική λύρας ή και αυλού. Το ένα είδος λυρικής ποίησης είναι το μέλος ή μονωδία (solo). Ο ποιητής κρούει τη λύρα του και τραγουδά σύντομες συνθέσεις εκφράζοντας τα μυχιαίτατα συναισθήματά του για τον έρωτα, την πολιτική, τη ζωή και το θάνατο. Η ποίηση αυτή είναι πολύ προσωπική και γι' αυτό το λόγο γλώσσα της είναι η επιχώρια διάλεκτος, η γλώσσα δηλαδή που ψέλλισε στην αγκαλιά της μητρός του ο ποιητής. Έτσι η Σαπφώ γράφει στα αιολικά της Λέσβου, η Κόριννα στα βοιωτικά, ο Ανακρέων στα ιωνικά. Εξυπακούεται πάντως ότι ο ποιητής είχε το χάρισμα από τον απέραντο λειμώνα του προφορικού λόγου να συλλέγει τα λεπτότερα και τα ευωδέστερα άνθη ή ακόμη και να μεταμορφώνει την τσουκνίδα σε μελίλωτο ανθεμώδη...
Το άλλο είδος, η χορική ποίηση είναι η πλήρης καλλιτεχνική έκφραση που συνδυάζει μουσική, χορό και τραγούδι. Το μεγαλόπρεπο και αυστηρό αυτό είδος προϋποθέτει υποταγή του ατόμου στο σύνολο και γι' αυτό το λόγο βλάστησε σε δωρικές περιοχές, αρχικά στη Σπάρτη. Η γλώσσα συνεπώς της χορικής ποίησης είναι η Δωρική, αλλά μια Δωρική που δεν μιλήθηκε ποτέ από τον τραχύ πολεμιστή της Σπάρτης και τον αιγοβοσκό των Μεγάρων. Πρόκειται για ένα ιδίωμα τεχνητό με βάση Δωρική, αλλά και με πολλές προσμίξεις από την Επικοϊωνική και την Αιολική. Το αιολικό στοιχείο είναι κατάλοιπο της επίδρασης που άσκησαν οι Λέσβιοι αοιδοί (Τέρπανδρος, Αρίων, κ.ά.) στη διαμόρφωση του χορικού άσματος. Φυσικά η υπερτοπική αυτή δωρίδα δεν είναι ενιαία. ο καθένας από τους μεγάλους χορικούς ποιητές (Αλκμάν, Στησίχορος, Ίβυκος, Πίνδαρος, Σιμωνίδης, Βακχυλίδης) εξευρίσκει τρόπους να διαφοροποιηθεί από τους ομοτέχνους-αντιτέχνους του: ο ένας προτιμά τον τύπο Μώσα, ο άλλος το Μοίσα, ο τρίτος το Μωα!
Την άνοιξη είναι οι μέρες οι σκληρές. Η φύση θάλλει, αλλά οι προμήθειες έχουν σχεδόν αναλωθεί, και η νέα σοδειά είναι όπως πάντα επισφαλής. Οι δυνάμεις των αγρών και ιδιαίτερα ο θεός «πάσης υγράς φύσεως», ο Διόνυσος, ήταν ανάγκη να τιμηθούν με οργιαστικούς χορούς και αυτοσχέδια άσεμνα τραγούδια. Στο διθύραμβο (το χορικό άσμα προς τιμήν του Διονύσου) που βλάστησε στην Πελοπόννησο αναζητούν πολλοί τις ρίζες της τραγωδίας. Το τρυφερό διφυές βλαστάρι που μεταφυτεύθηκε στην Αττική διατήρησε και όταν ακόμη είχε θεριέψει ίχνη από τα πρωταρχικά του γλωσσικά χαρακτηριστικά: την ιωνική απόχρωση στα διαλογικά μέρη και έναν έντονο δωρικό χρωματισμό στα χορικά. Στην πλήρη πάντως ανάπτυξή της η γλώσσα της τραγωδίας είναι ένα σεσοφισμένο τεχνούργημα. Στον διάλογο τον τόνο δίνει η εξελισσόμενη Αττική. Με τον καιρό η καθομιλουμένη διεκδικεί τα δικαιώματά της και σ' αυτό το σεμνοπρεπέστατο ποιητικό είδος. Όμως επειδή το βασικό θεματικό υλικό δεν το παρέχουν πια τα πάθη του Διονύσου («ουδέν πρός Διόνυσον»), αλλά τα ηρωικά έπη, είναι φυσικό στο στημόνι της Αττικής να επικάθεται το επικό (λεξιλογικό κυρίως) υφάδι. Ως διακοσμητικά μοτίβα απαντούν ιωνισμοί (ο ίαμβος άλλωστε, το μέτρο των διαλογικών μερών, είχε ιωνική προέλευση), κατά κανόνα λογοτεχνικοί υπαινιγμοί, και δωρισμοί - ένας τους μάλιστα βγάζει μάτι. το μη καθαρό μακρό α στη θέση του αττικού η. Η γλωσσική διαστρωμάτωση στα χορικά είναι ακόμη περιπλοκότερη. Πάντως εδώ το δωρικό χρώμα διατηρείται εντονότερο.
Την εύρεση της κωμωδίας διεκδικούσαν και οι Δωριείς. Ο Επίχαρμος ο Συρακούσιος, ένας ιατροφιλόσοφος πυθαγόρειας κατευθύνσεως, φαίνεται ότι περισυνέλεξε από τους δρόμους και τις αγορές την αυτοσχεδιαστική και χονδροειδή σικελική φάρσα και την ύψωσε «πολλά προσφιλοτεχνήσας» σε αυτόνομο λογοτεχνικό είδος. Τα θέματα της κατωιταλικής κωμωδίας είναι θεοί και ήρωες, ανθρώπινοι τύποι (ο παράσιτος, ο αγροίκος) και φιλοσοφικές ιδέες (Λόγος και Λογίνα). Σε εύρυθμο πεζό λόγο συνέθετε ο Σώφρων τους μίμους του, που θαύμασε και μιμήθηκε στους διαλόγους του ο Πλάτων. Η γλώσσα της κατωιταλικής κωμωδίας ήταν η δωρική Κοινά που είχε ως βάση της το ιδίωμα των Συρακουσών, της πολυπληθέστερης την κλασική εποχή ελληνικής πόλης. Η Κοινά αυτή παρουσίαζε σε σχέση με τα δωρικά της μητροπολιτικής Ελλάδας ορισμένες ιδιοτυπίες, γενικά όμως απέφευγε τους αρχαϊσμούς και έρρεπε προς την απλοποίηση.
Ο άνθρωπος του πλήθους θαυμάζει το υπερβάλλον τη νοημοσύνη του. Όμως για να γελάσει, το αστείο πρέπει να το κατανοεί παρευθύς. Η γλώσσα της αττικής κωμωδίας ελάχιστα διαφοροποιείται από την καθομιλουμένη της μεσαίας και ανώτερης τάξης. Από τη φύση της ωστόσο η κωμωδία είναι πανδέκτρια. Όλα είναι ευπρόσδεκτα: και τα μινυρίσματα των βρεφυλίων, και τα επιφωνήματα της γυναικούλας, και οι αρρητολογίες των πορνείων, και οι βαναυσολογίες του λιμανιού, αλλά και η σεμνολογία του έπους, (η «οφρυόεσσα αοιδή» της τραγωδίας) και οι λογοδαίδαλοι της υψηλής διανόησης. Έτσι το έργο του Αριστοφάνη και των άλλων κωμωδιογράφων βρίθει από κακέμφατα, βρισιές (έρρε ές κόρακας), αγοραίες εκφράσεις (ουδέ γρύ), υποκοριστικά (πυγίδιον), μεγεθυντικά -όλα εκείνα τα ηδύσματα του λόγου που προκαλούν αμηχανία στους γραμματοδιδασκάλους και στους εκπροσώπους των αρχών. Συχνότατα επίσης η κωμωδία εκμεταλλεύεται στο έπακρον τις ιδιοτυπίες των άλλων διαλέκτων και τα αξιοθρήνητα ελληνικούλια βαρβάρων και δούλων. Κορύφωση της αριστοφάνειας λογοπλασίας αποτελούν οι λέξεις-σαρανταποδαρούσες, οι ονοματοποιίες (βρεκεκεκέξ κοάξ κοάξ) και τα γλωσσικά τερατουργήματα του τύπου: πομφολυγοπάφλασμα!
Τις καθημερινές ανάγκες επικοινωνίας εξυπηρετεί κατά την αρχαϊκή εποχή η επιχώρια διάλεκτος. Τα κινήματα της ψυχής και τους μετεωρισμούς της φαντασίας αποτυπώνουν οι (τεχνητές) λογοτεχνικές διάλεκτοι, Ο έντεχνος πεζός λόγος, η τεχνουργημένη δηλαδή πρόζα, αναπτύσσεται για να καλύψει τις ανάγκες της φιλοσοφίας και της επιστήμης. Και επειδή οι δύο αυτοί τομείς του επιστητού αναmύχθηκαν στην Ιωνία, η γλώσσα του πρώιμου πεζού λόγου είναι η Κοινή Ιωνική, δηλαδή ο συγκερασμός των τοπικών διαλέκτων της ιωνικής δωδεκάπολης.
Η ιστοριογραφία έχει τις ρίζες της σε λαϊκές αφηγήσεις για «κτίσεις» πόλεών, σε γενεαλογικά δέντρα, σε κρατικά αρχεία, σε καταλόγους ολυμπιονικών (776 ο πρώτος), επωνύμων αρχόντων (638 ο πρώτος στην Αθήνα) και ιερέων. Πρώτος «λογογράφος» -έτσι επονομάζονται οι πρόδρομοι της ιστοριογραφίας- είναι ο Εκαταίος ο Μιλήσιος, που συνέγραψε σε ατόφια Ιωνική («ακράτω Ιάδι καί ού μεμιγμένη») γενεαλογίες και σχεδίασε ένα χάρτη της Γης. Αν και δεν ήταν Ίωνες εκ καταγωγής εντούτοις στην Ιωνική συνέγραψαν και ο Ακουσίλαος ο Αργείος και ο Αντίοχος ο Συρακόσιος και ο Ελλάνικος ο Μυτιληναίος.
Ο Ηρόδοτος, ο πατέρας της ιστοριογραφίας, δραματοποιεί σ' ένα έργο μεγάλης πνοής τη στρατιωτική και ιδεολογική σύγκρουση Ασίας και Ελλάδας. Η καλοκαγαθία του μέτρου και η ευνομία συντρίβουν την ύβρη και τον πλούτο της ασιατικής δεσποτείας. Το μέγεθος του εγχειρήματος απαιτεί σαφή διαφοροποίηση και από τη γλώσσα και από τον τρόπο γραφής (παρατακτική απλοϊκότητα) των λογογράφων. Ο ιστορικός υιοθετεί μια γλώσσα «μεμιγμένη» με βάση τη διάλεκτο της Μιλήτου. Ο αρχαίος πίνος προσδίδεται με ομηρισμούς και δάνεια από την τραγωδία. Η σύνταξη χωρίς να είναι συνεστραμμένη έχει επηρεαστεί από τα τεχνάσματα των σοφιστών.
Στην Ιωνική διατυπώνουν τις επιστημονικές τους ανακαλύψεις, τους αφορισμούς τους και τις διδαχές τους οι πρώτοι φυσιολόγοι και φιλόσοφοι, που είναι γνωστοί με τον συνοπτικό όρο Προσωκρατικοί. Ορισμένοι βέβαια απ' αυτούς (Εμπεδοκλής, Παρμενίδης, Ξενοφάνης) επιμένουν να φιλοσοφούν εμμέτρως. Στην Ιωνική έχουν συνταχθεί και οι ιατροφιλοσοφικές πραγματείες που συγκροτούν το «ιπποκρατικό σώμα», μολονότι ο αρχηγέτης της σχολής, ο Ιπποκράτης, κατάγεται από τη δωρική Κω. Η σαφήνεια, η λιτότητα και η ακριβολογία καθιστούν τη γλώσσα αυτή άριστο όργανο επιστημονικής έκθεσης.
Αρχικά λοιπόν η Ιωνική φαινόταν ότι συγκέντρωνε τις προϋποθέσεις να καθιερωθεί ως πανελλήνια γλώσσα του έντεχνου πεζού λόγου. Όμως η ραγδαία πολιτική και οικονομική ανάπτυξη των Αθηνών μετά τους Μηδικούς πολέμους δίνουν το προβάδισμα στην Αττική. Οι πρωτοπόροι τεχνίτες είναι αλλοδαποί: ο Θρασύβουλος ο Χαλκηδόνιος, που εισηγήθηκε τη ρυθμική διάρθρωση του λόγου σε κώλα (πιθανότατα κατά το πρότυπο των στροφικών συνθέσεων σε κώλα του Στησιχόρου του Ιμεραίου), ο Αναξαγόρας ο Κλαζομένιος και ο Γοργίας, ο Λεοντίνος, που κατέπληξε ως απεσταλμένος της πατρίδας του με τα ρητορικό του σχήματα (τα «γοργίεια») το αθηναϊκό κοινό.
Ο έντεχνος αττικός πεζός λόγος υπηρετεί τρία λογοτεχνικά είδη (και τις παραφυάδες τους), την ιστοριογραφία, τη φιλοσοφία και τη ρητορική. Ο Θουκυδίδης είναι ο θεμελιωτής της φιλοσόφου και επιστημονικής ιστοριογραφίας. Η γλώσσα του είναι η παλαιά ατθίδα, της οποiας κύρια χαρακτηριστικά είναι: ξυν αντί σύν, θάλασσα αντί θάλαπα, ές αντί είς, θαρσώ αντί θαρρώ. Ποτέ συγγραφέας δεν είπε τόσα πολλά και τόσο βαθυστόχαστα με τόσο λίγες λέξεις! Το ύφος του είναι άπλαστο, ανηθοποίητο, τραχύ, ασύμμετρο, πυκνό και ασαφές -τα γνωρίσματα εκείνα που προσιδιάζουν στον μεγαλοπρεπή και υψηλό χαρακτήρα του λόγου. Το ύφος αυτό ήταν σύμμετρο με το μέγεθοs και τη βαρύτητα του πολέμου που σπάραζε 'την Ελλάδα.
Υλικά γραφής: πάπυρος. Φύλλο παπύρου που διασώζει ένα απόσπασμα από τον "Αγώνα Ομήρου και Ησιόδου".Ο Ξενοφών θεωρείται ως «η αττική μέλισσα», αλλά τα αττικά του, ιδίως στο λεκτικό επίπεδο, θόλωσαν από το ξένο γλωσσικό περιβάλλον στο οποίο για μεγάλο διάστημα αναγκάστηκε λόγω των φιλολακωνικών του πεποιθήσεων να ζήσει Στο εκτεταμένο έργο του απαντούν στοιχεία που προαναγγέλλουν την Κοινή (αντί του έτι το ακμήν, ο πρόγονος του ακόμη).
Ο Πλάτων έβλεπε με καχυποψία τον μονοσήμαντο, απροστάτευτο και αφυδατωμένο γραπτό λόγο. Εντούτοις το έργο του είναι ένα από τα μνημειωδέστερα οικοδομήματα της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Κατά κανόνα μιμείται με χάρη και άνεση την καλλιεργημένη καθημερινή ομιλία, αποφεύγει τους εξεζητημένους τεχνικούς όρους και , διανθίζει τον λόγο του με ποιητικές εκφράσεις. Ανάλογα όμως με τις ανάγκες της διαγραφής των χαρακτήρων («ηθοποιΐα») ο φιλόσοφος επιλέγει ένα ύφος που προσιδιάζει είτε στη ρητορική, είτε στην έκφραση του σφοδρού πάθoυς, είτε στη συστηματική αφηρημένη διατύπωση των διανοουμένων, είτε στην ανειμένη αφήγηση των μυθολόγων, είτε στην ιερατική επισημότητα των χρησμωδών, είτε στην ξηρότητα και ακρίβεια των νομομαθών, είτε στον όγκο του διθυράμβου. «Αν ο Δίας ήθελε να μιλήσει στη γλώσσα των ανθρώπων, θα μιλούσε σαν τον Πλάτωνα», φρονεί ο Κικέρων (Πλούταρχος, Κικέρων, 24).
Για να μην επισύρει τα ποδοκροτήματα και τις αποδοκιμασίες του εξημμένου πλήθους, για να μην αποκοιμίσει τον δικαστή, για να είναι ο έπαινος ή ο ψόγος πειστικός, οφείλει ο ρήτορας να αγορεύει κατανοητά. Όλοι οι αττικοί ρήτορες φροντίζουν για την καθαρότητα και την ορθοέπεια του λόγου τους, γι' αυτό και αργότερα προκρίθηκαν ως υποδείγματα απέφθου αττικού λόγου. Ως άκρος χειριστής της Αττικής θεωρήθηκε ο Λυσίας, ο οποίος μάλιστα ως επαγγελματίας συντάκτης δικανικών κυρίως λόγων προσπαθούσε να μιμηθεί τα αττικά που έπρεπε να μιλά σύμφωνα με τη μόρφωση και την κοινωνική του προέλευση ο διάδικος. Η αττική ρητορική κορυφώνεται στον νευρώδη και ανυπότακτο στους κανόνες δημοσθενικό λόγο, όπου συνδυάζονται η εύροια, το πάθος, η δεινότητα και ο πικρός σαρκασμός για τη «ραθυμία» των συμπολιτών του ρήτορα. Ο Λογγίνος στο Περί Ύψους (κεφ. 12) προσεικάζει προσφυέστατα τον ρήτορα με κεραυνό που συμπαρασύρει τα πάντα στο πέρασμά του.
Την πολυπόθητη γλωσσική ενότητα του ελληνισμού προετοίμασαν για αιώνες οι εμπορικές συναλλαγές, οι αμφικτυονίες, οι συμμαχίες, οι πανελλήνιοι αγώνες, τα κοινά ιερά και, φυσικά, η λογοτεχνία. Όμως την αποφασιστική ώθηση για την ομογενοποίηση, την απλούστευση και τη σταθερότητα έδωσε η νέα τάξη πραγμάτων που επέβαλε η μακεδονική ηγεμονία. Η γλώσσα που θα αποτελέσει τη βάση της πανελλήνιας Κοινής δεν ήταν η φτωχή Μακεδονική διάλεκτος, αλλά η Αττική, την οποία η μακεδονική δυναστεία είχε υιοθετήσει ως επίσημη γλώσσα του βασιλείου.
Πηγή: http://www.abnet.agrino.org
»»» Μ. Κοπιδάκης
Ανάμεσα στα Ουράλια όρη και στην Κασπία θάλασσα, στην καρδιά της Ευρασίας, διαβιούσε μια φυλή πολυπληθής, που ήδη την 6η χιλιετία είχε ανέλθει σε υψηλό επίπεδο πολιτισμού. Οι Ινδοευρωπαίοι (έτσι ονομάτισαν κατά τον περασμένο αιώνα οι ερευνητές τον λαό που ανέσυραν από το φρέαρ της αβύσσου) είχαν εξημερώσει το σκυλί και με την αρωγή του το άλογο, το πρόβατο και το βόδι. Είχαν εφεύρει το δεκαδικό σύστημα και τον τροχό του κεραμέα, ίσως και της άμαξας. Οι βάρδοι τους για να διατηρήσουν «άφθιτον» το «κλέος» των πολεμιστών ύφαιναν μακρόπνοες ωδές. 'Όμως στις αρχές της 5ης χιλιετίας η φυλή αυτή άρχισε να διασπάται. Το δυτικότερο άκρο του ανύσματος προσήγγισε τις ακτές του Ατλαντικού. Από τους ευρωπαϊκούς λαούς μόνο οι Πρωτοβούλγαροι, οι Τούρκοι, οι Ούγγροι, οι Φινλανδοί, ίσως και οι Βάσκοι δεν είναι ινδοευρωπαϊκής καταγωγής. Το ανατολικότερο άκρο του ανύσματος εκτινάχθηκε ώς τις παρυφές των Ιμαλαΐων! Οι Arya (οι ευγενείς) συγκρότησαν στην Ινδία τον πυρήνα της αριστοκρατίας, η οποία εξελίχθηκε υπό την καθοδήγηση των Βραχμάνων στο κοινωνικό σύστημα της κάστας. Ένας κλάδος των Ινδοευρωπαίων, οι Έλληνες (το όνομα φυσικά είναι πολύ μεταγενέστερο), περιπλανήθηκε για αιώνες πολλούς στις πεδιάδες της κεντρικής Ευρώπης και της βόρειας Βαλκανικής. Όμως γύρω στο 2000 άρχισαν να κατέρχονται κατά κύματα προς το νότιο άκρο της χερσονήσου. Η Ελλάδα θα πρέπει να φάνηκε στις καταταλαιπωρημένες εκείνες πολεμικές φυλές ότι ήταν η χώρα που υμνούσαν οι ποιητές τους ως κατοικία των Μακάρων: σπάνιοι οι νιφετοί, ήπιοι οι άνεμοι και εκείνη η μαρμαρόεσσα αίγλη ολοχρονίς - το φως του Αιγαίου!
Η τμηματική διάσπαση της ινδοευρωπαϊκής φυλής επιτάxυνε και τη διαφοροποίηση της γλώσσας σε διαλέκτους. Η πρωτοελληνική διατήρησε αρκετά αρχαϊκότατα στοιχεία: την ποικιλία των φωνηέντων, την ευκινησία των όρων της πρότασης, την ευγονία στην παραγωγή και την ευκολία στη σύνθεση των λέξεων. Ανέπτυξε ωστόσο και νεοτερισμούς. Ως τελικά σύμφωνα αποδέχθηκε μόνο το ν, το Ρ και το σ (γάλα < γάλακτ, πρβλ. γενική γάλακτ-ος). Ο τόνος δεν ανερχόταν πέραν της προπαραλήγουσας (νόμος της τρισυλλαβίας). Οι οκτώ πτώσεις περιορίστηκαν σε πέντε, καθώς η τοπική και η οργανική αφομοιώθηκαν με τη δοτική και η γενική με την αφαιρετική. Σχημάτισε απαρέμφατα από όλα τα θέματα του ρήματος: λείπειν, λείψειν, λιπείν, λελοιπέναι! Τεχνούργησε την κομψότατη ευκτική του πλαγίου λόγου και την προσφιλέστατη στους χειριστές του έντεχνου λόγου γενική απόλυτο: δρυός πεσούσης πάς ανήρ ξυλεύεται. Στη χώρα που εισέβαλαν οι Έλληνες κατοικούσαν φιλόπονοι γεωργοί, ριψοκίνδυνοι πειρατές, «έμποροι με τους λογαριασμούς του λαβυρίνθου». οι Κάρες, οι Λέλεγες, οι Πελασγοί - με ένα όνομα: οι Προ-έλληνες. Βέβαια η κάθοδος δεν είχε πάντοτε το χαρακτήρα εισβολής. Ορθότερο είναι να μιλάμε για διείσδυση. Παμπάλαιοι μύθοι ιστορούν για τον γέροντα βασιλιά που καλεί τον ήρωα και τους συντρόφους του να υπερασπιστούν τη χώρα από ορδές βαρβάρων ή από τον αιμοδιψή δράκο. Ο ήρωας επιτελεί τον άθλο του και ως ανταμοιβή λαβαίνει σε γάμο τη βασιλοπούλα και το μισό ή και ολόκληρο το βασίλειο. Πάντως οι Έλληνες προσοικειώθηκαν τον εκλεπτυσμένο πολιτισμό των αυτοχθόνων, και κατά συνέπεια και τους όρους που εξέφραζαν τα πολιτιστικά τους επιτεύγματα: ειρήνη, βασιλεύς, πλίνθος, ασάμινθος. Πολλά προελληνικά τοπωνύμια διατηρήθηκαν: Μυκήναι, Αθήναι, Κόρινθος, Λυκαβηττός, Κρήτη, Λάρισα. Προελληνικά είναι και ορισμένα θεωνύμια: Αθηνά, Αφροδίτη, Ήφαιστος, κ.ά. Στους κατοπινούς αιώνες η ελληνική γλώσσα πλουτίζεται και με δάνεια από την Ανατολή: εβραϊκή προέλευση έχει ο χρυσός, και ο κακός (πρβλ. κάκκη: περιττώματα) φρυγική. Αν η δοσολογία είναι σωστή, το κράμα αποβαίνει ανθεκτικότερο από τα συστατικά του. Από τη μίξη των επήλυδων με τους αυτόχθονες προέκυψε το πολύτροπο, αγχινούστατο και ρωμαλέο εκείνο φύλο που δημιούργησε τον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό. Πώς ονομάζονταν οι επήλυδες στη νότια Βαλκανική; Τους πολεμιστές που μάχονται μπροστά στα τείχη της ανεμόδαρτης Τροίας ο Όμηρος τους αποκαλεί Δαναούς, Αργείους και συνηθέστερα Αχαιούς. Οι Έλληνες είναι μία από τις τρεις φυλές που συγκροτούν το εκστρατευτικό σώμα του Αχιλλέα (Ιλιάς, Β 684). Στα ομηρικά ποιήματα μνημονεύονται επίσης, από μια φορά, Ίωνες (Ιλιάς, Ν 685), Δωριείς (Οδύσσεια, τ 177) και Πανέλληνες (Ιλιάς, Β 530). Όμως οι στίχοι αυτοί θεωρούνται μεταγενέστερες προσθήκες. Ο Ησίοδος ωστόσο γνωρίζει ότι ο φιλοπόλεμος βασιλιάς "Έλλην" είχε τρεις γιους, τον Δώρο, τον Αίολο και τον Ξούθο (θετός γιος του Ξούθου ήταν ο Ίων, ο γενάρχης της ιωνικής φυλής). Ακόμη και σήμερα η άποψη του Ησιόδου για την τριμερή συνάρθρωση της ελληνικής φυλής (Δωριείς,. Αιολείς και Ίωνες) έχει θερμούς υποστηρικτές. Πρώτοι πιστεύεται ότι ήρθαν οι Ίωνες γύρω στα 2000 π.Χ., ύστερα οι Αιολείς γύρω στο 1700 και τελευταίοι (γύρω στο 1200 ή ακόμη και στα 1000) οι Δωριείς. Η κρατούσα πάντως άποψη είναι ότι η κάθοδος των ελληνικών φύλων συνετελέσθη σε δύο φάσεις: το πρώτο κύμα εισέδυσε σταδιακά ως την Πελοπόννησο και δημιούργησε τον Μυκηναϊκό πολιτισμό. Το δεύτερο κύμα παρέμεινε στη βορειοδυτική Ελλάδα απομονωμένο. Όταν ύστερα από αιώνες άρχισε να κατέρχεται και αυτό προς την Πελοπόννησο, οι εύθραυστες ισορροπίες των μυκηναϊκών κοινωνιών κατέρρευσαν, και η πολιτική πολυδιάσπαση είχε ως μοιραία συνέπεια την εσωτερική διαφοροποίηση και στις δύο ήδη διαφοροποιημένες διαλεκτικά ομάδες, την ανατολική και τη δυτική. Οι μετακινήσεις πληθυσμών, η γεωφυσική σύσταση της χώρας, που δυσχέραινε τις επικοινωνίες, οι συνεχείς προστριβές και το ισχυρό τοπικιστικό πνεύμα συνετέλεσαν ώστε ο διαλεκτικός κατακερματισμός να διατηρηθεί ώς την ελληνιστική εποχή, οπότε επικρατεί η πανελλήνια Κοινή, που είχε ως βάση την Αττική διάλεκτο. Την ανατολική ομάδα συγκροτούσαν η Ιωνική, η Αττική, η Αρκαδοκυπριακή και η Αιολική. Στη δυτική ομάδα εντάσσονταν η Δωρική, η Βορειοδυτική, η Μακεδονική και ορισμένες άλλες μικτού χαρακτήρα (της Αχαΐας, της Ίλιδας και της Παμφυλίας). Φυσικά και μέσα στις ίδιες τις διαλέκτους υπήρχαν διαφοροποιήσεις. ο γλωσσικός άτλαντας της αρχαιότητας είχε φύση πρωτεϊκή! Πρέπει ωστόσο να σημειωθεί ότι οι διαφοροποιήσεις των διαλέκτων ως προς το λεξιλόγιο και τη σύνταξη είναι περιορισμένες. Οι ουσιώδεις διαφορές αφορούν στην τυπολογία και ιδίως τη φωνολογία, Έχει πάντως υπολογιστεί ότι οι βασικές ισόγλωσσες (ισόγλωσση είναι η γραμμή πάνω στο γεωγραφικό χάρτη, στο εσωτερικό της οποίας απαντά το ίδιο γλωσσικό φαινόμενο) είναι περίπου είκοσι. 'Ένα παράδειγμα. ανάμεσα στο 1200 με 900 η lωνική μετατρέπει το ινδοευρωπαϊκό μακρό α σε η (μάτηρ> μήτηρ). 'Όλες οι άλλες διάλεκτοι (ακόμη και η Αττική μετά τα ρ, ι, ε, υ: ώρα) το διατηρούν αναλλοίωτο.
Χάρτης με την κατανομή των τεσσάρων διαλεκτικών ομάδων κατά την ιστορική περίοδο.
Την Ιωνική λοιπόν μιλούσαν στον Ωρωπό, την Εύβοια, τις Κυκλάδες, στην ιωνική δωδεκάπολη της μικρασιατικής ακτής και των κατέναντι νήσων (Χίος, Σάμος, κ.ά.), καθώς βέβαια και στις πολυπληθείς αποικίες αυτών των πόλεων. Οι Ίωνες ήταν φυλή ανήσυχη, ευκίνητη και καινοτόμος. Κατά συνέπεια και η διάλεκτος ήταν λιγότερο συντηρητική: αποσιώπηση του δίγαμμα (F), κατάργηση του δασέος πνεύματος και του δυϊκού.
Η Αττική, «η ανώτατη έκφραση του ανθρωπίνου γλωσσοπλαστικού δαιμονίου» (W. Schulze), δεν είναι ασφαλώς η πιο καλόβολη διάλεκτος. Η δυστροπία φαίνεται να είναι το δορυφόρημα της ομορφιάς. Η προφορά, τα πολυπληθή μόρια -το άλας του λόγου- και η ποικίλη δράση των σημασιολογικών προσαρμογών θα πρέπει να προκαλούσαν δέος στους αλλόγλωσσους. Ακόμη και ο Τύρταμος, που επονομάσθη Θεόφραστος για την ευγλωττία του, μολονότι και είχε ζήσει για χρόνια στην Αθήνα και καταγόταν από τη γειτονική Εύβοια, δεν ήταν σε θέση να μιμηθεί ανεπίληπτα την αττική προφορά. Τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της Αττικής είναι τα συμπλέγματα ττ αντί του σσ (θάλαττα, θάλαττα!) και ρρ αντί ρσ (άρρην αντί άρσην). Η λεγόμενη ωστόσο αττική σύνταξη (τά παιδία παίζει: το «παιδομάνι») απαντά ήδη στον Όμηρο και δεν πρέπει να θεωρηθεί ως ιδιομορφία διαλεκτική, αλλά υφολογική, όπως άλλωστε και το λεγόμενο αττικόν σχήμα (μάχομαι μάχην). Την Αιολική διάλεκτο μιλούσαν στη Θεσσαλία, στη Βοιωτία, στη Λέσβο και στην κατέναντι μικρασιατική ακτή. Η Λέσβος στάθηκε γενναιόδωρη στην παγκόσμια ποίηση: εκεί τραγουδούσαν τον γλυκύπικρο έρωτα η Σαπφώ και τον λαθικάδεα οίνον ο Αλκαίος.
Τοπωνύμια («Αχαιών ακτή»), μύθοι για κτίσεις πόλεων, όπως η ίδρυση της Πάφου από τον Αρκάδα Αγαπήνορα, αρχαιολογικά ευρήματα, αλλά προπάντων οι εντυπωσιακές ομοιότητες Κυπριακής και Αρκαδικής διαλέκτου (κάς: καί, -το καί είναι δωρικός τύπος που υιοθέτησαν και οι άλλες διάλεκτοι), μαρτυρούν ότι οι Αχαιοί είχαν αποικίσει και την Κύπρο. Με την κατάρρευση του μυκηναϊκού κόσμου η επικοινωνία διακόπηκε, και η Κυπριακή διαφοροποιήθηκε από την Αρκαδική. Οι δύο διάλεκτοι, που συγκροτούν την Αρκαδοκυπριακή (ή νότια Αχαϊκή) μας είναι γνωστές μόνο από επιγραφές, ιδιωτικές και δημόσιες, και από «γλώσσες» (λ.χ. κόρζα: καρδία, στην Κυπριακή) στους λεξικογράφους. Σε περιοχές της Κύπρου είχε χρησιμοποιηθεί για αιώνες και μετά την εισαγωγή του φοινικικού αλφαβήτου μία ατελής γραφή, το «κυπριακόν συλλαβάριον».
Η Δωρική μιλιόταν στο μεγαλύτερο μέρος της Πελοποννήσου, στη Μεγαρίδα, στα νησιά του νοτίου Αιγαίου (Κρήτη, Ρόδος, κ.ά.) στη μικρασιατική ακτή της Καρίας (Αλικαρνασσός, Κνίδος) και στις δωρικές αποικίες της Σικελίας και της Νότιας Ιταλίας. Η διατήρηση του ινδοευρωπαϊκού α (το πιο ανοικτό φωνήεν) προσέδιδε στη διάλεκτο έναν ανυπόφορο για το αττικό τουλάχιστον αυτί πλατυασμό: τάν κεφαλάν καί μην τάν γραμμάν! -η μνημειώδης παράκληση του Αρχιμήδη. Το πιο χαρακτηριστικό ωστόσο γνώρισμα είναι η κατάληξη του πρώτου πληθυντικού σε -μες αντί -μεν: νικώμες. 'Ένα από τα αρχαϊκότερα χαρακτηριστικά της Δωρικής είναι η διατήρηση του τ προ του ι: πέρυτι, είκοτι, δίδωτι. Η Δωρική διατήρησε πάμπολλους αρχαϊσμούς στο λεξιλόγιό της, επί παραδείγματι το ρήμα βλώσκω του οποίου η μετοχή αορίστου έμολον απαθανατίστηκε στο περίπυστο μολών λαβέ. Γενικά η Δωρική ήταν μια διάλεκτος βαριά, μονότονη, σταθερή και «αριστοκρατική» - κάτοπτρον της ψυχοσύστασης του λαού που τη μιλούσε.
Οι διάλεκτοι που μιλιόνταν στην Ήπειρο, Ακαρνανία, Αιτωλία, Λοκρίδα και Φωκίδα ονομάζονται με τον συλλογικό όρο Βορειοδυτική (ΒΔ). Ακόμη και το επιγραφικό υλικό (για λογοτεχνία ούτε λόγος) από τις περιοχές αυτές, που απέκτησαν μια παροδική σπουδαιότητα κατά την περίοδο της Αιτωλικής Συμπολιτείας, είναι περιορισμένο.
Μόνο οι Έλληνες είχαν δικαίωμα συμμετοχής στους Ολυμπιακούς αγώνες. Όταν ο Βασιλιάς της Μακεδονίας Αλέξανδρος ο Α' (494-454), ο οποίος είχε συνεπικουρήσει ποικιλοτρόπως τους Έλληνες κατά τους Μηδικούς πολέμους, θέλησε να αγωνισθεί στην Ολυμπία, οι αντίπαλοί του εναντιώθηκαν προφασιζόμενοι ότι ήταν βάρβαρος. Ο Αλέξανδρος, ωστόσο, απέδειξε στους Ελλανοδίκες ότι η γενιά του κρατούσε από το ’ργος και έλαβε μέρος στον αγώνα σταδίου. Οι ενστάσεις όμως αυτές, ο χαρακτηρισμός του Φιλίππου ως βαρβάρου από τον Δημοσθένη, οι ελάχιστες φωνολογικές κυρίως ιδιομορφίες της Μακεδονικής διαλέκτου (Βερενίκη, Βαλακρός, δάνος αντί Φερενίκη, φαλακρός, θάνατος), αλλά και πολιτικές σκοπιμότητες, παρέσυραν ένιους ερευνητές στην αμφισβήτηση της ελληνικότητας των Μακεδόνων και της γλώσσας τους. Όμως ήδη ο Γεώργιος Χατζιδάκις, αλλά και άλλοι επιφανείς γλωσσολόγοι και ιστορικοί, Έλληνες και ξένοι, απέδειξαν με αδιάσειστα επιχειρήματα ότι η Μακεδονική διάλεκτος ήταν ελληνική και μάλιστα συγγενής με τη ΒΔ. Οι Μακεδόνες, ένας κλάδος της δωρικής φυλής κατά τον Ηρόδοτο (Vl, 56 και VIII, 43), καθυπέταξαν θρακικά και ιλλυρικά φύλα και ήταν φυσικό να δεχθούν κάποιες επιδράσεις στη διάλεκτό τους από τις γλώσσες των κατακτημένων λαών.
Το 1952 ο αρχιτέκτονας Michael Ventris, ο οποίος είχε υπηρετήσει ως αποκρυπτογράφος της αγγλικής αντικατασκοπίας κατά τον Β' παγκόσμιο πόλεμο, άρχισε με τη συνεργασία του φιλολόγου John Chadwick να φωτίζει το μυστήριο των εγγράφων πήλινων πινακίδων, που είχαν ανακαλυφθεί στα μυκηναϊκά ανάκτορα της Κρήτης και της ηπειρωτικής Ελλάδας (1600-1250 π.Χ.). Οι αργιλώδεις αυτές πινακίδες διατηρήθηκαν εξαιτίας ακριβώς των εμπρησμών, που είχαν καταστρέψει τα κτίρια.
Η γραφή αυτή ονομάστηκε Γραμμική Β σε αντιδιαστολή με την αρχαιότερη Γραμμική Α, η οποία δεν έχει ακόμη αποκρυπτογραφηθεί. Η Γραμμική Β αποδίδει ατελέστατα (φαίνεται ότι είχε επινοηθεί για μια προελληνική γλώσσα) με 87 περίπου συλλαβογράμματα και αρκετά ιδεογράμματα μια διάλεκτο σχεδόν ενιαία σε όλα τα κέντρα του μυκηναϊκού πολιτισμού. Τα κείμενα είναι απλές απογραφές προσώπων (θεωνύμια, ανθρωπωνύμια), ζώων, αντικειμένων και προϊόντων, δηλαδή το αρχειακό υλικό της ανακτορικής γραφειοκρατίας. Από λογοτεχνικά έργα, αν είχαν καταγραφεί, δεν διασώζεται ούτε ένας στίχος. Η Μυκηναϊκή διάλεκτος, που μετά την κατάρρευση των μυκηναϊκών βασιλείων έπαψε να μιλιέται και να γράφεται, είναι συγγενής της Πρωτο-αρκαδοκυπριακής, αλλά παρουσιάζει και εντυπωσιακές ομοιότητες με τα ιωνικά και την τεχνητή διάλεκτο των ομηρικών επών. Η σημασία της για τη μελέτη της εξέλιξης της ελληνικής είναι μεγάλη, επειδή ακριβώς αντιπροσωπεύει, σε σύγκριση με τις άλλες διαλέκτους, ένα χρονολογικό επίπεδο κατά τέσσερις με πέντε αιώνες παλαιότερο.
Με την παρακμή του μυκηναϊκού πολιτισμού λησμονήθηκε και η τέχνη της γραφής. Κατά τους σκοτεινούς αιώνες (1200-750) μόνο στην περιφέρεια του ελληνικού κόσμου χρησιμοποιούσαν κάποια ατελή συστήματα γραφής, όπως το κυπριακό συλλαβάριο. Τη νέα, αλφαβητική, όμως, γραφή εισήγαγαν έμποροι (Κρήτες; Ρόδιοι; Κύπριοι; Μιλήσιοι;) πιθανότατα από τη Φοινίκη. Την καταγωγή του ελληνικού από το φοινικικό αλφάβητο μαρτυρούν οι ονομασίες (άλεφ > άλφα, κτλ.), η μορφή, η φωνητική αξία και η σειρά εμφανίσεως των γραμμάτων. Για τη φοινικική προέλευση συνηγορούν επίσης η μαρτυρία του Ηροδότου (V, 58-61), η κατεύθυνση της γραφής στα αρχαιότερα μνημεία (επί τά λαιά) και εμμέσως η γραφική ύλη, εφόσον στην αρχαϊκή εποχή δεν απαντούν επιγραφές σε πήλινες πινακίδες. Και ο τόπος και ο χρόνος εισαγωγής δεν μπορούν να προσδιοριστούν επακριβώς. Ως αρχαιότερες επιγραφές πάντως θεωρούνται η οινοχόη του Διπύλου (735-725) και το ποτήριον του Νέστορος (740-720).
Είναι πολύ πιθανό η παραλαβή να έγινε σχεδόν ταυτοχρόνως σε πολλές περιοχές του ελληνισμού, επειδή ακριβώς το αλφάβητο δεν εμφανίζεται ομοιόμορφο παντού. Φυσικά οι Έλληνες επέφεραν περιορισμένες, αλλά αποφασιστικής σημασίας τροποποιήσεις, η σημαντικότερη από τις οποίες ήταν η χρησιμοποίηση ορισμένων γραφημάτων για την απόδοση των φωνηέντων, που είναι (σε αντίθεση με τα σημιτικά) η βάση της γλώσσας τους. Έτσι στο ελληνικό αλφάβητο κάθε γράφημα αντιπροσωπεύει και ένα φθόγγο. Το νέο λοιπόν οικονομικότατο, ακριβέστατο (πιστή φωνητική απόδοση) και ευκολομάθητο σύστημα γραφής (ένα επίτευγμα του αναλυτικού πνεύματος των Ελλήνων!) απλώθηκε ταχύτατα σε όλες τις κοινωνικές τάξεις και δεν παρέμεινε ως τέχνη απόκρυφη, όπως στην Αίγυπτο, μιας κάστας γραφέων.
Ο προφορικός λόγος σαγήνευε τους Έλληνες. Οι στρατηγοί αγόρευαν και πριν και μετά τη μάχη (παραίνεση, επικήδειος). Οι πολιτικοί ονομάζονταν ρήτορες. Ακόμη και ο ομηρικός Όλυμπος ήταν μια θορυβώδης δημοκρατία. Έτσι ώς το τέλος της κλασικής εποχής οι φωνές διαμαρτυρίας δεν έλειψαν. Ο Πλάτων, ο Ισοκράτης, ο Αλκιδάμας και άλλοι στοχαστές καταδίκαζαν τη γραφή, επειδή πίστευαν ότι αδυνατίζει τη μνήμη και ότι αποδίδει μόνο κατά προσέγγιση τον ενδιάθετο λόγο. Εντούτοις η νέα αυτή εκρηκτική τεχνολογία είχε σε συνάρτηση με άλλους πολιτικοκοινωνικούς παράγοντες καθοριστικές επιπτώσεις σε καίριους τομείς της ζωής: υποκατέστησε με τον καιρό τη φυλετική εγκυκλοπαίδεια της συλλογικής μνήμης, που ήταν (επειδή δεν στηριζόταν στο μάτι, αλλά στο αυτί) επισφαλής και αναξιόπιστη, προώθησε την επιστήμη, επειδή το γραπτό κείμενο επιτρέπει τη συστηματική συναγωγή και τη συγκριτική ανάλυση του γνωστικού υλικού, συνεπικούρησε την κωδικοποίηση της νομοθεσίας οχυρώνοντας τους δημοκρατικούς θεσμούς, διευκόλυνε τις εμπορικές συναλλαγές, επέτρεψε και στα λαϊκά στρώματα να καρπωθούν τα αγαθά της εκπαίδευσης, περιόρισε τις διαλεκτικές διαφορές και τέλος βοήθησε στη διάδοση και στη διάσωση προπάντων της λογοτεχνίας. Όμως και μετά την εισαγωγή του αλφαβήτου η λογοτεχνία διατήρησε εν μέρει τον προφορικό της χαρακτήρα. συχνότατα η «δημοσίευση» ενός έργου συνίστατο στην απαγγελία και την απομνημόνευσή του από τους παρόντες.
Ακόμη και όταν ολοκληρώθηκε η κάθοδος των ελληνικών φυλών, η γλώσσα παρέμεινε κατατμημένη διαλέκτους. Ωστόσο οι διαφορές δεν δυσχέραιναν τη συνεννόηση ανάμεσα στις ποικίλες διαλεκτικές ομάδες. Οι έφοροι της Σπάρτης για παράδειγμα ενδέχεται να δυσφορούσαν με τη ρητορική εκζήτηση και την πολυλογία των Αθηναίων πρεσβευτών, αλλά πάντως κατανοούσαν αν είχαν τεταμένη την προσοχή τους, πλήρως τα αττικά, και αντιστρόφως. Οι παρεξηγήσεις φυσικά υπερτονίζονταν από τους κωμωδιογράφοuς.
Διαφορές άλλου είδους ωστόσο υπήρχαν και ανάμεσα στους ομόγλωσσους. Η κοινωνική προέλευση, το μορφωτικό επίπεδο, το επιτήδευμα, ακόμη και το φύλο προσδιόριζαν το επίπεδο χρήσης της γλώσσας. Ασφαλώς δεν μιλούσαν με τον ίδιο τρόπο ο αστός και ο χωρικός, η ιέρεια και η πόρνη, ο σοφιστής και ο ιχθυοπώλης, η έγκλειστη στο γυναικωνίτη και ο ρήτορας. «Απόσταση ασφαλείας» από τον φυσικό λόγο τηρούσε και η γλώσσα της κρατικής γραφειοκρατίας. Το λεξιλόγιο της γλώσσας του κράτους (νόμοι, ψηφίσματα, συνθήκες) ήταν αρχαιοπινές, η τυπολογία αρχαϊκή, η σύνταξη βαρειά και περίπλοκη. Πάντοτε η γλώσσα της εξουσίας είναι άκαμπτη, παγερή, απρόσωπη και κανονιστική.
Υλικά γραφής: μάρμαρο.Το μοιραίο ψήφισμα του Δήμου Αθηναίων για την προετοιμασία της Σικελικής εκστρατείας (415 π.Χ.).Του έντεχνου πεζού λόγου, που εκφράζοντας ιδέες απευθύνεται στη διάνοια, προηγείται η ποίηση που εκμεταλλευόμενη τη μουσικότητα των λέξεων αποκαλύmει συναισθήματα και σαγηνεύει την ψυχή. Η ποίηση υπακούει βέβαια σε αυστηρούς μορφικούς κανόνες, αλλά η στάση της έναντι της καθομιλουμένης είναι αυθάδης: συστέλλει ή διαστέλλει το σημασιολογικό εύρος των λέξεων, επινοεί αλλόκοτες ονοματοποιίες, αρέσκεται σε εκφραστικούς πρωτογονισμούς (μετωνυμίες, μεταφορές), ανασύρει από τη λήθη αραχνιασμένα λεξίδια, υπονομεύει τις παγιωμένες συντακτικές δομές, μεταλλάσσει ακόμη και την τυπολογία. Από τον 8ο αι. αρχίζουν να εμφανίζονται τα διάφορα είδη της ποίησης. Οι δημιουργoί τους είναι πλέον επώνυμοι, αλλά τουλάχιστον οι επικοί και οι Λυρικοί οφείλουν πολλά στους ανώνυμους προπάτορες της λαϊκής παράδοσης. Στην ελληνική ποίηση παρουσιάζεται τούτο το ανεπανάληπτο στην παγκόσμια λογοτεχνία: εξαιρέσει του μέλους και εν μέρει του επιγράμματος τα ποιητικά είδη, καθώς και ορισμένα του πεζού λόγου, είναι συνδεδεμένα εφ� όρου ζωής με τη διάλεκτο στην οποία γεννήθηκαν! Ο ποιητής λοιπόν ήταν υποχρεωμένος ανεξαρτήτως του τόπου της καταγωγής του να συνθέτει στη διάλεκτο του είδους που καλλιεργούσε. Ο χορικός επί παραδείγματι και αν ακόμη ήταν Ίωνας ή Βοιωτός έγραφε στα δωρικά. Παρά το γεγονός ότι η διάλεκτος ήταν δεδομένη, ο ποιητής είχε την ευχέρεια να σφραγίσει το έργο του με το προσωπικό του ύφος. Όλες ωστόσο οι λογοτεχνικές διάλεκτοι είχαν πανελλήνια εμβέλεια ίσως επειδή ακριβώς ήταν τεχνητές. Έτσι ο Σπαρτιάτης πολεμιστής κατανοούσε ασφαλώς τις ελεγείες του Τυρταίου μολονότι είχαν συντεθεί στην Ιωνική διάλεκτο.
«Ο κόσμος γεννιέται. Ο Όμηρος τραγουδά» - λάθος. τα ομηρικά ποιήματα δεν είναι η τέχνη του ευγενούς πρωτόγονου, αλλά ένα πολυσύνθετο καλλιτέχνημα που συνιστά την κορύφωση μιας μακρόχρονης παράδοσης. Βάση του ομηρικού ιδιώματος είναι η Ιωνική, που εμπλουτίζεται με στοιχεία κυρίως από την Αιολική (η αρχική γλώσσα του έπους;), αλλά και από την Αρκαδοκυπριακή, ακόμη και από την Αττική διάλεκτο (εωσφόρος: ο Αυγερινός). Σημαντικό ποσοστό του επικού πλούτου (περίπου 9.000 λέξεις, εκ των οποίων 2.700 είναι άπαξ ευρημένα) είναι παραδοσιακό: κοσμητικά επίθετα, σπάνιες και δυσνόητες λέξεις («γλώσσαι») και λογότυποι, δηλαδή συμπλοκές λέξεων που απαντούν κατά κανόνα σε καθορισμένες θέσεις του στίχου. Λογοτυπικό χαρακτήρα έχουν και στίχοι ολόκληροι (ήμος δ' ήριγένεια φάνη ροδοδάκτυλος Ηώς) ή ακόμη και νοηματικές ενότητες, όπως είναι οι περιγραφές γευμάτων και οπλισμού των πολεμιστών. Η ομηρική λοιπόν διάλεκτος είναι μια γλώσσα τεχνητή (Kunstsprache») που δεν μιλήθηκε ποτέ, αλλά που στάθηκε το ανεξάντλητο θησαύρισμα για όλη τη μεταγενέστερη λογοτεχνία. Ο Αισχύλος θεωρούσε, προφανώς και από γλωσσική άποψη, τις τραγωδίες του ψίχουλα από τα πλούσια ομηρικά δείπνα. Ο Στησίχορος, ο Πλάτων, ακόμη και ο lουδαίος ιστοριογράφος Ιώσηπος (1ος αι. μ.Χ.) και πάμπολλοι άλλοι ήταν Ομήρου ζηλωτές.
Η θρηνωδία για τα χτυπήματα της μοίρας, η εμψύχωση του πολεμιστή που πορεύεται την ανεπίστροφο οδό της αρετής, οι. πολιτικές υποθήκες, ο έρωτας και οι χαρές του συμποσίου είναι τα θέματα της ελεγείας. Η γλώσσα της είναι η Ιωνική με πολλά επικά στοιχεία, αυτούσια ή μετασχηματισμένα.
Όσο καιρό το επίγραμμα είναι μνημειακό, χαράσσεται δηλαδή πάνω στον τάφο ή το ανάθημα, η γλώσσα του βασίζεται βέβαια στην επιχώρια διάλεκτο, αλλά για τις ανάγκες του μέτρου υιοθετεί και ορισμένους επικούς τύπους. Όταν όμως αποσπάται από το μνημείο και αποβαίνει αυτόνομο λογοτεχνικό είδος για απαγγελία σε κλειστό κύκλο επαϊόντων, τότε η γλώσσα του προσεγγίζει ακόμη πιο πολύ την Επική διάλεκτο.
Σε αντίθεση με την ελεγεία και το επίγραμμα, που είναι απότοκα του έπους από θεματολογική, γλωσσική και από μετρική άποψη (το ελεγειακό δίστιχο είναι παραλλαγή του εξαμέτρου), η ιαμβική ποίηση αρέσκεται στην ταπεινή θεματογραφία, η γλώσσα της δεν αφίσταται πολύ από την καθομιλουμένη Ιωνική, και το μέτρο της ακολουθεί το φυσικό ρυθμό εκφοράς του καθημερινού πεζού λόγου. Ενίοτε υιοθετεί και επικούς τύπους, αλλά πολύ συχνά καταφεύγει και στην αυχμηρή, απελέκητη και ζωηρή γλώσσα των λαϊκών στρωμάτων.
Η επική ποίηση απαγγελλόταν. Η εκφορά της ιαμβικής και ελεγειακής κατείχε ένα ενδιάμεσο στάδιο ανάμεσα στην απαγγελία και το τραγούδι. Με τον όρο «λυρική» οι Αλεξανδρινοί τουλάχιστον χαρακτήριζαν την ποίηση που συνοδευόταν από μουσική λύρας ή και αυλού. Το ένα είδος λυρικής ποίησης είναι το μέλος ή μονωδία (solo). Ο ποιητής κρούει τη λύρα του και τραγουδά σύντομες συνθέσεις εκφράζοντας τα μυχιαίτατα συναισθήματά του για τον έρωτα, την πολιτική, τη ζωή και το θάνατο. Η ποίηση αυτή είναι πολύ προσωπική και γι' αυτό το λόγο γλώσσα της είναι η επιχώρια διάλεκτος, η γλώσσα δηλαδή που ψέλλισε στην αγκαλιά της μητρός του ο ποιητής. Έτσι η Σαπφώ γράφει στα αιολικά της Λέσβου, η Κόριννα στα βοιωτικά, ο Ανακρέων στα ιωνικά. Εξυπακούεται πάντως ότι ο ποιητής είχε το χάρισμα από τον απέραντο λειμώνα του προφορικού λόγου να συλλέγει τα λεπτότερα και τα ευωδέστερα άνθη ή ακόμη και να μεταμορφώνει την τσουκνίδα σε μελίλωτο ανθεμώδη...
Το άλλο είδος, η χορική ποίηση είναι η πλήρης καλλιτεχνική έκφραση που συνδυάζει μουσική, χορό και τραγούδι. Το μεγαλόπρεπο και αυστηρό αυτό είδος προϋποθέτει υποταγή του ατόμου στο σύνολο και γι' αυτό το λόγο βλάστησε σε δωρικές περιοχές, αρχικά στη Σπάρτη. Η γλώσσα συνεπώς της χορικής ποίησης είναι η Δωρική, αλλά μια Δωρική που δεν μιλήθηκε ποτέ από τον τραχύ πολεμιστή της Σπάρτης και τον αιγοβοσκό των Μεγάρων. Πρόκειται για ένα ιδίωμα τεχνητό με βάση Δωρική, αλλά και με πολλές προσμίξεις από την Επικοϊωνική και την Αιολική. Το αιολικό στοιχείο είναι κατάλοιπο της επίδρασης που άσκησαν οι Λέσβιοι αοιδοί (Τέρπανδρος, Αρίων, κ.ά.) στη διαμόρφωση του χορικού άσματος. Φυσικά η υπερτοπική αυτή δωρίδα δεν είναι ενιαία. ο καθένας από τους μεγάλους χορικούς ποιητές (Αλκμάν, Στησίχορος, Ίβυκος, Πίνδαρος, Σιμωνίδης, Βακχυλίδης) εξευρίσκει τρόπους να διαφοροποιηθεί από τους ομοτέχνους-αντιτέχνους του: ο ένας προτιμά τον τύπο Μώσα, ο άλλος το Μοίσα, ο τρίτος το Μωα!
Την άνοιξη είναι οι μέρες οι σκληρές. Η φύση θάλλει, αλλά οι προμήθειες έχουν σχεδόν αναλωθεί, και η νέα σοδειά είναι όπως πάντα επισφαλής. Οι δυνάμεις των αγρών και ιδιαίτερα ο θεός «πάσης υγράς φύσεως», ο Διόνυσος, ήταν ανάγκη να τιμηθούν με οργιαστικούς χορούς και αυτοσχέδια άσεμνα τραγούδια. Στο διθύραμβο (το χορικό άσμα προς τιμήν του Διονύσου) που βλάστησε στην Πελοπόννησο αναζητούν πολλοί τις ρίζες της τραγωδίας. Το τρυφερό διφυές βλαστάρι που μεταφυτεύθηκε στην Αττική διατήρησε και όταν ακόμη είχε θεριέψει ίχνη από τα πρωταρχικά του γλωσσικά χαρακτηριστικά: την ιωνική απόχρωση στα διαλογικά μέρη και έναν έντονο δωρικό χρωματισμό στα χορικά. Στην πλήρη πάντως ανάπτυξή της η γλώσσα της τραγωδίας είναι ένα σεσοφισμένο τεχνούργημα. Στον διάλογο τον τόνο δίνει η εξελισσόμενη Αττική. Με τον καιρό η καθομιλουμένη διεκδικεί τα δικαιώματά της και σ' αυτό το σεμνοπρεπέστατο ποιητικό είδος. Όμως επειδή το βασικό θεματικό υλικό δεν το παρέχουν πια τα πάθη του Διονύσου («ουδέν πρός Διόνυσον»), αλλά τα ηρωικά έπη, είναι φυσικό στο στημόνι της Αττικής να επικάθεται το επικό (λεξιλογικό κυρίως) υφάδι. Ως διακοσμητικά μοτίβα απαντούν ιωνισμοί (ο ίαμβος άλλωστε, το μέτρο των διαλογικών μερών, είχε ιωνική προέλευση), κατά κανόνα λογοτεχνικοί υπαινιγμοί, και δωρισμοί - ένας τους μάλιστα βγάζει μάτι. το μη καθαρό μακρό α στη θέση του αττικού η. Η γλωσσική διαστρωμάτωση στα χορικά είναι ακόμη περιπλοκότερη. Πάντως εδώ το δωρικό χρώμα διατηρείται εντονότερο.
Την εύρεση της κωμωδίας διεκδικούσαν και οι Δωριείς. Ο Επίχαρμος ο Συρακούσιος, ένας ιατροφιλόσοφος πυθαγόρειας κατευθύνσεως, φαίνεται ότι περισυνέλεξε από τους δρόμους και τις αγορές την αυτοσχεδιαστική και χονδροειδή σικελική φάρσα και την ύψωσε «πολλά προσφιλοτεχνήσας» σε αυτόνομο λογοτεχνικό είδος. Τα θέματα της κατωιταλικής κωμωδίας είναι θεοί και ήρωες, ανθρώπινοι τύποι (ο παράσιτος, ο αγροίκος) και φιλοσοφικές ιδέες (Λόγος και Λογίνα). Σε εύρυθμο πεζό λόγο συνέθετε ο Σώφρων τους μίμους του, που θαύμασε και μιμήθηκε στους διαλόγους του ο Πλάτων. Η γλώσσα της κατωιταλικής κωμωδίας ήταν η δωρική Κοινά που είχε ως βάση της το ιδίωμα των Συρακουσών, της πολυπληθέστερης την κλασική εποχή ελληνικής πόλης. Η Κοινά αυτή παρουσίαζε σε σχέση με τα δωρικά της μητροπολιτικής Ελλάδας ορισμένες ιδιοτυπίες, γενικά όμως απέφευγε τους αρχαϊσμούς και έρρεπε προς την απλοποίηση.
Ο άνθρωπος του πλήθους θαυμάζει το υπερβάλλον τη νοημοσύνη του. Όμως για να γελάσει, το αστείο πρέπει να το κατανοεί παρευθύς. Η γλώσσα της αττικής κωμωδίας ελάχιστα διαφοροποιείται από την καθομιλουμένη της μεσαίας και ανώτερης τάξης. Από τη φύση της ωστόσο η κωμωδία είναι πανδέκτρια. Όλα είναι ευπρόσδεκτα: και τα μινυρίσματα των βρεφυλίων, και τα επιφωνήματα της γυναικούλας, και οι αρρητολογίες των πορνείων, και οι βαναυσολογίες του λιμανιού, αλλά και η σεμνολογία του έπους, (η «οφρυόεσσα αοιδή» της τραγωδίας) και οι λογοδαίδαλοι της υψηλής διανόησης. Έτσι το έργο του Αριστοφάνη και των άλλων κωμωδιογράφων βρίθει από κακέμφατα, βρισιές (έρρε ές κόρακας), αγοραίες εκφράσεις (ουδέ γρύ), υποκοριστικά (πυγίδιον), μεγεθυντικά -όλα εκείνα τα ηδύσματα του λόγου που προκαλούν αμηχανία στους γραμματοδιδασκάλους και στους εκπροσώπους των αρχών. Συχνότατα επίσης η κωμωδία εκμεταλλεύεται στο έπακρον τις ιδιοτυπίες των άλλων διαλέκτων και τα αξιοθρήνητα ελληνικούλια βαρβάρων και δούλων. Κορύφωση της αριστοφάνειας λογοπλασίας αποτελούν οι λέξεις-σαρανταποδαρούσες, οι ονοματοποιίες (βρεκεκεκέξ κοάξ κοάξ) και τα γλωσσικά τερατουργήματα του τύπου: πομφολυγοπάφλασμα!
Τις καθημερινές ανάγκες επικοινωνίας εξυπηρετεί κατά την αρχαϊκή εποχή η επιχώρια διάλεκτος. Τα κινήματα της ψυχής και τους μετεωρισμούς της φαντασίας αποτυπώνουν οι (τεχνητές) λογοτεχνικές διάλεκτοι, Ο έντεχνος πεζός λόγος, η τεχνουργημένη δηλαδή πρόζα, αναπτύσσεται για να καλύψει τις ανάγκες της φιλοσοφίας και της επιστήμης. Και επειδή οι δύο αυτοί τομείς του επιστητού αναmύχθηκαν στην Ιωνία, η γλώσσα του πρώιμου πεζού λόγου είναι η Κοινή Ιωνική, δηλαδή ο συγκερασμός των τοπικών διαλέκτων της ιωνικής δωδεκάπολης.
Η ιστοριογραφία έχει τις ρίζες της σε λαϊκές αφηγήσεις για «κτίσεις» πόλεών, σε γενεαλογικά δέντρα, σε κρατικά αρχεία, σε καταλόγους ολυμπιονικών (776 ο πρώτος), επωνύμων αρχόντων (638 ο πρώτος στην Αθήνα) και ιερέων. Πρώτος «λογογράφος» -έτσι επονομάζονται οι πρόδρομοι της ιστοριογραφίας- είναι ο Εκαταίος ο Μιλήσιος, που συνέγραψε σε ατόφια Ιωνική («ακράτω Ιάδι καί ού μεμιγμένη») γενεαλογίες και σχεδίασε ένα χάρτη της Γης. Αν και δεν ήταν Ίωνες εκ καταγωγής εντούτοις στην Ιωνική συνέγραψαν και ο Ακουσίλαος ο Αργείος και ο Αντίοχος ο Συρακόσιος και ο Ελλάνικος ο Μυτιληναίος.
Ο Ηρόδοτος, ο πατέρας της ιστοριογραφίας, δραματοποιεί σ' ένα έργο μεγάλης πνοής τη στρατιωτική και ιδεολογική σύγκρουση Ασίας και Ελλάδας. Η καλοκαγαθία του μέτρου και η ευνομία συντρίβουν την ύβρη και τον πλούτο της ασιατικής δεσποτείας. Το μέγεθος του εγχειρήματος απαιτεί σαφή διαφοροποίηση και από τη γλώσσα και από τον τρόπο γραφής (παρατακτική απλοϊκότητα) των λογογράφων. Ο ιστορικός υιοθετεί μια γλώσσα «μεμιγμένη» με βάση τη διάλεκτο της Μιλήτου. Ο αρχαίος πίνος προσδίδεται με ομηρισμούς και δάνεια από την τραγωδία. Η σύνταξη χωρίς να είναι συνεστραμμένη έχει επηρεαστεί από τα τεχνάσματα των σοφιστών.
Στην Ιωνική διατυπώνουν τις επιστημονικές τους ανακαλύψεις, τους αφορισμούς τους και τις διδαχές τους οι πρώτοι φυσιολόγοι και φιλόσοφοι, που είναι γνωστοί με τον συνοπτικό όρο Προσωκρατικοί. Ορισμένοι βέβαια απ' αυτούς (Εμπεδοκλής, Παρμενίδης, Ξενοφάνης) επιμένουν να φιλοσοφούν εμμέτρως. Στην Ιωνική έχουν συνταχθεί και οι ιατροφιλοσοφικές πραγματείες που συγκροτούν το «ιπποκρατικό σώμα», μολονότι ο αρχηγέτης της σχολής, ο Ιπποκράτης, κατάγεται από τη δωρική Κω. Η σαφήνεια, η λιτότητα και η ακριβολογία καθιστούν τη γλώσσα αυτή άριστο όργανο επιστημονικής έκθεσης.
Αρχικά λοιπόν η Ιωνική φαινόταν ότι συγκέντρωνε τις προϋποθέσεις να καθιερωθεί ως πανελλήνια γλώσσα του έντεχνου πεζού λόγου. Όμως η ραγδαία πολιτική και οικονομική ανάπτυξη των Αθηνών μετά τους Μηδικούς πολέμους δίνουν το προβάδισμα στην Αττική. Οι πρωτοπόροι τεχνίτες είναι αλλοδαποί: ο Θρασύβουλος ο Χαλκηδόνιος, που εισηγήθηκε τη ρυθμική διάρθρωση του λόγου σε κώλα (πιθανότατα κατά το πρότυπο των στροφικών συνθέσεων σε κώλα του Στησιχόρου του Ιμεραίου), ο Αναξαγόρας ο Κλαζομένιος και ο Γοργίας, ο Λεοντίνος, που κατέπληξε ως απεσταλμένος της πατρίδας του με τα ρητορικό του σχήματα (τα «γοργίεια») το αθηναϊκό κοινό.
Ο έντεχνος αττικός πεζός λόγος υπηρετεί τρία λογοτεχνικά είδη (και τις παραφυάδες τους), την ιστοριογραφία, τη φιλοσοφία και τη ρητορική. Ο Θουκυδίδης είναι ο θεμελιωτής της φιλοσόφου και επιστημονικής ιστοριογραφίας. Η γλώσσα του είναι η παλαιά ατθίδα, της οποiας κύρια χαρακτηριστικά είναι: ξυν αντί σύν, θάλασσα αντί θάλαπα, ές αντί είς, θαρσώ αντί θαρρώ. Ποτέ συγγραφέας δεν είπε τόσα πολλά και τόσο βαθυστόχαστα με τόσο λίγες λέξεις! Το ύφος του είναι άπλαστο, ανηθοποίητο, τραχύ, ασύμμετρο, πυκνό και ασαφές -τα γνωρίσματα εκείνα που προσιδιάζουν στον μεγαλοπρεπή και υψηλό χαρακτήρα του λόγου. Το ύφος αυτό ήταν σύμμετρο με το μέγεθοs και τη βαρύτητα του πολέμου που σπάραζε 'την Ελλάδα.
Υλικά γραφής: πάπυρος. Φύλλο παπύρου που διασώζει ένα απόσπασμα από τον "Αγώνα Ομήρου και Ησιόδου".Ο Ξενοφών θεωρείται ως «η αττική μέλισσα», αλλά τα αττικά του, ιδίως στο λεκτικό επίπεδο, θόλωσαν από το ξένο γλωσσικό περιβάλλον στο οποίο για μεγάλο διάστημα αναγκάστηκε λόγω των φιλολακωνικών του πεποιθήσεων να ζήσει Στο εκτεταμένο έργο του απαντούν στοιχεία που προαναγγέλλουν την Κοινή (αντί του έτι το ακμήν, ο πρόγονος του ακόμη).
Ο Πλάτων έβλεπε με καχυποψία τον μονοσήμαντο, απροστάτευτο και αφυδατωμένο γραπτό λόγο. Εντούτοις το έργο του είναι ένα από τα μνημειωδέστερα οικοδομήματα της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Κατά κανόνα μιμείται με χάρη και άνεση την καλλιεργημένη καθημερινή ομιλία, αποφεύγει τους εξεζητημένους τεχνικούς όρους και , διανθίζει τον λόγο του με ποιητικές εκφράσεις. Ανάλογα όμως με τις ανάγκες της διαγραφής των χαρακτήρων («ηθοποιΐα») ο φιλόσοφος επιλέγει ένα ύφος που προσιδιάζει είτε στη ρητορική, είτε στην έκφραση του σφοδρού πάθoυς, είτε στη συστηματική αφηρημένη διατύπωση των διανοουμένων, είτε στην ανειμένη αφήγηση των μυθολόγων, είτε στην ιερατική επισημότητα των χρησμωδών, είτε στην ξηρότητα και ακρίβεια των νομομαθών, είτε στον όγκο του διθυράμβου. «Αν ο Δίας ήθελε να μιλήσει στη γλώσσα των ανθρώπων, θα μιλούσε σαν τον Πλάτωνα», φρονεί ο Κικέρων (Πλούταρχος, Κικέρων, 24).
Για να μην επισύρει τα ποδοκροτήματα και τις αποδοκιμασίες του εξημμένου πλήθους, για να μην αποκοιμίσει τον δικαστή, για να είναι ο έπαινος ή ο ψόγος πειστικός, οφείλει ο ρήτορας να αγορεύει κατανοητά. Όλοι οι αττικοί ρήτορες φροντίζουν για την καθαρότητα και την ορθοέπεια του λόγου τους, γι' αυτό και αργότερα προκρίθηκαν ως υποδείγματα απέφθου αττικού λόγου. Ως άκρος χειριστής της Αττικής θεωρήθηκε ο Λυσίας, ο οποίος μάλιστα ως επαγγελματίας συντάκτης δικανικών κυρίως λόγων προσπαθούσε να μιμηθεί τα αττικά που έπρεπε να μιλά σύμφωνα με τη μόρφωση και την κοινωνική του προέλευση ο διάδικος. Η αττική ρητορική κορυφώνεται στον νευρώδη και ανυπότακτο στους κανόνες δημοσθενικό λόγο, όπου συνδυάζονται η εύροια, το πάθος, η δεινότητα και ο πικρός σαρκασμός για τη «ραθυμία» των συμπολιτών του ρήτορα. Ο Λογγίνος στο Περί Ύψους (κεφ. 12) προσεικάζει προσφυέστατα τον ρήτορα με κεραυνό που συμπαρασύρει τα πάντα στο πέρασμά του.
Την πολυπόθητη γλωσσική ενότητα του ελληνισμού προετοίμασαν για αιώνες οι εμπορικές συναλλαγές, οι αμφικτυονίες, οι συμμαχίες, οι πανελλήνιοι αγώνες, τα κοινά ιερά και, φυσικά, η λογοτεχνία. Όμως την αποφασιστική ώθηση για την ομογενοποίηση, την απλούστευση και τη σταθερότητα έδωσε η νέα τάξη πραγμάτων που επέβαλε η μακεδονική ηγεμονία. Η γλώσσα που θα αποτελέσει τη βάση της πανελλήνιας Κοινής δεν ήταν η φτωχή Μακεδονική διάλεκτος, αλλά η Αττική, την οποία η μακεδονική δυναστεία είχε υιοθετήσει ως επίσημη γλώσσα του βασιλείου.
Πηγή: http://www.abnet.agrino.org
Θέματα ετυμολογικής ορθογραφίας
»» Βασίλειος Αργυρόπουλος
1. Η λέξη καλύτερος
Η λ. καλύτερος αποτελεί χαρακτηριστική περίπτωση της λεγόμενης αναλογίας στη γλώσσα. Ειδικότερα, αναλογικός σχηματισμός αποκαλείται «το φαινόμενον εκείνο, καθ' ο γλωσσικόν τι στοιχείον πλάττεται ή μεταβάλλεται κατ' άλλο ή κατ' άλλα υπάρχοντα και γνωστά τοις λαλούσιν» (Χατζιδάκις 1915 α: 125). Η αναλογία (analogy) δηλ. σημαίνει τη μεταβολή (analogical change) ή τη δημιουργία (analogical creation) ενός γλωσσικού στοιχείου υπό την επίδραση άλλου, πιο γνωστού ή πιο συχνού στη χρήση μιας γλώσσας (βλ. και Bynon 1993: 32- 43). Kαι επειδή στην προκειμένη περίπτωση ο συνειρμός των στοιχείων αυτών μπορεί να γίνεται λόγω της σημασίας τους, η Aitchison (19912: 153) ορίζει ως ακολούθως την αναλογία: «the tendency of items that are similar in meaning to become similar in form» [«η τάση των στοιχείων που είναι παρόμοια στη σημασία να γίνουν παρόμοια στη μορφή»]. Για παράδειγμα, προϊόν αναλογικής μεταβολής είναι το κρύο, που ετυμολογείται από το αρχ. (το) κρύος,με αποβολή του τελικού -ς σύμφωνα με τους άσιγμους τύπους της ονομαστικής των ουδετέρων (Χατζιδάκις 1905: 5)˙ενώ προϊόν αναλογικής δημιουργίας αποτελεί o σχηματισμός του αγγλ. cheese-burger σύμφωνα με το ham-burger, που όμως δεν βασίζεται στο ham «ζαμπόν», αλλά στο τοπωνύμιο Hamburg «Αμβούργο» (Bynon 1993: 40)! Παραδείγματα αναλογίας με ορθογραφικό ενδιαφέρον αποτελούν οι σχηματισμοί: του νεοελληνικού είναι (< μεσν. έναι < αρχ. ένι) κατά τα είμαι, είσαι (Χατζιδάκις 1905: 564- 568, 1977: 62, 143)˙του έξι (< αρχ. εξ) πιθανώς σύμφωνα με το είκοσ-ι (ΛΝΕΓ, λ. έξι)˙του καλύτερος, που μας ενδιαφέρει εδώ, κατά τα βαθύτερος, γλυκύτερος, παχύτερος, ταχύτερος κ.λπ. (Χατζιδάκις 1905: 577- 585, 1934: 559- 561, 1977: 137- 143)˙του πρωτύτερος (αντί πρωτότερος) αναλογικά προς τα ταχύτερος, βραδύτερος κ.λπ. (Χατζιδάκις 1905: 577- 585)˙τέλος, του τέσσερεις (<αρχ. τέσσερες) κατά το τρεις (Χατζιδάκις 1905: 617, 1907: 506, 1934: 630, Τριανταφυλλίδης 1965: 355).
Ως προς τη λέξη καλύτερος, η φιλόλογος στο τελευταίο κείμενό της προσπάθησε πάλι να δικαιολογήσει τα αδικαιολόγητα, δηλ. τη γραφή καλλίτερος. Φυσικά, άφησε αναπάντητο ένα εύλογο ερώτημα που της ετέθη, δηλ. πώς θα γραφούν τα συγκριτικά μεγαλύτερος, κοντύτερος, χοντρύτερος, αρχύτερα και πρωτύτερα, που δεν έχουν αρχαίους τύπους. Αυτά, επειδή σχηματίζονται κατά τα συγκριτικά σε -ύτερος των επιθέτων σε -ύς (ευρύς- ευρύτερος, βαρύς- βαρύτερος κ.λπ.), γράφονται σωστά με -υ-. Το καλύτερος δεν ανήκει στην ίδια κατηγορία; Για να δικαιολογήσει την εσφαλμένη γραφή με -ι- (καλλίτερος), η ’. Τζ. υποστήριξε ότι το κάλλιο, που χρησιμοποιούμε μεταξύ άλλων στην παροιμιώδη φράση «κάλλιο αργά παρά ποτέ», προέρχεται από το καλλίτερα (!). Κατά τη φιλόλογο, αφού το κάλλιο γράφεται με -ι-, άρα και το καλύτερα γράφεται με -ι- (καλλίτερα)! Μόνο που το κάλλιο, που επικαλείται η ’. Τζ., δεν ετυμολογείται από τον ανύπαρκτο τύπο καλλίτερα, αλλά από το αρχαίο επίρρημα κάλλιον (βλ. ΛΝΕΓ, λ. κάλλιο). Επομένως, ο συλλογισμός με τον οποίον η φιλόλογος προσπάθησε να δικαιολογήσει τη γραφή καλλίτερος είναι αυθαίρετος (την πρώτη φορά ισχυρίστηκε ότι το καλύτερος προέρχεται από το ...καλλίων, ενώ τη δεύτερη ότι το κάλλιο ετυμολογείται από το ...καλλίτερα. Κάθε φορά η ’. Τζ. προσπαθεί με διαφορετικό τρόπο να αποδείξει ότι το καλύτερος γράφεται με -ι-). Όπως εξήγησε αναλυτικά ο Χατζιδάκις (1905:577-585), το συγκριτικό καλύτερος γράφεται βεβαίως με ύψιλον, γιατί έχει σχηματιστεί κατά τον αντίστοιχο βαθμό των επιθέτων σε -ύς ( πλατύς- πλατύτερος, ταχύς- ταχύτερος κ.λπ.). Ας προστεθεί, επίσης, ότι από την επιστημονική-ετυμολογική ορθογραφία της συγκεκριμένης λέξης αποκλίνει και ο Απόστολος Τζαφερόπουλος (Ελληνική Αγωγή, φύλλο Μαρτίου 1998), που γράφει επανειλημμένως καλύτερο με -ι- (καλλίτερο), μολονότι είναι αυτός που διδάσκει την ετυμολογία στη σχολή αρχαίων Ελληνικών Ελληνική Αγωγή!
Tέλος, ας σημειωθεί ότι η ’. Τζ. στο δεύτερο κείμενό της απέρριψε την ετυμολογικά δικαιολογημένη γραφή καλύτερος, επειδή γενικότερα αξιολογεί αρνητικά την αναλογία στη γλώσσα, θεωρώντας ότι οδηγεί σε αυθαίρετη ορθογραφική απλούστευση. Ωστόσο, απάντηση σε αυτόν τον ισχυρισμό θα μπορούσαν να αποτελέσουν τα όσα γράφει ο Χατζιδάκις (1905:181-182): «αναλογία είναι κατ' αλήθειαν πνευματική εργασία ουχί νωθρότης. Αν δε τις είναι έτοιμος να υπολάβη απόβλητα τα της ενεργείας ταύτης [...], δεν θα τολμήση, νομίζομεν, να καταδικάση αυτήν επίσης, όταν μάθη, ότι αύτη εγέννησε και το Ομηρ. πατέρος αντί πατρός, το κοινόν πατέρων αντί πατρών [...] και άπειρα άλλα τοιαύτα». Κατά συνέπεια, δεν έχει επιστημονική βάση η εντύπωση της ’. Τζ. ότι η γραφή καλύτερος έναντι της εσφαλμένης παλαιότερης καλλίτερος αποτελεί προϊόν άκριτης απλοποίησης. Και δεν μπορεί να διδάσκεται σήμερα, ειδικά μάλιστα από μία φιλόλογο, ότι τάχα η ορθή γραφή της λέξης αυτής είναι καλλίτερος - για τη λ. καλύτερος βλ. και το Α΄, 1.1.1.
2. Οι λέξεις αφτί και αβγό
Τα αφτί και αβγό αποτελούν λέξεις με νέους -σε σχέση με την αρχαία Ελληνική- φθόγγους, οι οποίοι θα πρέπει να παριστάνονται με την απλούστερη γραφή. Είναι αναγκαίο να διευκρινιστεί εξαρχής ότι απλούστερη εδώ δεν σημαίνει απλοποιημένη γραφή, εφόσον οι καινούργιοι φθόγγοι στις λέξεις αυτές (ο [f] στο [aftí] και ο [v] στο [avγó]) θα πρέπει να αποδοθούν ορθογραφικά με τον απλούστερο δυνατό τρόπο, δηλ. με -φ- και -β- αντίστοιχα. Aναλυτικά:
Ο Αδ. Κοραής είχε ετυμολογήσει τη λ. αφτί από το *αυτίον, υποκοριστικό του δωρικού αυς-αυτός, τύπου που παραθέτει ο λεξικογράφος του 5ου αι. μ.Χ. Ησύχιος και αντιστοιχεί στο αττ. ους-ωτός. Ωστόσο, οι Κ. Foy, Γ. Χατζιδάκις (1907:322), P. Kretschmer, Μ. Tριανταφυλλίδης (1965:325-330) κ.ά. μας διαφώτισαν για την ετυμολογική προέλευση, τη φωνητική εξέλιξη και την ορθογραφική παράσταση των λ. αφτί και αβγό: το αφτί έχει σχηματιστεί από τη συνεκφορά τα ωτία, ενώ το αβγό από τη συνεκφορά τα ωά˙η φωνητική εξέλιξη των δύο τύπων θα μπορούσε να θεωρηθεί παράλληλη: τα ωτία > ταουτία > ταφτία > τ' αφτί και τα ωά > ταουά > ταγουά > ταουγά > ταβγά > τ'αβγό. Στην προέλευση του αφτί από το αττικό ωτίον και όχι από το αμάρτυρο δωρικό αυτίον συνηγορεί και ο τ. ωτίν (< ωτίον), που έχει επιβιώσει στις αρχαιοπινείς διαλέκτους του Πόντου και της Καππαδοκίας (Μπαμπινιώτης 1997 γ). ’ρα, το αφτί θα πρέπει να γράφεται με -φ- και το αβγό με -β-, γιατί τα γράμματα αυτά αντιπροσωπεύουν φθόγγους που προέκυψαν από φωνητική εξέλιξη.
Προκειμένου να αποδείξει ότι το αφτί πρέπει δήθεν να γράφεται με -υ-, η ’. Τζ. επανέλαβε την παραπάνω άποψη του Κοραή, σύμφωνα με την οποία η λέξη ετυμολογείται από το αμάρτυρο δωρικό αυτίον. Ωστόσο, τέτοιες ετυμολογίες αποτελούσαν τη βάση της αιολοδωρικής θεωρίας, που υποστήριξαν παλαιότερα μεταξύ άλλων ο Αθ. Χριστόπουλος, ο Αδ. Κοραής και ο Κωνστ. Οικονόμος: σύμφωνα με αυτούς τους μελετητές, η νέα Ελληνική κατάγεται από την αρχαία αιολική και δωρική διάλεκτο˙ ειδικότερα, κατά τους οπαδούς της συγκεκριμένης θεωρίας, η νέα Ελληνική διακρίνεται σε δύο μορφές, αυτήν του γραπτού λόγου, που ταυτίζεται σχεδόν με την αρχαία αττική διάλεκτο, και αυτήν του προφορικού, που προέρχεται από την αρχαία Αιολική και τη Δωρική (Καλιτζοπούλου- Παπαγεωργίου 1991: 29). Στον αντίποδα της εν λόγω θεωρίας, ο Χατζιδάκις ήδη από τα τέλη του 19ου αι. δίδαξε την κοινώς αποδεκτή σήμερα επιστημονική αλήθεια, ότι η Αλεξανδρινή Κοινή (3ος αι. π.Χ.- 6ος αι. μ.Χ.), από την οποία προέρχεται μέσω της μεσαιωνικής (6ος αι.-18ος αι.) η σύγχρονη Ελληνική, βασίστηκε στην αττική διάλεκτο της Αρχαίας όχι μόνο ως προς τον γραπτό, αλλά και ως προς τον προφορικό λόγο (Χατζιδάκις 1977:296). Επομένως, δεν είναι επιστημονικό να εντοπίζονται σε σύγχρονους τύπους αιολικά και δωρικά στοιχεία (όπως το *αυτίον στην προκειμένη περίπτωση) που έχουν εξαλειφθεί από την Ελληνική εδώ και αιώνες: όπως επεσήμανε χαρακτηριστικά ο Χατζιδάκις (1977:258), «και τα της γλώσσης [στοιχεία] αναπτύσσονται συν τω χρόνω, [...] άρα έχουσιν ιστορίαν, και ανάγκη απαραίτητος να λαμβάνηται υπ' όψιν προς τοις άλλοις και ο χρόνος καθ' ον έκαστον τούτων ήτο εν χρήσει ή καθ' ον απώλετο».
Είναι χαρακτηριστικό μάλιστα το ακόλουθο χωρίο του καθηγητή που απάντησε στην ’. Τζ. από τις στήλες του Βήματος για τα θέματα αυτά: «για να εντυπωσιάσει προφανώς και να πείσει για τις ετυμολογίες που ανασύρει από το παρελθόν, η κυρία ’. Τζ. παραπέμπει στο «έγκριτο Λεξικό των Liddell και Scott». Αγνοεί όμως ποια είναι η έγκυρη έκδοση του L.- S. στην οποία πρέπει να παραπέμψει! Αγνοεί δηλ. την έκδοση του 1940 (την ενάτη), όπως αγνοεί και την έκδοση του 1996 (με ενσωματωμένες διορθώσεις, βελτιώσεις κ.λπ.)! Στις εκδόσεις αυτές δεν υπάρχει, φυσικά, τέτοια ετυμολογία. Και πού παραπέμπει; Στην ελληνική έκδοση του 1900 που είναι μετάφραση της 7/ 8ης έκδοσης του L.-S. του 1897! Εκεί οι Έλληνες μεταφραστές -όχι φυσικά το L.-S.- έχουν περιλάβει απλώς την ετυμολογία του Κοραή. Αυτό το προβάλλει η κυρία ’. Τζ. ως επικρότηση της ετυμολογίας του Κοραή από το L.-S.! Πλήρης σύγχυση με το ελαφρυντικό της γλωσσολογικής άγνοιας... ». Δεν είναι, άλλωστε, η μόνη φορά που η ’. Τζ. ακολουθεί μια τέτοια πρακτική. Ο Χαραλαμπάκης (1997: 250), ασκώντας κριτική σε μια εργασία της ίδιας φιλολόγου, γράφει μεταξύ άλλων τα ακόλουθα: «η βιβλιογραφία στην οποία στηρίζεται η εργασία αυτή (βλ. σσ. 584 κ.ε.) είναι εντελώς ασήμαντη. Δεν υπάρχει καμιά σχεδόν αναφορά σε σύγχρονους Έλληνες ή ξένους γλωσσολόγους [...]. Για δημιουργία εντυπώσεων αναφέρεται στον «ακαδημαϊκό κ. Ντελόπουλο» (σ. 45), ενώ πρόκειται για συνταξιούχο συντάκτη του Ιστορικού Λεξικού της Ακαδημίας Αθηνών. Είναι εξοργιστικές οι ανεξακρίβωτες πληροφορίες που παρατίθενται φύρδην μίγδην, χωρίς καμιά συνοχή και λογικό ειρμό». Ας επιστρέψουμε, όμως, στο θέμα μας.
Για να αποδείξει ότι το αβγό πρέπει τάχα να γράφεται με -υ-, η φιλόλογος ισχυρίστηκε ότι το -υ- στη λέξη αυτή αποτελεί εξέλιξη του αρχαίου δίγαμμα ( F ): ωFόν > αυγό. Ωστόσο, δεν εξήγησε επιστημονικά την εμφάνιση καθενός από τα φωνήματα στον νεοελληνικό τύπο αυγό, πράγμα που θα απαιτούσε η έγκυρη ετυμολόγησή του. Ενώ, ειδικά ως προς το δίγαμμα, γεννάται το εξής ερώτημα: αφού έπαψε να προφέρεται στην Ιωνική-Αττική πριν από την κλασική περίοδο, πώς έδωσε το υποτιθέμενο -υ- του αβγό, ενός τύπου που, σύμφωνα με τον Τριανταφυλλίδη (1965:328), δεν εμφανίζεται νωρίτερα από τους μεσαιωνικούς χρόνους; Όσον αφορά στο αρχαίο δίγαμμα και την επιβίωσή του στη σύγχρονη Ελληνική, ο Χατζιδάκις (1907:316) έγραφε χαρακτηριστικά: «και περί του δίγαμμα ανάγκη να γίνη εκτενής λόγος, το μεν διότι μεγάλη κατάχρησις αυτού εγένετο υπό των ερασιτέχνων [στον Χατζιδάκι, γενική πληθυντικού της λ. ο ερασίτεχνος ], ετυμολογούντων τας λέξεις της ημετέρας Ελληνικής και πολλά άτοπα και πλημμελή περί τούτου προηνέχθησαν [προφέρθηκαν], τούτο δε διότι η εξήγησις των τυχών αυτού μέγα συμβάλλεται εις το ζήτημα περί της καταγωγής της νέας Ελληνικής». Πιο συγκεκριμένα, ο μεγάλος γλωσσολόγος παρατηρεί ακολούθως ότι το δίγαμμα εξακολούθησε να προφέρεται στην αρχαία αιολική και δωρική διάλεκτο για μεγαλύτερο διάστημα σε σχέση με την Ιωνική-Αττική. ’ρα, κατ' αυτόν, ο εντοπισμός του δίγαμμα στη νέα Ελληνική θα αποτελούσε απόδειξη της αιολικής και δωρικής καταγωγής της. Από την έρευνά του, όμως, προκύπτει το εξής συμπέρασμα (Χατζιδάκις 1907:322): «βέβαια και αναντίλεκτα λείψανα του F είναι μόνα τα Τσακωνικά και το Βοίτυλος [βλ. το Α΄, 1.1.1.], πάντα δε τάλλα, όσα τούτου τεκμήρια μέχρι τούδε προηνέχθησαν [προφέρθηκαν], είναι πλημμελή και άτοπα, διαφοροτρόπως δυνάμενα και οφείλοντα να ερμηνευθώσιν». ’ρα, και ο τ. αβγό, ο οποίος πράγματι ανάγεται στο αρχ. ωFόν, δηλ. σε τύπο με F, δεν διασώζει σήμερα το αρχαίο δίγαμμα υπό μορφήν -υ-.
Σχετικά με τις λέξεις αφτί και αβγό, η ’. Τζ. στο δεύτερο άρθρο της υποστήριξε και πάλι απόψεις που δείχνουν απόκλιση από τα σχετικά επιστημονικά διδάγματα. ’φησε, βεβαίως, αναπάντητα μερικά ερωτήματα, όπως π.χ. πώς εξηγείται ο τύπος ωτίν των ελληνικών αρχαιοπινών διαλέκτων του Πόντου και της Καππαδοκίας ή πώς το δίγαμμα, αφού σιγήθηκε στην Ιωνική-Αττική από την προκλασική περίοδο, έδωσε το υποτιθέμενο -υ- του μεσαιωνικού αυγό. Η φιλόλογος στο τελευταίο άρθρο της δήλωσε ότι οι ετυμολογίες που έχουν προτείνει οι γλωσσολόγοι για τα αφτί και αβγό δεν είναι αποδεδειγμένες. Μα, ούτως ή άλλως η ετυμολόγηση των λέξεων είναι δύσκολη, γιατί η ορθότητά της δεν «αποδεικνύεται» ούτε από λογικά πορίσματα ούτε από πειραματική διαδικασία (βλ. Picoche 1992:3). Το θέμα είναι, όμως, οι ετυμολογίες που προτείνει κανείς να έχουν επιστημονική βάση. Ο μη πειραματικός χαρακτήρας της διαδικασίας για την ανεύρεση του ετύμου (βλ. άρθρο ’δ. Γεωργιάδη στην Ελληνική Αγωγή, φύλλο Νοεμβρίου 1999) δεν μπορεί να αποτελέσει πρόσχημα για σύγχυση επιστημονικότητας και ερασιτεχνισμού στα πλαίσια ενός άκρατου σχετικισμού. Η ’. Τζ., επίσης, επανέλαβε δογματικά ότι οι γραφές των λέξεων αφτί και αβγό με -φ- και -β- αντίστοιχα αποτελούν αδόκιμους τύπους της δημοτικής. Δεν φαίνεται να γνωρίζει τη γενική αρχή ότι η ορθογραφία μιας λέξης δεν αποτελεί θέμα δημοτικής ή καθαρεύουσας, αλλά κατά κανόνα ρυθμίζεται από την επιστημονική ετυμολογία της. Η φιλόλογος παρέπεμψε, ακόμη, στο παλιό λεξικό του Δημητράκου, όπου η ετυμολογική ορθογραφία των λέξεων της νέας Ελληνικής δεν εφαρμόζεται πολύ αυστηρά, και ανέφερε ότι στους συντάκτες του έργου αυτού συγκαταλέγονται οι Γ. Χατζιδάκις και Ν. Ανδριώτης. Ωστόσο, ο Τριανταφυλλίδης (1965: 325-330) ήδη από το 1943 έχει δώσει απάντηση σε έναν επιστολογράφο της Νέας Εστίας, ο οποίος είχε εκφράσει την απορία πώς συμβαίνει επιστήμονες, κατά τα έργα ή τις επιτροπές όπου συμμετείχαν, να ακολουθούν διαφορετικές γραφές. Ο Τριανταφυλλίδης επεσήμανε ότι το φαινόμενο αυτό δεν πρέπει να μας ξενίζει, αφού η προσαρμογή μιας προσωπικής θέσης σε συλλογική απόφαση ή γενική αρχή είναι ο μοναδικός τρόπος με τον οποίον μπορεί να ληφθεί μια ομαδική απόφαση. Επομένως, η παραπομπή εκ μέρους της ’. Τζ. στο λεξικό του Δημητράκου δεν έχει καμία απολύτως αξία.
Στο ερώτημα που της ετέθη πώς προέκυψε το -α- της λέξης αβγό, η ’. Τζ. απάντησε ότι το γράμμα αυτό οφείλεται σε απλή ...εναλλαγή των φωνηέντων, όπως αυτή των τύπων πρώτος- πράτος, ώριστος- άριστος (!). Η φιλόλογος, όμως, θέτει και εκείνη ερωτήματα σχετικά με την προέλευση του -γ- στον τύπο αβγό και του -φ- στον τύπο αφτί. Ακόμη, ρωτάει γιατί στον έναν τύπο υπάρχει -β-, ενώ στον άλλον -φ-. Η απάντηση στο πρώτο από τα τρία αυτά ερωτήματα είναι η εξής: το ημιφωνικό στοιχείο -γ- στο αβγό αναπτύχθηκε στο ενδιάμεσο στάδιο ταουά για αποφυγή της χασμωδίας. Απάντηση στο δεύτερο και το τρίτο ερώτημα της φιλολόγου δίνει το ακόλουθο χωρίο του Τριανταφυλλίδη (1965:327) για τη φωνητική εξέλιξη των λέξεων αφτί και αβγό (τα ωτία > ταουτία...- τα ωά > ταουά...): «το μισόφωνο -u- έγινε στα παραπάνω παραδείγματα κοντά στον άηχο φθόγγο (τ) ή τον ηχηρό (γ) που ακολουθούσαν, διχειλικό στην αρχή και έπειτα χειλοδοντικό -φ- ή -β- -όπως προφέρομε και σήμερα τα δυο αυτά γράμματα- ακολουθώντας τον ίδιο περίπου δρόμο που πήραν και οι αρχαίοι δίφθογγοι -αυ-, -ευ-, που και αυτοί είχαν σε όλη την αρχαιότητα την προφορά -αου-, -εου-». Στο τρίτο ερώτημα δηλ. η απάντηση είναι η εξής: στο αβγό υπάρχει -β-, γιατί το επόμενο σύμφωνο (-γ-) είναι ηχηρό, ενώ το αφτί έχει -φ-, γιατί το σύμφωνο που ακολουθεί (-τ-) είναι άηχο.
Προκειμένου να υποστηρίξει την άποψη του Κοραή ότι το αφτί προήλθε δήθεν από τον αμάρτυρο τύπο αυτίον, υποκοριστικό του τύπου αυς, αυτός της δωρικής διαλέκτου, η φιλόλογος ’. Τζ. προέβαλε το ακόλουθο επιχείρημα: παρέθεσε ένα απόσπασμα από κείμενο του Ν. Ανδριώτη, όπου ο αείμνηστος γλωσσολόγος μιλάει για επιβίωση διαλεκτικών στοιχείων σε διάφορες φάσεις της Ελληνικής. Το χωρίο, όμως, αυτό είναι εντελώς άσχετο με το συζητούμενο θέμα και δεν αποδεικνύει σε καμιά περίπτωση ότι «διεσώθη ο δωρικός τύπος "αυς"», όπως διατείνεται η ’. Τζ. ή ότι «ο Κοραής έχει δίκηο [sic]», όπως αγλωσσολόγητα γράφει. Αντίθετα, το αττικό ωτίον, από όπου προέρχεται το σωζόμενο σε νεοελληνικές συντηρητικές διαλέκτους ωτίν, ήταν αυτό που έδωσε τον τύπο αφτί. Για την επιβίωση, όμως, του τύπου ωτίν στις διαλέκτους του Πόντου και της Καππαδοκίας, η φιλόλογος αποφεύγει να κάνει λόγο αφήνοντας αναπάντητο το σχετικό ερώτημα που της ετέθη. Τέλος, δεν έχει επιστημονική βάση η απόπειρα του Αθανασίου Αβελλίου να ετυμολογήσει το αβγό από το αυγάζω «φωτίζω» και το αφτί από τη δοτική τω αυτί του δωρικού αυς, προκειμένου να υποστηρίξει τις γραφές με -υ- (περιοδ. Δαυλός, Αύγουστος-Σεπτέμβριος 2002). Το ρ. αυγάζω δεν μπορεί να δώσει ένα τέτοιο παράγωγο όπως το αυγό ούτε μπορεί το αυτί να προέρχεται από τύπο δοτικής! -σε ένα χωρίο του Τριανταφυλλίδη (1965: 326), ωστόσο, μπορεί να εντοπίσει κανείς την πραγματική αιτία της προσκόλλησης ορισμένων στις αναθεωρημένες από τη γλωσσική επιστήμη γραφές αυτί, αυγό (αντί των ορθών αφτί, αβγό )˙ο αείμνηστος γλωσσολόγος είχε πει κάποτε απευθυνόμενος στον Γάλλο νεοελληνιστή Η. Pernot: «[...] όταν επιστρατεύωνται προλήψεις βαθιοριζωμένες, όταν εξαφανίζεται η λογική και ξεσπούν τα πάθη, φαντάζεστε πως απομένει καιρός για εξήγηση και συζήτηση για το αν χρειάζωνται τα αυτιά -φ- ή -υ-;».
3. Η λέξη βρόμα
Ο Χατζιδάκις (1977: 259-260) έχει διευκρινίσει ποια είναι η επιστημονική ετυμολογία της λέξης βρόμα, που ρυθμίζει την ορθογράφησή της με -ο- : «την λέξιν βρόμα παρήγον πολλοί εκ του γνωστού «σκωλήκων βρώμα και δυσωδία». Αλλ' ουδείς ηρώτα, πώς συμβαίνει να σχηματίζηται εξ αυτού το ρήμα βρωμείν, αφού εκ των εις -μα ονομάτων δεν παράγονται ρήματα εις -έω˙ ή πώς ήτο δυνατόν να παράγωνται εξ αυτού τόσον πλήθος παραγώγων και συνθέτων, αφού αι εκ της εκκλησιαστικής γλώσσης εισαχθείσαι εις την συνήθειαν άλλαι λέξεις [οι άλλες λέξεις που προέρχονται από την εκκλησιαστική γλώσσα και μπήκαν στην καθομιλουμένη] δεν χρησιμεύουσι συνήθως εις παραγωγήν και σύνθεσιν˙ και το σπουδαιότατον, πώς συμβαίνει να ευρίσκηται η λέξις ήδη προ Χριστού εν τη Π.Δ. και βραδύτερον παρά Φρυνίχω επί της δυσωδίας. Πάντα ταύτα τα απορήματα εξαφανίζονται, όταν γνωσθή ότι ήδη π.Χ. το όνομα ο βρόμος (εκ του βρέμειν) εδήλωσε προς τω ψόφω, κρότω [εκτός από τον θόρυβο, κρότο] και την εκ τινων ψόφων προερχομένην κακήν οσμήν˙ πρβλ. Ησυχ. βρομήσει, φυσήσει, ψοφήσει και το πασίγνωστον ουχ όμοιος ο ψόφος. Ότι δε ρήμα τι δύναται προς τη κυρία σημασία [εκτός από τη βασική σημασία] να δηλώση και την ευθύς μετά την πρώτην συνήθη επομένην, δήλον εκ τε άλλων πολλών και εκ του πίπτειν εν τη μάχη δηλούντος ου μόνον την πτώσιν αλλά και τον επερχόμενον θάνατον˙ πρβλ. και ψοφείν = κροτείν, πίπτειν μετά κρότου (επί των υποζυγίων), αποθνήσκειν. Όμοιον τω ψοφείν είναι το ομ. δουπείν, τω δε βρομείν (= κροτείν και έπειτα όζειν) είναι το εν Κεφαλληνία κρούειν ομοίως επί του πέρδεσθαι» - για τη λ. βρόμα, βλ. και το Α΄, 1.1.2.
Ως προς τη λέξη βρόμα, η ’. Τζ. στην Ελληνική Αγωγή επανέλαβε τις εμπειρικές απόψεις που είχε εκφράσει την πρώτη φορά από τις στήλες του Βήματος, για να υποστηρίξει τη γραφή με -ω-. Αφενός, εμφάνισε ως πιθανή την προέλευση του (η) βρόμα από το εκκλησιαστικό «βρώμα και δυσωδία»˙ αφετέρου, παρέθεσε διάφορες σημασίες της λέξης (το) βρώμα από το λεξικό του Δημητράκου («τεμάχιον κρέατος που έχει προσαρτηθή σε παγίδα ζώων», «καρκινώδης πληγή», «διάβρωσις οδόντων»), που αποδεικνύουν τάχα «τη δυσώδη έννοια του όρου βρώμα». Τα όσα αναφέρει ο Χατζιδάκις στο παραπάνω χωρίο για την ετυμολογία της λ. βρόμα αναιρούν, βεβαίως, τα επιχειρήματα που προέβαλε η ’. Τζ. στα δύο κείμενά της. Στα προαναφερθέντα επιστημονικά στοιχεία ας προστεθούν και τα ακόλουθα (Χατζιδάκις 1915 β:59), που αντικρούουν την ετυμολογική σύνδεση του θηλ. βρόμα με το ουδ. βρώμα (< βιβρώσκω «τρώγω»): «τα βρώσιμα [τα φαγώσιμα] δύνανται μεν αληθώς να σαπώσιν, όπως λ.χ. ο σίτος κ.τ.λ. εν ταις αποθήκαις και έπειτα να καταστώσι κάκοσμα˙ αλλά τούτο δεν είναι των συνήθων φαινομένων, όπως λ.χ. τα κενέβρεια [τα πτώματα ζώων], τα αποκρίματα [οι εκκρίσεις] και οι τούτων συχνότεροι αποματαϊσμοί [τα δύσοσμα αέρια]. Τα εδώδιμα [τα φαγώσιμα] οι άνθρωποι εσθίομεν [τρώμε], σπανίως δε καταλείπομεν αυτά να φθαρώσι και σαπώσι και έτι σπανιώτερον να καταστώσι δυσώδη. Δήλον άρα ότι δεν είναι πιθανόν ότι δια της λέξεως της δηλούσης τα βρώματα εδηλώθη και η έννοια της δυσωδίας». Ένα ακόμη επιχείρημα που επικαλέστηκε η φιλόλογος, για να υποστηρίξει ότι η λέξη βρόμα δεν συνδέεται με το αρχ. βρόμος «κρότος, δυσοσμία», είναι ότι «η μεγαλοπρεπής λέξις βρόμος που σημαίνει τη βροντή του Διός, τον θόρυβο των στοιχείων της φύσεως και της μάχης» δεν μπορεί να «κατέληξε στο βρομώ με την έννοια του ...πέρδομαι». Ωστόσο, ακόμη και μια λέξη με «μεγαλοπρεπή» (κατά τη φιλόλογο) σημασία («θορυβώ») μπορεί να δηλώσει και μια δεύτερη («μυρίζω άσχημα»), αφού υποστεί σημασιολογική μεταβολή. Η αλλαγή στη σημασία της συγκεκριμένης λέξης οφείλεται στο γεγονός ότι (ΛΝΕΓ, λ. βρομώ ) «ορισμένοι χαρακτηριστικοί κρότοι ακολουθούνται από δυσοσμία». Ανάλογη, άλλωστε, σημασιολογική εξέλιξη με αυτήν του βρομείν εμφανίζει το κεφαλληνιακό κρούειν: δηλ. και αυτό δήλωσε αρχικά τον κρότο και, εν συνεχεία, τη δυσάρεστη οσμή.
Επίσης, η φιλόλογος, στα πλαίσια της προσπάθειάς της να αναιρέσει τα προαναφερθέντα επιχειρήματα για τη γραφή (η) βρόμα με -ο-, αντέκρουσε μια άποψη που δεν διατύπωσε κανείς: ότι δηλ. «η τυχόν γραφή με ωμέγα, (το) βρώμα, θα έδινε οπωσδήποτε ρηματικό τύπο βρωματίζω [...]», δηλ. τύπο ρήματος με κατάληξη -ίζω. Μα, ο Χατζιδάκις δεν υποστήριξε ότι τα σε -μα ονόματα δίνουν απαραιτήτως ρήματα σε -ίζω, αλλά απλώς ότι δεν μπορούν να δώσουν ρηματικούς τύπους σε -έω, όπως το βρομώ (η ανωτέρω φράση, που παρέθεσε σε εισαγωγικά η ’. Τζ., στην πραγματικότητα δεν ανήκει σε κανέναν). Η φιλόλογος, ακολούθως, ανέφερε ως αντεπιχείρημα ότι το σώμα δίνει σωματόω, δηλ. ρήμα σε -όω. Ο Χατζιδάκις (1977: 555-559), όμως, έχει ήδη διδάξει ότι τα ουδέτερα σε -μα μπορούν να δώσουν ρηματικούς τύπους όχι μόνο σε -ίζω (π.χ. αρωματίζω < άρωμα), αλλά και σε -αίνω (π.χ. σημαίνω < σήμα), σε -άζω (π.χ. πτωμάζω < πτώμα), σε -εύω (π.χ. πραγματεύομαι < πράγμα), σε -όω (π.χ. σωματόω < σώμα) και σε -σσω (π.χ. αιμάσσω < αίμα). Ποτέ, όμως, σε -έω! Αυτό ακριβώς είναι το θέμα. ’ρα, το ρ. βρομέω,-ώ είναι αδύνατον να παράγεται από το ουδέτερο βρώμα,-ατος και, ως εκ τούτου, είναι λάθος να γράφεται με ωμέγα˙ επίσης, εφόσον το θηλ. βρόμα παράγεται υποχωρητικώς από το βρομώ, πρέπει και αυτό να γράφεται με -ο- -ας σημειωθεί εδώ ότι υποχωρητική παραγωγή (back formation / inverse derivation) ονομάζεται η αντίστροφη από το κανονικό δημιουργία μιας λέξης, δηλ. ο σχηματισμός ενός ονόματος από ένα ρήμα (ΛΝΕΓ, λ. υποχωρητικός)˙ ο όρος αυτός συνήθως σημαίνει τη δημιουργία μιας βραχύτερης λέξης από άλλη, μακρότερη (Σακελλαριάδης 1997:74). Παραδείγματα αποτελούν οι σχηματισμοί: των αρρώστια, ζήλια, περηφάνια, φτώχια κατά το σχήμα άρρωστος- αρρωσταίνω- αρρώστια, ζηλεύω- ζήλια, περήφανος- περηφανεύομαι- περηφάνια, φτωχός- φτωχαίνω- φτώχια αντίστοιχα (ΛΝΕΓ, λ. -ια, αρρώστια, ζήλια, περηφάνια, φτώχια, Χατζιδάκις 1905: 76-77, 1915 α: 163-164)˙ επίσης, του γέλιο από το γελώ (Χατζιδάκις 1907: 66, 1915 α: 164, 1934: 215, 315).
Ένα ακόμη στοιχείο που παρέθεσε η ’. Τζ. είναι η φράση «αναπνοάς βρωμώδεις» του γεωγράφου Στράβωνα (65 π.Χ.- 23 μ.Χ.), όπου το επίθετο είναι γραμμένο με -ω-. Ούτε αυτό, όμως, αποδεικνύει ότι το θηλ. βρόμα πρέπει να γράφεται με -ω-! Ο Χατζιδάκις έχει επισημάνει επανειλημμένως (1905: 638- 639, 1915 β: 53- 56, 1934: 441- 442, 1977: 142) ότι τεκμήριο για την επιστημονική ορθογραφία μιας λέξης δεν μπορεί να αποτελέσει η γραφή της στους μεταγενέστερους και μεσαιωνικούς χρόνους, τότε δηλ. που η προφορά της Ελληνικής είχε διαφοροποιηθεί από την αντίστοιχη της Aρχαίας (π.χ. τα -ι-, -η- < κ.λπ. αντιπροσώπευαν πλέον τον φθόγγο [ι], τα -αι- και -ε- τον [ε], η διάκριση μακρών-βραχέων φωνηέντων και διπλών-απλών συμφώνων είχε εκλείψει κ.λπ.)˙ για παράδειγμα, η τάση των μεταγενέστερων, μεσαιωνικών και νεότερων Ελλήνων να γράφουν φιλονεικία (αντί του ορθού φιλονικία, που βασίζεται στο νίκη), βρώμα (αντί βρόμα, < βρομώ < βρόμος < βρέμω), σπήτι (αντί σπίτι, < οσπίτιον < λατ. hospitium), καλλίτερος (αντί καλύτερος, αναλογικά προς τα παχύτερος, πλατύτερος κ.ά.) κ.λπ. αντανακλά απλώς τις εσφαλμένες αντιλήψεις που είχαν σχετικά με την ετυμολογία των συγκεκριμένων λέξεων και δεν μπορεί να ρυθμίσει τη σημερινή γραφή τους, η οποία πρέπει να ακολουθεί τα διδάγματα της γλωσσικής επιστήμης. Κατά τον Χατζιδάκι (1915 β: 55- 56), «δήλον ότι προκειμένου περί των λέξεων βρόμος, βρομείν, βρόμα μόνα εκείνα τα μαρτύρια θα είναι ημίν ισχυρά όσα ανήκουσι τοις προ της συγχύσεως του -ω- και -ο- χρόνοις, τα δε άλλα ουχί. Και παλαιά τοιαύτα μαρτύρια ευτυχώς υπάρχουσι τα τρία της Π.Δ. [έκδ. του Tischendorf (τόμ. Β΄, σ. 6, 160 και 236)] [...] γεγραμμένα δια του -ο- [...]. Ώστε η παλαιοτέρα, η προ της συγχύσεως των μακρών και βραχέων φωνηέντων, παράδοσις βοά υπέρ του -ο-! Και η μετά ταύτα δε παρέχει αναμίξ -ο- και -ω- επί πολύ, μόλις δε μετά αιώνας φαίνεται κατισχύσασα η δια του -ω- γραφή. Και ο λεξικογράφος δε Ησύχιος έχει το τε όνομα « βρόμος... και οσμή», και την μετοχήν «βρομέον˙ οζόμενον», και τον ρηματικόν τύπον «βρομήσει˙ φυσήσει, ψοφήσει», πάντα δια του -ο- γεγραμμένα [...]. Μετά την επελθούσαν δε μετά ταύτα φωνητικήν εξίσωσιν του -ο- και -ω- ηδύνατο βεβαίως και ο Φρύνιχος [ο λεξικογράφος του 2ου αι. μ.Χ.] και έτι μάλλον ο Αρκάδιος και ο Κύριλλος και ο Πρόδρομος και απαξάπαντες να γράφωσι δια του -ω- και οι Ρωμαίοι το bromus, όθεν το bromosus, δια του ō, αλλ'ημείς δεν θα παραπλανηθώμεν υπό της γραφής και μαρτυρίας αυτών».
4. Η λέξη ορθοπαιδική
Η λέξη ορθοπαιδική θα πρέπει να γράφεται με -αι-, γιατί δημιουργήθηκε με βάση τα ελλην. ορθόν και παιδίον τον 18ο αι. από τον καθηγητή της Ιατρικής Σχολής των Παρισίων Nicolas Andry και χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά σε έργο του, εκδοθέν το 1741, που αφορούσε στις σωματικές δυσμορφίες των παιδιών. Απόδειξη ότι η σωστή γραφή της εν λόγω λέξης είναι με -αι- αποτελεί η δήλωση του ίδιου του Andry, που περιλαμβάνεται στο βιβλίο του (την παραθέτει σε άρθρο του ο καθηγητής Ιατρικής Ι. Πουρνάρας, βλ. την πολύ ενδιαφέρουσα ιστοσελίδα): «quant au titre en question, Orthopédie, je l'ai formé de deux mots grecs, à savoir d'Orthos, qui veut dire Droit, et Paidίon, qui signifie Enfant» [«ως προς τον εν λόγω τίτλο, ορθοπαιδική, τον δημιούργησα από δύο ελληνικές λέξεις, δηλ. ορθός και παιδίον »]. Αξιοσημείωτο μάλιστα είναι και αυτό που αναφέρει εν συνεχεία ο Πουρνάρας: «για να τιμήσουν δε την ελληνική προέλευση της ονομασίας, η Αμερικανική Ορθοπεδική Εταιρεία και η Αμερικανική Ακαδημία Ορθοπεδικών Χειρουργών, που είναι και ο πολυπληθέστερος φορέας της ορθοπεδικής επιστήμης παγκοσμίως, περιλαμβάνουν τις δύο ελληνικές λέξεις [ ορθόν, παιδίον ] στο λογότυπό τους».
Η εσφαλμένη γραφή του όρου με -ε- (ορθοπεδική) μπορεί να οφείλεται στην παρετυμολογική του σύνδεση:
α) με το λατ. pes, pedis «πόδι» (πβ. το ελλην. ορθοποδώ).
β) με το β΄ συνθετικό πέδη λέξεων όπως τροχοπέδη (άρα ορθοπεδική είναι «η όρθωση (των οστών) με πέδες», δηλ. δεσμά, επιδέσμους κ.λπ.).
γ) με το πέδον «έδαφος» (πβ. οικόπεδον).
Την πρώτη άποψη υποστηρίζει σε επιστολή του στην εφημερίδα Ελευθεροτυπία (31.1.2001) ο Βρασίδας Παπαδόπουλος. Ο επιστολογράφος αποφαίνεται δογματικά ότι η λέξη είναι ελληνολατινική, σύνθετη από τα ορθός και pes.
Τη δεύτερη άποψη διατυπώνει ο Απόστολος Τζαφερόπουλος ( Ελληνική Αγωγή, φύλλο Μαρτίου 2000), χωρίς όμως κανένα στοιχείο που να τεκμηριώνει τη σύνδεση του όρου ορθοπαιδική με την πέδη. O φιλόλογος μεταφέρει μάλιστα αυτό που διάβασε σε γνωστό λεξικό, ότι δηλ. ορθότερη θα ήταν η μορφή παιδορθωτική αντί του ορθοπαιδική. Ωστόσο, η παρατήρηση αυτή αφορά στη μορφολογική δομή του τύπου και δεν έχει σχέση με το συζητούμενο ορθογραφικό θέμα. Είτε ορθοπαιδική είτε παιδορθωτική είναι η μορφή της λέξης, δηλ. όποια κι αν είναι η σειρά των συνθετικών της μερών, το -αι- δεν επηρεάζεται, εφόσον έχει ετυμολογική βάση. Επίσης, ο Απ. Τζ. παραθέτει τον ορισμό της ορθοπαιδικής από τον Ανδριώτη, όπου «δεν γίνεται διάκρισι ηλικίας του ασθενούς». Ο ορισμός που περιλαμβάνεται όμως σε ένα συγχρονικό νεοελληνικό λεξικό, όπως αυτό του Ανδριώτη, αποτυπώνει τη σημερινή σημασία της λέξης, ενώ η ετυμολογική ορθογραφία μπορεί να ρυθμίζεται από μια προγενέστερη σημασία, την αρχική σημασία της λέξης στην προκειμένη περίπτωση. Εκείνο που μας ενδιαφέρει εδώ είναι ότι ο όρος αρχικά χρησιμοποιήθηκε για θεραπεία παιδιών, γι' αυτό και πρέπει να γραφεί ακόμη και σήμερα με -αι-. Αλλιώς, δεν εφαρμόζεται ετυμολογική ορθογραφία, αναιρείται η ουσία της ιστορικής ορθογραφίας.
Την τρίτη άποψη εκφράζει ο επιστολογράφος της Ελευθεροτυπίας Χριστόφορος Μπενέκος, φιλόλογος (25.1.2003). Ο τελευταίος επιχειρεί μια τεχνητή, εκ των υστέρων ετυμολογική σύνδεση του όρου ορθοπαιδική με το αρχ. πέδον «έδαφος», που, μολονότι αληθοφανής, δεν είναι έγκυρη, αφού αναιρείται από την ίδια την ιστορία της λέξης. Τι θα πει ότι «η λέξη έχει διαμορφώσει ένα εννοιολογικό περιεχόμενο ως σύνθεση των λέξεων ορθό + πέδον»; Η ιστορία της λέξης αποδεικνύει ότι είναι αυθαίρετη, αν και αληθοφανής, η ετυμολόγησή της από το πέδον «έδαφος» και η ερμηνεία της ορθοπαιδικής ως επιστήμης που «θέλει να βοηθήσει τον πάσχοντα να σταθεί όρθιος στο έδαφος». Τέλος, η ύπαρξη επιμέρους κλάδων όπως η ορθοπαιδική για παιδιά ή για ζώα δεν μπορεί να αναιρέσει σε καμιά περίπτωση τη γραφή με -αι-, όπως πιστεύει ο Χριστόφ. Μπεν. Σήμερα, βεβαίως, ο συγκεκριμένος όρος έχει επεκταθεί σημασιολογικά, αφού δεν χρησιμοποιείται μόνο για παιδιά. Ωστόσο, η αρχική του σημασία, που αφορούσε μόνο σε παιδιά, επιβάλλει την ορθογράφησή του με -αι-. Όσο κι αν δεν είναι πια άμεσα αισθητή η σύνδεση της λέξης ορθοπαιδική με το παιδί, η γραφή της με -αι- (ορθοπαιδική) είναι η ετυμολογικά δικαιολογημένη και πάντως προτιμότερη από την αντίστοιχη με -ε- (ορθοπεδική), που βασίζεται σε καθαρή παρετυμολογία.
*Το άρθρο αυτό αποτελεί μέρος του βιβλίου του Β. Αργυρόπουλου "Θέματα Ετυμολογίας και Ορθογραφίας"
Πηγή: http://www.abnet.agrino.org/
1. Η λέξη καλύτερος
Η λ. καλύτερος αποτελεί χαρακτηριστική περίπτωση της λεγόμενης αναλογίας στη γλώσσα. Ειδικότερα, αναλογικός σχηματισμός αποκαλείται «το φαινόμενον εκείνο, καθ' ο γλωσσικόν τι στοιχείον πλάττεται ή μεταβάλλεται κατ' άλλο ή κατ' άλλα υπάρχοντα και γνωστά τοις λαλούσιν» (Χατζιδάκις 1915 α: 125). Η αναλογία (analogy) δηλ. σημαίνει τη μεταβολή (analogical change) ή τη δημιουργία (analogical creation) ενός γλωσσικού στοιχείου υπό την επίδραση άλλου, πιο γνωστού ή πιο συχνού στη χρήση μιας γλώσσας (βλ. και Bynon 1993: 32- 43). Kαι επειδή στην προκειμένη περίπτωση ο συνειρμός των στοιχείων αυτών μπορεί να γίνεται λόγω της σημασίας τους, η Aitchison (19912: 153) ορίζει ως ακολούθως την αναλογία: «the tendency of items that are similar in meaning to become similar in form» [«η τάση των στοιχείων που είναι παρόμοια στη σημασία να γίνουν παρόμοια στη μορφή»]. Για παράδειγμα, προϊόν αναλογικής μεταβολής είναι το κρύο, που ετυμολογείται από το αρχ. (το) κρύος,με αποβολή του τελικού -ς σύμφωνα με τους άσιγμους τύπους της ονομαστικής των ουδετέρων (Χατζιδάκις 1905: 5)˙ενώ προϊόν αναλογικής δημιουργίας αποτελεί o σχηματισμός του αγγλ. cheese-burger σύμφωνα με το ham-burger, που όμως δεν βασίζεται στο ham «ζαμπόν», αλλά στο τοπωνύμιο Hamburg «Αμβούργο» (Bynon 1993: 40)! Παραδείγματα αναλογίας με ορθογραφικό ενδιαφέρον αποτελούν οι σχηματισμοί: του νεοελληνικού είναι (< μεσν. έναι < αρχ. ένι) κατά τα είμαι, είσαι (Χατζιδάκις 1905: 564- 568, 1977: 62, 143)˙του έξι (< αρχ. εξ) πιθανώς σύμφωνα με το είκοσ-ι (ΛΝΕΓ, λ. έξι)˙του καλύτερος, που μας ενδιαφέρει εδώ, κατά τα βαθύτερος, γλυκύτερος, παχύτερος, ταχύτερος κ.λπ. (Χατζιδάκις 1905: 577- 585, 1934: 559- 561, 1977: 137- 143)˙του πρωτύτερος (αντί πρωτότερος) αναλογικά προς τα ταχύτερος, βραδύτερος κ.λπ. (Χατζιδάκις 1905: 577- 585)˙τέλος, του τέσσερεις (<αρχ. τέσσερες) κατά το τρεις (Χατζιδάκις 1905: 617, 1907: 506, 1934: 630, Τριανταφυλλίδης 1965: 355).
Ως προς τη λέξη καλύτερος, η φιλόλογος στο τελευταίο κείμενό της προσπάθησε πάλι να δικαιολογήσει τα αδικαιολόγητα, δηλ. τη γραφή καλλίτερος. Φυσικά, άφησε αναπάντητο ένα εύλογο ερώτημα που της ετέθη, δηλ. πώς θα γραφούν τα συγκριτικά μεγαλύτερος, κοντύτερος, χοντρύτερος, αρχύτερα και πρωτύτερα, που δεν έχουν αρχαίους τύπους. Αυτά, επειδή σχηματίζονται κατά τα συγκριτικά σε -ύτερος των επιθέτων σε -ύς (ευρύς- ευρύτερος, βαρύς- βαρύτερος κ.λπ.), γράφονται σωστά με -υ-. Το καλύτερος δεν ανήκει στην ίδια κατηγορία; Για να δικαιολογήσει την εσφαλμένη γραφή με -ι- (καλλίτερος), η ’. Τζ. υποστήριξε ότι το κάλλιο, που χρησιμοποιούμε μεταξύ άλλων στην παροιμιώδη φράση «κάλλιο αργά παρά ποτέ», προέρχεται από το καλλίτερα (!). Κατά τη φιλόλογο, αφού το κάλλιο γράφεται με -ι-, άρα και το καλύτερα γράφεται με -ι- (καλλίτερα)! Μόνο που το κάλλιο, που επικαλείται η ’. Τζ., δεν ετυμολογείται από τον ανύπαρκτο τύπο καλλίτερα, αλλά από το αρχαίο επίρρημα κάλλιον (βλ. ΛΝΕΓ, λ. κάλλιο). Επομένως, ο συλλογισμός με τον οποίον η φιλόλογος προσπάθησε να δικαιολογήσει τη γραφή καλλίτερος είναι αυθαίρετος (την πρώτη φορά ισχυρίστηκε ότι το καλύτερος προέρχεται από το ...καλλίων, ενώ τη δεύτερη ότι το κάλλιο ετυμολογείται από το ...καλλίτερα. Κάθε φορά η ’. Τζ. προσπαθεί με διαφορετικό τρόπο να αποδείξει ότι το καλύτερος γράφεται με -ι-). Όπως εξήγησε αναλυτικά ο Χατζιδάκις (1905:577-585), το συγκριτικό καλύτερος γράφεται βεβαίως με ύψιλον, γιατί έχει σχηματιστεί κατά τον αντίστοιχο βαθμό των επιθέτων σε -ύς ( πλατύς- πλατύτερος, ταχύς- ταχύτερος κ.λπ.). Ας προστεθεί, επίσης, ότι από την επιστημονική-ετυμολογική ορθογραφία της συγκεκριμένης λέξης αποκλίνει και ο Απόστολος Τζαφερόπουλος (Ελληνική Αγωγή, φύλλο Μαρτίου 1998), που γράφει επανειλημμένως καλύτερο με -ι- (καλλίτερο), μολονότι είναι αυτός που διδάσκει την ετυμολογία στη σχολή αρχαίων Ελληνικών Ελληνική Αγωγή!
Tέλος, ας σημειωθεί ότι η ’. Τζ. στο δεύτερο κείμενό της απέρριψε την ετυμολογικά δικαιολογημένη γραφή καλύτερος, επειδή γενικότερα αξιολογεί αρνητικά την αναλογία στη γλώσσα, θεωρώντας ότι οδηγεί σε αυθαίρετη ορθογραφική απλούστευση. Ωστόσο, απάντηση σε αυτόν τον ισχυρισμό θα μπορούσαν να αποτελέσουν τα όσα γράφει ο Χατζιδάκις (1905:181-182): «αναλογία είναι κατ' αλήθειαν πνευματική εργασία ουχί νωθρότης. Αν δε τις είναι έτοιμος να υπολάβη απόβλητα τα της ενεργείας ταύτης [...], δεν θα τολμήση, νομίζομεν, να καταδικάση αυτήν επίσης, όταν μάθη, ότι αύτη εγέννησε και το Ομηρ. πατέρος αντί πατρός, το κοινόν πατέρων αντί πατρών [...] και άπειρα άλλα τοιαύτα». Κατά συνέπεια, δεν έχει επιστημονική βάση η εντύπωση της ’. Τζ. ότι η γραφή καλύτερος έναντι της εσφαλμένης παλαιότερης καλλίτερος αποτελεί προϊόν άκριτης απλοποίησης. Και δεν μπορεί να διδάσκεται σήμερα, ειδικά μάλιστα από μία φιλόλογο, ότι τάχα η ορθή γραφή της λέξης αυτής είναι καλλίτερος - για τη λ. καλύτερος βλ. και το Α΄, 1.1.1.
2. Οι λέξεις αφτί και αβγό
Τα αφτί και αβγό αποτελούν λέξεις με νέους -σε σχέση με την αρχαία Ελληνική- φθόγγους, οι οποίοι θα πρέπει να παριστάνονται με την απλούστερη γραφή. Είναι αναγκαίο να διευκρινιστεί εξαρχής ότι απλούστερη εδώ δεν σημαίνει απλοποιημένη γραφή, εφόσον οι καινούργιοι φθόγγοι στις λέξεις αυτές (ο [f] στο [aftí] και ο [v] στο [avγó]) θα πρέπει να αποδοθούν ορθογραφικά με τον απλούστερο δυνατό τρόπο, δηλ. με -φ- και -β- αντίστοιχα. Aναλυτικά:
Ο Αδ. Κοραής είχε ετυμολογήσει τη λ. αφτί από το *αυτίον, υποκοριστικό του δωρικού αυς-αυτός, τύπου που παραθέτει ο λεξικογράφος του 5ου αι. μ.Χ. Ησύχιος και αντιστοιχεί στο αττ. ους-ωτός. Ωστόσο, οι Κ. Foy, Γ. Χατζιδάκις (1907:322), P. Kretschmer, Μ. Tριανταφυλλίδης (1965:325-330) κ.ά. μας διαφώτισαν για την ετυμολογική προέλευση, τη φωνητική εξέλιξη και την ορθογραφική παράσταση των λ. αφτί και αβγό: το αφτί έχει σχηματιστεί από τη συνεκφορά τα ωτία, ενώ το αβγό από τη συνεκφορά τα ωά˙η φωνητική εξέλιξη των δύο τύπων θα μπορούσε να θεωρηθεί παράλληλη: τα ωτία > ταουτία > ταφτία > τ' αφτί και τα ωά > ταουά > ταγουά > ταουγά > ταβγά > τ'αβγό. Στην προέλευση του αφτί από το αττικό ωτίον και όχι από το αμάρτυρο δωρικό αυτίον συνηγορεί και ο τ. ωτίν (< ωτίον), που έχει επιβιώσει στις αρχαιοπινείς διαλέκτους του Πόντου και της Καππαδοκίας (Μπαμπινιώτης 1997 γ). ’ρα, το αφτί θα πρέπει να γράφεται με -φ- και το αβγό με -β-, γιατί τα γράμματα αυτά αντιπροσωπεύουν φθόγγους που προέκυψαν από φωνητική εξέλιξη.
Προκειμένου να αποδείξει ότι το αφτί πρέπει δήθεν να γράφεται με -υ-, η ’. Τζ. επανέλαβε την παραπάνω άποψη του Κοραή, σύμφωνα με την οποία η λέξη ετυμολογείται από το αμάρτυρο δωρικό αυτίον. Ωστόσο, τέτοιες ετυμολογίες αποτελούσαν τη βάση της αιολοδωρικής θεωρίας, που υποστήριξαν παλαιότερα μεταξύ άλλων ο Αθ. Χριστόπουλος, ο Αδ. Κοραής και ο Κωνστ. Οικονόμος: σύμφωνα με αυτούς τους μελετητές, η νέα Ελληνική κατάγεται από την αρχαία αιολική και δωρική διάλεκτο˙ ειδικότερα, κατά τους οπαδούς της συγκεκριμένης θεωρίας, η νέα Ελληνική διακρίνεται σε δύο μορφές, αυτήν του γραπτού λόγου, που ταυτίζεται σχεδόν με την αρχαία αττική διάλεκτο, και αυτήν του προφορικού, που προέρχεται από την αρχαία Αιολική και τη Δωρική (Καλιτζοπούλου- Παπαγεωργίου 1991: 29). Στον αντίποδα της εν λόγω θεωρίας, ο Χατζιδάκις ήδη από τα τέλη του 19ου αι. δίδαξε την κοινώς αποδεκτή σήμερα επιστημονική αλήθεια, ότι η Αλεξανδρινή Κοινή (3ος αι. π.Χ.- 6ος αι. μ.Χ.), από την οποία προέρχεται μέσω της μεσαιωνικής (6ος αι.-18ος αι.) η σύγχρονη Ελληνική, βασίστηκε στην αττική διάλεκτο της Αρχαίας όχι μόνο ως προς τον γραπτό, αλλά και ως προς τον προφορικό λόγο (Χατζιδάκις 1977:296). Επομένως, δεν είναι επιστημονικό να εντοπίζονται σε σύγχρονους τύπους αιολικά και δωρικά στοιχεία (όπως το *αυτίον στην προκειμένη περίπτωση) που έχουν εξαλειφθεί από την Ελληνική εδώ και αιώνες: όπως επεσήμανε χαρακτηριστικά ο Χατζιδάκις (1977:258), «και τα της γλώσσης [στοιχεία] αναπτύσσονται συν τω χρόνω, [...] άρα έχουσιν ιστορίαν, και ανάγκη απαραίτητος να λαμβάνηται υπ' όψιν προς τοις άλλοις και ο χρόνος καθ' ον έκαστον τούτων ήτο εν χρήσει ή καθ' ον απώλετο».
Είναι χαρακτηριστικό μάλιστα το ακόλουθο χωρίο του καθηγητή που απάντησε στην ’. Τζ. από τις στήλες του Βήματος για τα θέματα αυτά: «για να εντυπωσιάσει προφανώς και να πείσει για τις ετυμολογίες που ανασύρει από το παρελθόν, η κυρία ’. Τζ. παραπέμπει στο «έγκριτο Λεξικό των Liddell και Scott». Αγνοεί όμως ποια είναι η έγκυρη έκδοση του L.- S. στην οποία πρέπει να παραπέμψει! Αγνοεί δηλ. την έκδοση του 1940 (την ενάτη), όπως αγνοεί και την έκδοση του 1996 (με ενσωματωμένες διορθώσεις, βελτιώσεις κ.λπ.)! Στις εκδόσεις αυτές δεν υπάρχει, φυσικά, τέτοια ετυμολογία. Και πού παραπέμπει; Στην ελληνική έκδοση του 1900 που είναι μετάφραση της 7/ 8ης έκδοσης του L.-S. του 1897! Εκεί οι Έλληνες μεταφραστές -όχι φυσικά το L.-S.- έχουν περιλάβει απλώς την ετυμολογία του Κοραή. Αυτό το προβάλλει η κυρία ’. Τζ. ως επικρότηση της ετυμολογίας του Κοραή από το L.-S.! Πλήρης σύγχυση με το ελαφρυντικό της γλωσσολογικής άγνοιας... ». Δεν είναι, άλλωστε, η μόνη φορά που η ’. Τζ. ακολουθεί μια τέτοια πρακτική. Ο Χαραλαμπάκης (1997: 250), ασκώντας κριτική σε μια εργασία της ίδιας φιλολόγου, γράφει μεταξύ άλλων τα ακόλουθα: «η βιβλιογραφία στην οποία στηρίζεται η εργασία αυτή (βλ. σσ. 584 κ.ε.) είναι εντελώς ασήμαντη. Δεν υπάρχει καμιά σχεδόν αναφορά σε σύγχρονους Έλληνες ή ξένους γλωσσολόγους [...]. Για δημιουργία εντυπώσεων αναφέρεται στον «ακαδημαϊκό κ. Ντελόπουλο» (σ. 45), ενώ πρόκειται για συνταξιούχο συντάκτη του Ιστορικού Λεξικού της Ακαδημίας Αθηνών. Είναι εξοργιστικές οι ανεξακρίβωτες πληροφορίες που παρατίθενται φύρδην μίγδην, χωρίς καμιά συνοχή και λογικό ειρμό». Ας επιστρέψουμε, όμως, στο θέμα μας.
Για να αποδείξει ότι το αβγό πρέπει τάχα να γράφεται με -υ-, η φιλόλογος ισχυρίστηκε ότι το -υ- στη λέξη αυτή αποτελεί εξέλιξη του αρχαίου δίγαμμα ( F ): ωFόν > αυγό. Ωστόσο, δεν εξήγησε επιστημονικά την εμφάνιση καθενός από τα φωνήματα στον νεοελληνικό τύπο αυγό, πράγμα που θα απαιτούσε η έγκυρη ετυμολόγησή του. Ενώ, ειδικά ως προς το δίγαμμα, γεννάται το εξής ερώτημα: αφού έπαψε να προφέρεται στην Ιωνική-Αττική πριν από την κλασική περίοδο, πώς έδωσε το υποτιθέμενο -υ- του αβγό, ενός τύπου που, σύμφωνα με τον Τριανταφυλλίδη (1965:328), δεν εμφανίζεται νωρίτερα από τους μεσαιωνικούς χρόνους; Όσον αφορά στο αρχαίο δίγαμμα και την επιβίωσή του στη σύγχρονη Ελληνική, ο Χατζιδάκις (1907:316) έγραφε χαρακτηριστικά: «και περί του δίγαμμα ανάγκη να γίνη εκτενής λόγος, το μεν διότι μεγάλη κατάχρησις αυτού εγένετο υπό των ερασιτέχνων [στον Χατζιδάκι, γενική πληθυντικού της λ. ο ερασίτεχνος ], ετυμολογούντων τας λέξεις της ημετέρας Ελληνικής και πολλά άτοπα και πλημμελή περί τούτου προηνέχθησαν [προφέρθηκαν], τούτο δε διότι η εξήγησις των τυχών αυτού μέγα συμβάλλεται εις το ζήτημα περί της καταγωγής της νέας Ελληνικής». Πιο συγκεκριμένα, ο μεγάλος γλωσσολόγος παρατηρεί ακολούθως ότι το δίγαμμα εξακολούθησε να προφέρεται στην αρχαία αιολική και δωρική διάλεκτο για μεγαλύτερο διάστημα σε σχέση με την Ιωνική-Αττική. ’ρα, κατ' αυτόν, ο εντοπισμός του δίγαμμα στη νέα Ελληνική θα αποτελούσε απόδειξη της αιολικής και δωρικής καταγωγής της. Από την έρευνά του, όμως, προκύπτει το εξής συμπέρασμα (Χατζιδάκις 1907:322): «βέβαια και αναντίλεκτα λείψανα του F είναι μόνα τα Τσακωνικά και το Βοίτυλος [βλ. το Α΄, 1.1.1.], πάντα δε τάλλα, όσα τούτου τεκμήρια μέχρι τούδε προηνέχθησαν [προφέρθηκαν], είναι πλημμελή και άτοπα, διαφοροτρόπως δυνάμενα και οφείλοντα να ερμηνευθώσιν». ’ρα, και ο τ. αβγό, ο οποίος πράγματι ανάγεται στο αρχ. ωFόν, δηλ. σε τύπο με F, δεν διασώζει σήμερα το αρχαίο δίγαμμα υπό μορφήν -υ-.
Σχετικά με τις λέξεις αφτί και αβγό, η ’. Τζ. στο δεύτερο άρθρο της υποστήριξε και πάλι απόψεις που δείχνουν απόκλιση από τα σχετικά επιστημονικά διδάγματα. ’φησε, βεβαίως, αναπάντητα μερικά ερωτήματα, όπως π.χ. πώς εξηγείται ο τύπος ωτίν των ελληνικών αρχαιοπινών διαλέκτων του Πόντου και της Καππαδοκίας ή πώς το δίγαμμα, αφού σιγήθηκε στην Ιωνική-Αττική από την προκλασική περίοδο, έδωσε το υποτιθέμενο -υ- του μεσαιωνικού αυγό. Η φιλόλογος στο τελευταίο άρθρο της δήλωσε ότι οι ετυμολογίες που έχουν προτείνει οι γλωσσολόγοι για τα αφτί και αβγό δεν είναι αποδεδειγμένες. Μα, ούτως ή άλλως η ετυμολόγηση των λέξεων είναι δύσκολη, γιατί η ορθότητά της δεν «αποδεικνύεται» ούτε από λογικά πορίσματα ούτε από πειραματική διαδικασία (βλ. Picoche 1992:3). Το θέμα είναι, όμως, οι ετυμολογίες που προτείνει κανείς να έχουν επιστημονική βάση. Ο μη πειραματικός χαρακτήρας της διαδικασίας για την ανεύρεση του ετύμου (βλ. άρθρο ’δ. Γεωργιάδη στην Ελληνική Αγωγή, φύλλο Νοεμβρίου 1999) δεν μπορεί να αποτελέσει πρόσχημα για σύγχυση επιστημονικότητας και ερασιτεχνισμού στα πλαίσια ενός άκρατου σχετικισμού. Η ’. Τζ., επίσης, επανέλαβε δογματικά ότι οι γραφές των λέξεων αφτί και αβγό με -φ- και -β- αντίστοιχα αποτελούν αδόκιμους τύπους της δημοτικής. Δεν φαίνεται να γνωρίζει τη γενική αρχή ότι η ορθογραφία μιας λέξης δεν αποτελεί θέμα δημοτικής ή καθαρεύουσας, αλλά κατά κανόνα ρυθμίζεται από την επιστημονική ετυμολογία της. Η φιλόλογος παρέπεμψε, ακόμη, στο παλιό λεξικό του Δημητράκου, όπου η ετυμολογική ορθογραφία των λέξεων της νέας Ελληνικής δεν εφαρμόζεται πολύ αυστηρά, και ανέφερε ότι στους συντάκτες του έργου αυτού συγκαταλέγονται οι Γ. Χατζιδάκις και Ν. Ανδριώτης. Ωστόσο, ο Τριανταφυλλίδης (1965: 325-330) ήδη από το 1943 έχει δώσει απάντηση σε έναν επιστολογράφο της Νέας Εστίας, ο οποίος είχε εκφράσει την απορία πώς συμβαίνει επιστήμονες, κατά τα έργα ή τις επιτροπές όπου συμμετείχαν, να ακολουθούν διαφορετικές γραφές. Ο Τριανταφυλλίδης επεσήμανε ότι το φαινόμενο αυτό δεν πρέπει να μας ξενίζει, αφού η προσαρμογή μιας προσωπικής θέσης σε συλλογική απόφαση ή γενική αρχή είναι ο μοναδικός τρόπος με τον οποίον μπορεί να ληφθεί μια ομαδική απόφαση. Επομένως, η παραπομπή εκ μέρους της ’. Τζ. στο λεξικό του Δημητράκου δεν έχει καμία απολύτως αξία.
Στο ερώτημα που της ετέθη πώς προέκυψε το -α- της λέξης αβγό, η ’. Τζ. απάντησε ότι το γράμμα αυτό οφείλεται σε απλή ...εναλλαγή των φωνηέντων, όπως αυτή των τύπων πρώτος- πράτος, ώριστος- άριστος (!). Η φιλόλογος, όμως, θέτει και εκείνη ερωτήματα σχετικά με την προέλευση του -γ- στον τύπο αβγό και του -φ- στον τύπο αφτί. Ακόμη, ρωτάει γιατί στον έναν τύπο υπάρχει -β-, ενώ στον άλλον -φ-. Η απάντηση στο πρώτο από τα τρία αυτά ερωτήματα είναι η εξής: το ημιφωνικό στοιχείο -γ- στο αβγό αναπτύχθηκε στο ενδιάμεσο στάδιο ταουά για αποφυγή της χασμωδίας. Απάντηση στο δεύτερο και το τρίτο ερώτημα της φιλολόγου δίνει το ακόλουθο χωρίο του Τριανταφυλλίδη (1965:327) για τη φωνητική εξέλιξη των λέξεων αφτί και αβγό (τα ωτία > ταουτία...- τα ωά > ταουά...): «το μισόφωνο -u- έγινε στα παραπάνω παραδείγματα κοντά στον άηχο φθόγγο (τ) ή τον ηχηρό (γ) που ακολουθούσαν, διχειλικό στην αρχή και έπειτα χειλοδοντικό -φ- ή -β- -όπως προφέρομε και σήμερα τα δυο αυτά γράμματα- ακολουθώντας τον ίδιο περίπου δρόμο που πήραν και οι αρχαίοι δίφθογγοι -αυ-, -ευ-, που και αυτοί είχαν σε όλη την αρχαιότητα την προφορά -αου-, -εου-». Στο τρίτο ερώτημα δηλ. η απάντηση είναι η εξής: στο αβγό υπάρχει -β-, γιατί το επόμενο σύμφωνο (-γ-) είναι ηχηρό, ενώ το αφτί έχει -φ-, γιατί το σύμφωνο που ακολουθεί (-τ-) είναι άηχο.
Προκειμένου να υποστηρίξει την άποψη του Κοραή ότι το αφτί προήλθε δήθεν από τον αμάρτυρο τύπο αυτίον, υποκοριστικό του τύπου αυς, αυτός της δωρικής διαλέκτου, η φιλόλογος ’. Τζ. προέβαλε το ακόλουθο επιχείρημα: παρέθεσε ένα απόσπασμα από κείμενο του Ν. Ανδριώτη, όπου ο αείμνηστος γλωσσολόγος μιλάει για επιβίωση διαλεκτικών στοιχείων σε διάφορες φάσεις της Ελληνικής. Το χωρίο, όμως, αυτό είναι εντελώς άσχετο με το συζητούμενο θέμα και δεν αποδεικνύει σε καμιά περίπτωση ότι «διεσώθη ο δωρικός τύπος "αυς"», όπως διατείνεται η ’. Τζ. ή ότι «ο Κοραής έχει δίκηο [sic]», όπως αγλωσσολόγητα γράφει. Αντίθετα, το αττικό ωτίον, από όπου προέρχεται το σωζόμενο σε νεοελληνικές συντηρητικές διαλέκτους ωτίν, ήταν αυτό που έδωσε τον τύπο αφτί. Για την επιβίωση, όμως, του τύπου ωτίν στις διαλέκτους του Πόντου και της Καππαδοκίας, η φιλόλογος αποφεύγει να κάνει λόγο αφήνοντας αναπάντητο το σχετικό ερώτημα που της ετέθη. Τέλος, δεν έχει επιστημονική βάση η απόπειρα του Αθανασίου Αβελλίου να ετυμολογήσει το αβγό από το αυγάζω «φωτίζω» και το αφτί από τη δοτική τω αυτί του δωρικού αυς, προκειμένου να υποστηρίξει τις γραφές με -υ- (περιοδ. Δαυλός, Αύγουστος-Σεπτέμβριος 2002). Το ρ. αυγάζω δεν μπορεί να δώσει ένα τέτοιο παράγωγο όπως το αυγό ούτε μπορεί το αυτί να προέρχεται από τύπο δοτικής! -σε ένα χωρίο του Τριανταφυλλίδη (1965: 326), ωστόσο, μπορεί να εντοπίσει κανείς την πραγματική αιτία της προσκόλλησης ορισμένων στις αναθεωρημένες από τη γλωσσική επιστήμη γραφές αυτί, αυγό (αντί των ορθών αφτί, αβγό )˙ο αείμνηστος γλωσσολόγος είχε πει κάποτε απευθυνόμενος στον Γάλλο νεοελληνιστή Η. Pernot: «[...] όταν επιστρατεύωνται προλήψεις βαθιοριζωμένες, όταν εξαφανίζεται η λογική και ξεσπούν τα πάθη, φαντάζεστε πως απομένει καιρός για εξήγηση και συζήτηση για το αν χρειάζωνται τα αυτιά -φ- ή -υ-;».
3. Η λέξη βρόμα
Ο Χατζιδάκις (1977: 259-260) έχει διευκρινίσει ποια είναι η επιστημονική ετυμολογία της λέξης βρόμα, που ρυθμίζει την ορθογράφησή της με -ο- : «την λέξιν βρόμα παρήγον πολλοί εκ του γνωστού «σκωλήκων βρώμα και δυσωδία». Αλλ' ουδείς ηρώτα, πώς συμβαίνει να σχηματίζηται εξ αυτού το ρήμα βρωμείν, αφού εκ των εις -μα ονομάτων δεν παράγονται ρήματα εις -έω˙ ή πώς ήτο δυνατόν να παράγωνται εξ αυτού τόσον πλήθος παραγώγων και συνθέτων, αφού αι εκ της εκκλησιαστικής γλώσσης εισαχθείσαι εις την συνήθειαν άλλαι λέξεις [οι άλλες λέξεις που προέρχονται από την εκκλησιαστική γλώσσα και μπήκαν στην καθομιλουμένη] δεν χρησιμεύουσι συνήθως εις παραγωγήν και σύνθεσιν˙ και το σπουδαιότατον, πώς συμβαίνει να ευρίσκηται η λέξις ήδη προ Χριστού εν τη Π.Δ. και βραδύτερον παρά Φρυνίχω επί της δυσωδίας. Πάντα ταύτα τα απορήματα εξαφανίζονται, όταν γνωσθή ότι ήδη π.Χ. το όνομα ο βρόμος (εκ του βρέμειν) εδήλωσε προς τω ψόφω, κρότω [εκτός από τον θόρυβο, κρότο] και την εκ τινων ψόφων προερχομένην κακήν οσμήν˙ πρβλ. Ησυχ. βρομήσει, φυσήσει, ψοφήσει και το πασίγνωστον ουχ όμοιος ο ψόφος. Ότι δε ρήμα τι δύναται προς τη κυρία σημασία [εκτός από τη βασική σημασία] να δηλώση και την ευθύς μετά την πρώτην συνήθη επομένην, δήλον εκ τε άλλων πολλών και εκ του πίπτειν εν τη μάχη δηλούντος ου μόνον την πτώσιν αλλά και τον επερχόμενον θάνατον˙ πρβλ. και ψοφείν = κροτείν, πίπτειν μετά κρότου (επί των υποζυγίων), αποθνήσκειν. Όμοιον τω ψοφείν είναι το ομ. δουπείν, τω δε βρομείν (= κροτείν και έπειτα όζειν) είναι το εν Κεφαλληνία κρούειν ομοίως επί του πέρδεσθαι» - για τη λ. βρόμα, βλ. και το Α΄, 1.1.2.
Ως προς τη λέξη βρόμα, η ’. Τζ. στην Ελληνική Αγωγή επανέλαβε τις εμπειρικές απόψεις που είχε εκφράσει την πρώτη φορά από τις στήλες του Βήματος, για να υποστηρίξει τη γραφή με -ω-. Αφενός, εμφάνισε ως πιθανή την προέλευση του (η) βρόμα από το εκκλησιαστικό «βρώμα και δυσωδία»˙ αφετέρου, παρέθεσε διάφορες σημασίες της λέξης (το) βρώμα από το λεξικό του Δημητράκου («τεμάχιον κρέατος που έχει προσαρτηθή σε παγίδα ζώων», «καρκινώδης πληγή», «διάβρωσις οδόντων»), που αποδεικνύουν τάχα «τη δυσώδη έννοια του όρου βρώμα». Τα όσα αναφέρει ο Χατζιδάκις στο παραπάνω χωρίο για την ετυμολογία της λ. βρόμα αναιρούν, βεβαίως, τα επιχειρήματα που προέβαλε η ’. Τζ. στα δύο κείμενά της. Στα προαναφερθέντα επιστημονικά στοιχεία ας προστεθούν και τα ακόλουθα (Χατζιδάκις 1915 β:59), που αντικρούουν την ετυμολογική σύνδεση του θηλ. βρόμα με το ουδ. βρώμα (< βιβρώσκω «τρώγω»): «τα βρώσιμα [τα φαγώσιμα] δύνανται μεν αληθώς να σαπώσιν, όπως λ.χ. ο σίτος κ.τ.λ. εν ταις αποθήκαις και έπειτα να καταστώσι κάκοσμα˙ αλλά τούτο δεν είναι των συνήθων φαινομένων, όπως λ.χ. τα κενέβρεια [τα πτώματα ζώων], τα αποκρίματα [οι εκκρίσεις] και οι τούτων συχνότεροι αποματαϊσμοί [τα δύσοσμα αέρια]. Τα εδώδιμα [τα φαγώσιμα] οι άνθρωποι εσθίομεν [τρώμε], σπανίως δε καταλείπομεν αυτά να φθαρώσι και σαπώσι και έτι σπανιώτερον να καταστώσι δυσώδη. Δήλον άρα ότι δεν είναι πιθανόν ότι δια της λέξεως της δηλούσης τα βρώματα εδηλώθη και η έννοια της δυσωδίας». Ένα ακόμη επιχείρημα που επικαλέστηκε η φιλόλογος, για να υποστηρίξει ότι η λέξη βρόμα δεν συνδέεται με το αρχ. βρόμος «κρότος, δυσοσμία», είναι ότι «η μεγαλοπρεπής λέξις βρόμος που σημαίνει τη βροντή του Διός, τον θόρυβο των στοιχείων της φύσεως και της μάχης» δεν μπορεί να «κατέληξε στο βρομώ με την έννοια του ...πέρδομαι». Ωστόσο, ακόμη και μια λέξη με «μεγαλοπρεπή» (κατά τη φιλόλογο) σημασία («θορυβώ») μπορεί να δηλώσει και μια δεύτερη («μυρίζω άσχημα»), αφού υποστεί σημασιολογική μεταβολή. Η αλλαγή στη σημασία της συγκεκριμένης λέξης οφείλεται στο γεγονός ότι (ΛΝΕΓ, λ. βρομώ ) «ορισμένοι χαρακτηριστικοί κρότοι ακολουθούνται από δυσοσμία». Ανάλογη, άλλωστε, σημασιολογική εξέλιξη με αυτήν του βρομείν εμφανίζει το κεφαλληνιακό κρούειν: δηλ. και αυτό δήλωσε αρχικά τον κρότο και, εν συνεχεία, τη δυσάρεστη οσμή.
Επίσης, η φιλόλογος, στα πλαίσια της προσπάθειάς της να αναιρέσει τα προαναφερθέντα επιχειρήματα για τη γραφή (η) βρόμα με -ο-, αντέκρουσε μια άποψη που δεν διατύπωσε κανείς: ότι δηλ. «η τυχόν γραφή με ωμέγα, (το) βρώμα, θα έδινε οπωσδήποτε ρηματικό τύπο βρωματίζω [...]», δηλ. τύπο ρήματος με κατάληξη -ίζω. Μα, ο Χατζιδάκις δεν υποστήριξε ότι τα σε -μα ονόματα δίνουν απαραιτήτως ρήματα σε -ίζω, αλλά απλώς ότι δεν μπορούν να δώσουν ρηματικούς τύπους σε -έω, όπως το βρομώ (η ανωτέρω φράση, που παρέθεσε σε εισαγωγικά η ’. Τζ., στην πραγματικότητα δεν ανήκει σε κανέναν). Η φιλόλογος, ακολούθως, ανέφερε ως αντεπιχείρημα ότι το σώμα δίνει σωματόω, δηλ. ρήμα σε -όω. Ο Χατζιδάκις (1977: 555-559), όμως, έχει ήδη διδάξει ότι τα ουδέτερα σε -μα μπορούν να δώσουν ρηματικούς τύπους όχι μόνο σε -ίζω (π.χ. αρωματίζω < άρωμα), αλλά και σε -αίνω (π.χ. σημαίνω < σήμα), σε -άζω (π.χ. πτωμάζω < πτώμα), σε -εύω (π.χ. πραγματεύομαι < πράγμα), σε -όω (π.χ. σωματόω < σώμα) και σε -σσω (π.χ. αιμάσσω < αίμα). Ποτέ, όμως, σε -έω! Αυτό ακριβώς είναι το θέμα. ’ρα, το ρ. βρομέω,-ώ είναι αδύνατον να παράγεται από το ουδέτερο βρώμα,-ατος και, ως εκ τούτου, είναι λάθος να γράφεται με ωμέγα˙ επίσης, εφόσον το θηλ. βρόμα παράγεται υποχωρητικώς από το βρομώ, πρέπει και αυτό να γράφεται με -ο- -ας σημειωθεί εδώ ότι υποχωρητική παραγωγή (back formation / inverse derivation) ονομάζεται η αντίστροφη από το κανονικό δημιουργία μιας λέξης, δηλ. ο σχηματισμός ενός ονόματος από ένα ρήμα (ΛΝΕΓ, λ. υποχωρητικός)˙ ο όρος αυτός συνήθως σημαίνει τη δημιουργία μιας βραχύτερης λέξης από άλλη, μακρότερη (Σακελλαριάδης 1997:74). Παραδείγματα αποτελούν οι σχηματισμοί: των αρρώστια, ζήλια, περηφάνια, φτώχια κατά το σχήμα άρρωστος- αρρωσταίνω- αρρώστια, ζηλεύω- ζήλια, περήφανος- περηφανεύομαι- περηφάνια, φτωχός- φτωχαίνω- φτώχια αντίστοιχα (ΛΝΕΓ, λ. -ια, αρρώστια, ζήλια, περηφάνια, φτώχια, Χατζιδάκις 1905: 76-77, 1915 α: 163-164)˙ επίσης, του γέλιο από το γελώ (Χατζιδάκις 1907: 66, 1915 α: 164, 1934: 215, 315).
Ένα ακόμη στοιχείο που παρέθεσε η ’. Τζ. είναι η φράση «αναπνοάς βρωμώδεις» του γεωγράφου Στράβωνα (65 π.Χ.- 23 μ.Χ.), όπου το επίθετο είναι γραμμένο με -ω-. Ούτε αυτό, όμως, αποδεικνύει ότι το θηλ. βρόμα πρέπει να γράφεται με -ω-! Ο Χατζιδάκις έχει επισημάνει επανειλημμένως (1905: 638- 639, 1915 β: 53- 56, 1934: 441- 442, 1977: 142) ότι τεκμήριο για την επιστημονική ορθογραφία μιας λέξης δεν μπορεί να αποτελέσει η γραφή της στους μεταγενέστερους και μεσαιωνικούς χρόνους, τότε δηλ. που η προφορά της Ελληνικής είχε διαφοροποιηθεί από την αντίστοιχη της Aρχαίας (π.χ. τα -ι-, -η- < κ.λπ. αντιπροσώπευαν πλέον τον φθόγγο [ι], τα -αι- και -ε- τον [ε], η διάκριση μακρών-βραχέων φωνηέντων και διπλών-απλών συμφώνων είχε εκλείψει κ.λπ.)˙ για παράδειγμα, η τάση των μεταγενέστερων, μεσαιωνικών και νεότερων Ελλήνων να γράφουν φιλονεικία (αντί του ορθού φιλονικία, που βασίζεται στο νίκη), βρώμα (αντί βρόμα, < βρομώ < βρόμος < βρέμω), σπήτι (αντί σπίτι, < οσπίτιον < λατ. hospitium), καλλίτερος (αντί καλύτερος, αναλογικά προς τα παχύτερος, πλατύτερος κ.ά.) κ.λπ. αντανακλά απλώς τις εσφαλμένες αντιλήψεις που είχαν σχετικά με την ετυμολογία των συγκεκριμένων λέξεων και δεν μπορεί να ρυθμίσει τη σημερινή γραφή τους, η οποία πρέπει να ακολουθεί τα διδάγματα της γλωσσικής επιστήμης. Κατά τον Χατζιδάκι (1915 β: 55- 56), «δήλον ότι προκειμένου περί των λέξεων βρόμος, βρομείν, βρόμα μόνα εκείνα τα μαρτύρια θα είναι ημίν ισχυρά όσα ανήκουσι τοις προ της συγχύσεως του -ω- και -ο- χρόνοις, τα δε άλλα ουχί. Και παλαιά τοιαύτα μαρτύρια ευτυχώς υπάρχουσι τα τρία της Π.Δ. [έκδ. του Tischendorf (τόμ. Β΄, σ. 6, 160 και 236)] [...] γεγραμμένα δια του -ο- [...]. Ώστε η παλαιοτέρα, η προ της συγχύσεως των μακρών και βραχέων φωνηέντων, παράδοσις βοά υπέρ του -ο-! Και η μετά ταύτα δε παρέχει αναμίξ -ο- και -ω- επί πολύ, μόλις δε μετά αιώνας φαίνεται κατισχύσασα η δια του -ω- γραφή. Και ο λεξικογράφος δε Ησύχιος έχει το τε όνομα « βρόμος... και οσμή», και την μετοχήν «βρομέον˙ οζόμενον», και τον ρηματικόν τύπον «βρομήσει˙ φυσήσει, ψοφήσει», πάντα δια του -ο- γεγραμμένα [...]. Μετά την επελθούσαν δε μετά ταύτα φωνητικήν εξίσωσιν του -ο- και -ω- ηδύνατο βεβαίως και ο Φρύνιχος [ο λεξικογράφος του 2ου αι. μ.Χ.] και έτι μάλλον ο Αρκάδιος και ο Κύριλλος και ο Πρόδρομος και απαξάπαντες να γράφωσι δια του -ω- και οι Ρωμαίοι το bromus, όθεν το bromosus, δια του ō, αλλ'ημείς δεν θα παραπλανηθώμεν υπό της γραφής και μαρτυρίας αυτών».
4. Η λέξη ορθοπαιδική
Η λέξη ορθοπαιδική θα πρέπει να γράφεται με -αι-, γιατί δημιουργήθηκε με βάση τα ελλην. ορθόν και παιδίον τον 18ο αι. από τον καθηγητή της Ιατρικής Σχολής των Παρισίων Nicolas Andry και χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά σε έργο του, εκδοθέν το 1741, που αφορούσε στις σωματικές δυσμορφίες των παιδιών. Απόδειξη ότι η σωστή γραφή της εν λόγω λέξης είναι με -αι- αποτελεί η δήλωση του ίδιου του Andry, που περιλαμβάνεται στο βιβλίο του (την παραθέτει σε άρθρο του ο καθηγητής Ιατρικής Ι. Πουρνάρας, βλ. την πολύ ενδιαφέρουσα ιστοσελίδα): «quant au titre en question, Orthopédie, je l'ai formé de deux mots grecs, à savoir d'Orthos, qui veut dire Droit, et Paidίon, qui signifie Enfant» [«ως προς τον εν λόγω τίτλο, ορθοπαιδική, τον δημιούργησα από δύο ελληνικές λέξεις, δηλ. ορθός και παιδίον »]. Αξιοσημείωτο μάλιστα είναι και αυτό που αναφέρει εν συνεχεία ο Πουρνάρας: «για να τιμήσουν δε την ελληνική προέλευση της ονομασίας, η Αμερικανική Ορθοπεδική Εταιρεία και η Αμερικανική Ακαδημία Ορθοπεδικών Χειρουργών, που είναι και ο πολυπληθέστερος φορέας της ορθοπεδικής επιστήμης παγκοσμίως, περιλαμβάνουν τις δύο ελληνικές λέξεις [ ορθόν, παιδίον ] στο λογότυπό τους».
Η εσφαλμένη γραφή του όρου με -ε- (ορθοπεδική) μπορεί να οφείλεται στην παρετυμολογική του σύνδεση:
α) με το λατ. pes, pedis «πόδι» (πβ. το ελλην. ορθοποδώ).
β) με το β΄ συνθετικό πέδη λέξεων όπως τροχοπέδη (άρα ορθοπεδική είναι «η όρθωση (των οστών) με πέδες», δηλ. δεσμά, επιδέσμους κ.λπ.).
γ) με το πέδον «έδαφος» (πβ. οικόπεδον).
Την πρώτη άποψη υποστηρίζει σε επιστολή του στην εφημερίδα Ελευθεροτυπία (31.1.2001) ο Βρασίδας Παπαδόπουλος. Ο επιστολογράφος αποφαίνεται δογματικά ότι η λέξη είναι ελληνολατινική, σύνθετη από τα ορθός και pes.
Τη δεύτερη άποψη διατυπώνει ο Απόστολος Τζαφερόπουλος ( Ελληνική Αγωγή, φύλλο Μαρτίου 2000), χωρίς όμως κανένα στοιχείο που να τεκμηριώνει τη σύνδεση του όρου ορθοπαιδική με την πέδη. O φιλόλογος μεταφέρει μάλιστα αυτό που διάβασε σε γνωστό λεξικό, ότι δηλ. ορθότερη θα ήταν η μορφή παιδορθωτική αντί του ορθοπαιδική. Ωστόσο, η παρατήρηση αυτή αφορά στη μορφολογική δομή του τύπου και δεν έχει σχέση με το συζητούμενο ορθογραφικό θέμα. Είτε ορθοπαιδική είτε παιδορθωτική είναι η μορφή της λέξης, δηλ. όποια κι αν είναι η σειρά των συνθετικών της μερών, το -αι- δεν επηρεάζεται, εφόσον έχει ετυμολογική βάση. Επίσης, ο Απ. Τζ. παραθέτει τον ορισμό της ορθοπαιδικής από τον Ανδριώτη, όπου «δεν γίνεται διάκρισι ηλικίας του ασθενούς». Ο ορισμός που περιλαμβάνεται όμως σε ένα συγχρονικό νεοελληνικό λεξικό, όπως αυτό του Ανδριώτη, αποτυπώνει τη σημερινή σημασία της λέξης, ενώ η ετυμολογική ορθογραφία μπορεί να ρυθμίζεται από μια προγενέστερη σημασία, την αρχική σημασία της λέξης στην προκειμένη περίπτωση. Εκείνο που μας ενδιαφέρει εδώ είναι ότι ο όρος αρχικά χρησιμοποιήθηκε για θεραπεία παιδιών, γι' αυτό και πρέπει να γραφεί ακόμη και σήμερα με -αι-. Αλλιώς, δεν εφαρμόζεται ετυμολογική ορθογραφία, αναιρείται η ουσία της ιστορικής ορθογραφίας.
Την τρίτη άποψη εκφράζει ο επιστολογράφος της Ελευθεροτυπίας Χριστόφορος Μπενέκος, φιλόλογος (25.1.2003). Ο τελευταίος επιχειρεί μια τεχνητή, εκ των υστέρων ετυμολογική σύνδεση του όρου ορθοπαιδική με το αρχ. πέδον «έδαφος», που, μολονότι αληθοφανής, δεν είναι έγκυρη, αφού αναιρείται από την ίδια την ιστορία της λέξης. Τι θα πει ότι «η λέξη έχει διαμορφώσει ένα εννοιολογικό περιεχόμενο ως σύνθεση των λέξεων ορθό + πέδον»; Η ιστορία της λέξης αποδεικνύει ότι είναι αυθαίρετη, αν και αληθοφανής, η ετυμολόγησή της από το πέδον «έδαφος» και η ερμηνεία της ορθοπαιδικής ως επιστήμης που «θέλει να βοηθήσει τον πάσχοντα να σταθεί όρθιος στο έδαφος». Τέλος, η ύπαρξη επιμέρους κλάδων όπως η ορθοπαιδική για παιδιά ή για ζώα δεν μπορεί να αναιρέσει σε καμιά περίπτωση τη γραφή με -αι-, όπως πιστεύει ο Χριστόφ. Μπεν. Σήμερα, βεβαίως, ο συγκεκριμένος όρος έχει επεκταθεί σημασιολογικά, αφού δεν χρησιμοποιείται μόνο για παιδιά. Ωστόσο, η αρχική του σημασία, που αφορούσε μόνο σε παιδιά, επιβάλλει την ορθογράφησή του με -αι-. Όσο κι αν δεν είναι πια άμεσα αισθητή η σύνδεση της λέξης ορθοπαιδική με το παιδί, η γραφή της με -αι- (ορθοπαιδική) είναι η ετυμολογικά δικαιολογημένη και πάντως προτιμότερη από την αντίστοιχη με -ε- (ορθοπεδική), που βασίζεται σε καθαρή παρετυμολογία.
*Το άρθρο αυτό αποτελεί μέρος του βιβλίου του Β. Αργυρόπουλου "Θέματα Ετυμολογίας και Ορθογραφίας"
Πηγή: http://www.abnet.agrino.org/
Το ταξίδι των ελληνικών λέξεων· ιστορικές & ετυμολογικές αναφορές
»»» της 'Aννας Tζιροπούλου - Eυσταθίου*
'Ολοι γνωρίζουμε ότι η ελληνική γλώσσα είναι η παλαιότερη από όλες τις σημερινές ευρωπαϊκές γλώσσες. Παρ' όλα αυτά δεν είναι δυνατόν να καθορίσουμε την ακριβή της ηλικία, είναι πάντως πολύ αρχαιότερη απ' ότι μας εδίδαξαν στο σχολείο. Αυτό μπορεί να επιβεβαιωθεί από τους πίνακες που για χιλιάδες χρόνια ήταν θαμμένοι στην ελληνική γη και αποκαλύφθηκαν κατά τη διάρκεια του περασμένου αιώνα (ο τελευταίος πίνακας βρέθηκε στο Δισπηλιό της Καστοριάς και χρονολογήθηκε τουλάχιστον στο 5000 π.Χ). Αυτό το στοιχείο μάς έκανε να συνειδητοποιήσουμε ότι στην πραγματικότητα δεν γνωρίζουμε και πολλά πράγματα για την απαρχή της ελληνικής γλώσσας. 'Οπως έλεγαν και οι αρχαίοι 'Ελληνες «άγει εις φως την αλήθεια ο χρόνος», είναι βέβαιον ότι οι πολλές και διάφορες παραποιήσεις ή λανθασμένες θεωρίες συντελούν στην αλλοίωση της ελληνικής γλώσσας και ήδη αυτό έχει αρχίσει να επαληθεύεται.
Δεν είναι μόνο γνωστό αλλά και προφανές ότι όλες οι τέχνες και οι επιστήμες γεννήθηκαν, αναπτύχθηκαν και ακόμα διευθύνονται απ' το αγνό ελληνικό λεξιλόγιο. Η ελληνική γλώσσα τροφοδοτεί όλες εκείνες τις υψηλής πνευματικότητας λέξεις που μπορούν να εκφράσουν όλες τις αφηρημένες έννοιες. Χωρίς καμμία εξαίρεση σε όλες τις ευρωπαϊκές (και όχι μόνο) γλώσσες η συντριπτική πλειοψηφία της καθημερινής ομιλίας εμπεριέχει ελληνικής προελεύσεως λέξεις. Αναφέρομαι σε χιλιάδες λέξεων που στο πρώτο άκουσμα δεν μπορούν να αναγνωριστούν ως ελληνικές λόγω της αλλοίωσης που έχουν υποστεί στο χρόνο ή λόγω του ότι προέρχονται από αρχαιοελληνικές λέξεις ή ονόματα που οι σύγχρονοι 'Ελληνες αδυνατούν να αναγνωρίσουν.
Η "λεξιλογική ανάλυση", που είναι η ετυμολογική και ιστορική ανάλυση μιας λέξεως, φανερώνει τον αρχαίο αλλά οικείο ελληνικό λόγο. Πολλές φορές, αυτές οι ελληνικές "Πρωτολέξεις", αυθεντικές δηλαδή λέξεις, επιστρέφουν στην ομιλούμενη ελληνική γλώσσα ως ξένες. Είναι τα λεγόμενα αναδάνεια. Υπάρχει μία μεγάλη κατηγορία λέξεων, που διά της δικής τους ιστορίας, αποκάλυψαν την άγνωστη προϊστορία. Αυτή είναι η ιστορία που δεν έχει επίσημα καταγραφεί ως τώρα και που συνήθως είναι συγκεχυμένη με την μυθολογία. Η τελευταία δεν είναι τίποτα άλλο παρά η συμβολική και συνεπώς η πιό αγνή ιστορική αλήθεια. Μπορούμε να συμπεράνουμε ότι όχι μόνο οι ελληνικές λέξεις αλλά και η ελληνική μυθολογία - ιστορία έχουν εμπλουτίσει τις δυτικές γλώσσες με όρους και νοήματα, των οποίων, τις περισσότερες φορές αγνοούμε την ελληνική τους προέλευση. Ονόματα όπως Ιβηρία, Ιταλία, Αίγυπτος, Αιθιοπία, Ισπανία, Κέλτες, Λισαβώνα, Ρώμη, Ιρλανδία έχουν ελληνική προέλευση. Λέξεις όπως "zante-ζάντες" που προέρχεται από την λέξη "άντυγες", τις ρόδες των αρχαιοελληνικών αρμάτων. Από το ρήμα "κορέω = καθαρίζω" προέρχονται οι λέξεις "cure", "sheriff", ο αρχαίος "τόρνος = κύκλος, περοφέρεια" έδωσε το όνομά του στον "τουρισμό", "tournament", "tourney". Σε λέξεις όπως "palace", "gondola", "dollar" η διήθηση των μελωδικών ελληνικών ήχων προκαλεί κατάπληξη και συνάρπαση. Πως η ελληνική λέξη "ναύκληρος", που στα Λατινικά προφερόταν "nauclerus" κατέληξε "nocher" στα Γαλλικά; Πως ο χαρακτηρισμός "βάρβαρος" κατέληξε "brave" στα αγγλικά και "bravo" στα Ιταλικά; Πως η λέξη "ελεημοσύνη", κατέληξε "alms" στα αγγλικά; Πως η λέξη "βαλάνειον", κατέληξε στα Γερμανικά "bad" και ονόμασε την, διάσημη για τα ιαματικά της λουτρά, πόλη baden baden;
Η ανθρωπογεωγραφία μάς βοηθά να εξηγούμε πώς οι διαφορετικές εκφράσεις ήχων εξαρτώνται από την στοματική κοιλότητα, τις φωνητικές δομές και την αναπνοή, που είναι εξαρτημένες απ' το κλίμα. Ψάχνοντας βαθύτερα, θα βρούμε ότι οι πρόγονοί μας, απο πολύ παλαιά έδιναν πλήρεις εξηγήσεις γιά το φαινόμενο αυτό. Ο Πλούταρχος, ο Διογένης, ο Διονύσιος ο Αλικαρνασσεύς, ο Πλάτωνας είχαν όλοι τους γράψει περί αυτού. Εδώ, θα αναφέρω μόνο μία ενδεικτική αξιοπρόσεκτη αναφορά από τον "Κρατύλο". Σωκράτης: «Τα μικρά ονόματα έχουν μεταβληθεί. Χάριν ευφωνίας προστίθωνται ή αφαιρούνται μερικά γράμματα ... αξιώνουν τη μετατροπή γιά να τα κάνουν ομορφότερα ... αλλάζουν στον χρόνο ...».
Δεν πρέπει να αγνοούμε το γεγονός ότι παλαιότερα, η ελληνική γλώσσα εκφράζονταν προφορικά. Οι 'Ελληνες, ως ναυτικός λαός «πολλαχή κατά θάλλατταν πλανώμενοι, γλώτταν την ελληνικήν επέβαλον». Είναι γνωστό ότι, με τον καιρό, οι ακουστικοί ήχοι έτειναν να γίνουν σύντομοι και οξείς. Η ίδια μετατροπή έλαβε χώρα και στα ελληνικά τοπωνύμια: Taormina αντί Ταυρομένιον, Yalta αντί Αιγιαλός, Agd αντί Αγάθη, Durazzo αντί τού Δυρράχιον, Ambourias αντί Εμπόρειον. H Νεάπολη έγινε Napoli στην Ιταλία, Napoul στην Γαλλία και Nabel στην Τυννησία. Γι' αυτό οι ιστορικοί, πολύ συχνά, αναγνωρίζουν τους ανθρώπους που ζούσαν σ' ένα μέρος μελετώντας γλωσσολογικά τα ονόματα των περιοχών. Το ταξίδι στις ελληνικές λέξεις έγινε συναρπαστικό όπως η γλώσσα περνά από τη μιά χώρα στην άλλη, από τη μία γενιά στην άλλη, η προφορά αλλάζει και μερικές φορές το ίδιο κάνει και το νόημα των λέξεων. Γιά παράδειγμα "πυρρός μανδύας" έγινε στα Λατινικά "birrum mantellum" και στα Ιταλικά κατέληξε να εκφράζει τον αστυνομικό, "sbirro", λόγω της κόκκινης στολής. Οταν το καπέλο προσαρτήθηκε στον "μανδύα", στα Γαλλικά έγινε "beret". Η αναπαραγωγή των ισχυρών ελληνικών "πρωτολέξεων" απ' τον Ευρωπαϊκό λόγο, έλαβε χώρα σταδιακά διαμέσω ποικίλων φάσεων και σταθμών στην Λατινική γλώσσα και σε άλλες γλώσσες εξίσου. Η κορύφωση όλων των εποχών ήταν η εποχή του Αυγούστου όταν χιλιάδες ελληνικών λέξεων διείσδυσαν στο Λατινικό λεξιλόγιο. Πολύ υλικό απ' το ελληνικό λεξιλόγιο εξόρμησε γιά μιά ακόμα φορά στην δύση όταν το Ευαγγέλιο και άλλα θρησκευτικά κείμενα μεταφράστηκαν στα Λατινικά, Γερμανικά, Αγγλικά, κατ' ευθείαν από το ελληνικό πρωτότυπο. Είναι αυτό που αποκαλείται εκκλησιαστικό λεξιλόγιο απ' το οποίο πολύς, απ' τον επίσημο και καθημερινό, λόγο διείσδυσε στις δυτικές γλώσσες.
Η απαρχή όλων αυτών των εισροών χάνεται στα βάθη της ιστορίας, όταν οι 'Ελληνες, σαν εφευρέτες και πρωτοπόροι, πλημμύρησαν με την διαλεκτική τους ποικιλία, τις πτωχές γειτονικές γλώσσες της εσπερίας, του υπερβορέα, της ανατολής και του νότου. Αυτό το συμπέρασμα, πηγάζει από τα τελευταία αποδεικτικά στοιχεία που πολλαπλασιάζονται χρόνο με το χρόνο. Με την χρήση υπολογιστών, οι τελευταίες ανακαλύψεις της αρχαιολογίας, γλωσσολογίας και της χειρογραφολογίας, πείθει την σύγχρονη επιστήμη γιά το τί ήταν γνωστό, όχι μόνο στους 'Ελληνες συγγραφείς αλλά και στους Λατίνους. Συγγραφείς σαν τον Κικέρωνα, τον Τάκιτο, τον Κοϊντιλιανό και τον Τυραννίωνα, στα έγγραφά τους αναφέρουν σαφώς περί της Ρωμαϊκής Διαλέκτου «ότι εστίν εκ της Ελληνικής» ή «Aeolica ratione est sermo noster simillibus» (η γλώσσα μας είναι πολύ κοντινή με την Αιολική διάλεκτο). Παλαιότεροι και σύγχρονοι επιστήμονες, συγγραφείς και ερευνητές γνωρίζουν ότι η μητέρα γλώσσα όλων των δυτικών γλωσσών (και όχο μόνο) είναι η ελληνική. Αλλά αυτό είναι μιά άλλη ιστορία ...!
Ο Ινδός καθηγητής γλωσσολογίας, πρόεδρος του "Ελληνικού Κύκλου" και διευθυντής του Ινδικού Υπουργείου Παιδείας κ. Sacramborty (ομιλεί 22 γλώσσες), ανεκοίνωσε χωρίς επιφύλαξη ότι η ελληνική γλώσσα δεν προέρχεται από τα Σανσκριτικά, αλλά το εντελώς αντίθετον. Το επίσημο περιοδικό του Ελληνοϊνδικού Ομίλου, ονομάζεται "Πελασγία" και η εφημερίδα τους "Samelan" που σημαίνει "Σελήνη" από τη "Σεμέλη", την μητέρα του Διονύσου. Ο Διόνυσος ήταν ο πρώτος που τα αρχαία χρόνια κατοίκησε την Ινδία. Από την "Ελληνική Ακαδημία της Βασκονίας", τα συμπεράσματα των επιστημονικών τους ερευνών, έρχονται το ένα μετά το άλλο. Πρόεδρος της επιστημονικής κοινότητας είναι ο Βάσκος ελληνιστής και καθηγητής των ανατολικών γλωσσών, Frederico Sagredo (Βραβείο Ομήρου το 1989 από το ίδρυμα Ωνάση). 'Εχουν συμπεράνει ότι η καλούμενη Βασκική γλώσσα έχει ελληνική προέλευση. Συμπεριλαμβάνει, όχι μόνο ρίζες, αλλά και ολόκληρες Πρωτοελληνικές, Πελασγικές λέξεις. Μετά από προσωπικές, επίμονες, εργαστηριακές και χρονοβόρες μελέτες στη σύγκριση των ελληνικών με τις 5 μεγαλύτερες ευρωπαϊκές γλώσσες, μία ελληνικά ομιλούσα Ευρώπη μου αποκαλύφθηκε, «Ελλάδος φθόγγον χέουσα», Αισχύλος.
Από τα απλά κύτταρα των ελληνικών πρωτοτύπων μέχρι τους πολυκυτταρικούς οργανισμούς των συγχρόνων λεξιλογίων, σχεδόν όλοι οι σύνδεσμοι, οι προθέσεις και οι καταλήξεις είναι ελληνικές. Οι σύνθετες και οι παράγωγες λέξεις είναι οι στρόφυγγες που πλημμυρίζουν τις δεξαμενές όλων των ευρωπαϊκών γλωσσών. Τελικά, έχουμε βγάλει το συμπέρασμα ότι πίσω από κάθε ελληνική λέξη βρίσκεται μιά άλλη παλαιότερη! Γιά τον επιστημονικό ερευνητή, η πίστη ότι η ελληνική γλώσσα είναι πάντα παρούσα «ουκ ην καιρός ότε ουκ ήν», δυναμώνει μέρα με τη μέρα.
Ο δανεισμός απ' τον αστείρευτο θησαυρό της ελληνικής γλώσσας δεν έχει ποτέ σταματήσει και ούτε πρόκειται διότι νέες ιδέες, νοήματα, αντικείμενα και καταστάσεις γεννιούνται συνεχώς. Παραθέτω σαν παράδειγμα δύο νέες λέξεις: Ευβίωση = Καλή ζωή, Τανατόνωση= ο ασθενής που γιά σύντομο χρονικό διάστημα πεθαίνει και επανέρχεται στην ζωή. Η ελληνική γλώσσα, λόγω της ελαστικότητάς της και της μαθηματικής της φύσεως, έχει το μοναδικό χαρακτηριστικό γνώρισμα να περιγράφει αναλυτικά ή συνθετικά όλα τα επουσιώδη νοήματα, λεπτομέρειες και συμπλέγματα. Τα φρούτα της πλαστικότητας της ελληνικής γλώσσας είναι το λεξιλόγιο και τα κύρια ονόματα. Από τα πιό γνωστά και σπουδαία ονόματα στα πιό διακεκριμένα και σπάνια, όπως αναφέρονται στα αρχαία κείμενα.
Για να πειστεί κάποιος μπορεί να ρίξει μιά ματιά σε δύο valumes της "Ιστορικής Βιβλιοθήκης" του Απολλοδώρου, στην απόκρυφη Ελληνική Γενεαλογία. Δεν είμαι πρόθυμη να εκφράσω ευχολογίες αλλά είναι απολύτως αναγκαίον να απαριθμήσω, όσο το δυνατόν πιό γρήγορα, αυτόν τον άγνωστο και παραμελημένο θησαυρό της ελληνικής Ονοματολογίας. Αυτό πρέπει να γίνει, όχι μόνο γιά να θαυμάσουμε τη μοναδική ποικιλία αλλά και τη σοφία των αρχαίων ελληνικών ονομάτων. Παρατηρώντας την αναγνώριση ενός προσώπου με το όνομά του, την προβολή της προσωπικότητάς του εξ ονόματος, καταλαβαίνουμε τις σύγχρονες επιστημονικές θεωρίες που ισχυρίζονται ότι ο ήχος τού ονόματος ενός ατόμου «το εφ' ώ τις καλείται», επηρεάζει την προσωπικότητα κάποιου, ανακινώντας κυτταρικές μνήμες. Μιά περίπτωση που αποδεικνύει την ιστορική αξία των ελληνικών ονομάτων είναι η εξής: Είναι γνωστό ότι οι Kalash κάτοικοι του Αφγανιστάν ισχυρίζονται ότι κατάγονται από τους στρατιώτες του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Οι ελληνικές τους ρίζες μπορούν να βρεθούν στο λεξιλόγιό τους, στα έπιπλά τους, στην ζωγραφική τους, στη μουσική τους ή και στο ρουχισμό τους. Παρ' όλα αυτά, έχουμε παραμελήσει το πιό σημαντικό αποδεικτικό στοιχείο, το όνομά τους (Κάλας) που ως τώρα θεωρούνταν Ινδικό. Αυτό συνέβει διότι δεν έχουμε διαιωνίσει ως τις μέρες μας το αρχαίο Μακεδονικό όνομα. Μπορεί να βρεθεί μόνο στο βιβλίο Ε/44,5/Πολυαίνου Στρατηγήματα: «... Οταν ο Μέμνων επετέθει στους Κυζικηνούς, φόραγε στο κεφάλι του την Μακεδονική περικεφαλαία. Βλέποντάς τον από τα τείχη της πόλεως, οι Κυζικηνοί τον πέρασαν γιά Κάλας, φίλο τους και σύμμαχο ...». Τό Κάλας είναι ελληνικό όνομα και όχι Ινδικό όπως νομίζαμε. Τα ελληνικά ονόματα συνθέτουν την εικόνα, την ψυχή, την ταυτότητα και την ιστορία του έθνους μας.
*η 'Αννα Τζιροπούλου-Ευσταθίου είναι φιλόλογος και τακτικό μέλος της Ελληνικής Ακαδημίας του Μπιλμπάο .
Πηγή: http://www.abnet.agrino.org
'Ολοι γνωρίζουμε ότι η ελληνική γλώσσα είναι η παλαιότερη από όλες τις σημερινές ευρωπαϊκές γλώσσες. Παρ' όλα αυτά δεν είναι δυνατόν να καθορίσουμε την ακριβή της ηλικία, είναι πάντως πολύ αρχαιότερη απ' ότι μας εδίδαξαν στο σχολείο. Αυτό μπορεί να επιβεβαιωθεί από τους πίνακες που για χιλιάδες χρόνια ήταν θαμμένοι στην ελληνική γη και αποκαλύφθηκαν κατά τη διάρκεια του περασμένου αιώνα (ο τελευταίος πίνακας βρέθηκε στο Δισπηλιό της Καστοριάς και χρονολογήθηκε τουλάχιστον στο 5000 π.Χ). Αυτό το στοιχείο μάς έκανε να συνειδητοποιήσουμε ότι στην πραγματικότητα δεν γνωρίζουμε και πολλά πράγματα για την απαρχή της ελληνικής γλώσσας. 'Οπως έλεγαν και οι αρχαίοι 'Ελληνες «άγει εις φως την αλήθεια ο χρόνος», είναι βέβαιον ότι οι πολλές και διάφορες παραποιήσεις ή λανθασμένες θεωρίες συντελούν στην αλλοίωση της ελληνικής γλώσσας και ήδη αυτό έχει αρχίσει να επαληθεύεται.
Δεν είναι μόνο γνωστό αλλά και προφανές ότι όλες οι τέχνες και οι επιστήμες γεννήθηκαν, αναπτύχθηκαν και ακόμα διευθύνονται απ' το αγνό ελληνικό λεξιλόγιο. Η ελληνική γλώσσα τροφοδοτεί όλες εκείνες τις υψηλής πνευματικότητας λέξεις που μπορούν να εκφράσουν όλες τις αφηρημένες έννοιες. Χωρίς καμμία εξαίρεση σε όλες τις ευρωπαϊκές (και όχι μόνο) γλώσσες η συντριπτική πλειοψηφία της καθημερινής ομιλίας εμπεριέχει ελληνικής προελεύσεως λέξεις. Αναφέρομαι σε χιλιάδες λέξεων που στο πρώτο άκουσμα δεν μπορούν να αναγνωριστούν ως ελληνικές λόγω της αλλοίωσης που έχουν υποστεί στο χρόνο ή λόγω του ότι προέρχονται από αρχαιοελληνικές λέξεις ή ονόματα που οι σύγχρονοι 'Ελληνες αδυνατούν να αναγνωρίσουν.
Η "λεξιλογική ανάλυση", που είναι η ετυμολογική και ιστορική ανάλυση μιας λέξεως, φανερώνει τον αρχαίο αλλά οικείο ελληνικό λόγο. Πολλές φορές, αυτές οι ελληνικές "Πρωτολέξεις", αυθεντικές δηλαδή λέξεις, επιστρέφουν στην ομιλούμενη ελληνική γλώσσα ως ξένες. Είναι τα λεγόμενα αναδάνεια. Υπάρχει μία μεγάλη κατηγορία λέξεων, που διά της δικής τους ιστορίας, αποκάλυψαν την άγνωστη προϊστορία. Αυτή είναι η ιστορία που δεν έχει επίσημα καταγραφεί ως τώρα και που συνήθως είναι συγκεχυμένη με την μυθολογία. Η τελευταία δεν είναι τίποτα άλλο παρά η συμβολική και συνεπώς η πιό αγνή ιστορική αλήθεια. Μπορούμε να συμπεράνουμε ότι όχι μόνο οι ελληνικές λέξεις αλλά και η ελληνική μυθολογία - ιστορία έχουν εμπλουτίσει τις δυτικές γλώσσες με όρους και νοήματα, των οποίων, τις περισσότερες φορές αγνοούμε την ελληνική τους προέλευση. Ονόματα όπως Ιβηρία, Ιταλία, Αίγυπτος, Αιθιοπία, Ισπανία, Κέλτες, Λισαβώνα, Ρώμη, Ιρλανδία έχουν ελληνική προέλευση. Λέξεις όπως "zante-ζάντες" που προέρχεται από την λέξη "άντυγες", τις ρόδες των αρχαιοελληνικών αρμάτων. Από το ρήμα "κορέω = καθαρίζω" προέρχονται οι λέξεις "cure", "sheriff", ο αρχαίος "τόρνος = κύκλος, περοφέρεια" έδωσε το όνομά του στον "τουρισμό", "tournament", "tourney". Σε λέξεις όπως "palace", "gondola", "dollar" η διήθηση των μελωδικών ελληνικών ήχων προκαλεί κατάπληξη και συνάρπαση. Πως η ελληνική λέξη "ναύκληρος", που στα Λατινικά προφερόταν "nauclerus" κατέληξε "nocher" στα Γαλλικά; Πως ο χαρακτηρισμός "βάρβαρος" κατέληξε "brave" στα αγγλικά και "bravo" στα Ιταλικά; Πως η λέξη "ελεημοσύνη", κατέληξε "alms" στα αγγλικά; Πως η λέξη "βαλάνειον", κατέληξε στα Γερμανικά "bad" και ονόμασε την, διάσημη για τα ιαματικά της λουτρά, πόλη baden baden;
Η ανθρωπογεωγραφία μάς βοηθά να εξηγούμε πώς οι διαφορετικές εκφράσεις ήχων εξαρτώνται από την στοματική κοιλότητα, τις φωνητικές δομές και την αναπνοή, που είναι εξαρτημένες απ' το κλίμα. Ψάχνοντας βαθύτερα, θα βρούμε ότι οι πρόγονοί μας, απο πολύ παλαιά έδιναν πλήρεις εξηγήσεις γιά το φαινόμενο αυτό. Ο Πλούταρχος, ο Διογένης, ο Διονύσιος ο Αλικαρνασσεύς, ο Πλάτωνας είχαν όλοι τους γράψει περί αυτού. Εδώ, θα αναφέρω μόνο μία ενδεικτική αξιοπρόσεκτη αναφορά από τον "Κρατύλο". Σωκράτης: «Τα μικρά ονόματα έχουν μεταβληθεί. Χάριν ευφωνίας προστίθωνται ή αφαιρούνται μερικά γράμματα ... αξιώνουν τη μετατροπή γιά να τα κάνουν ομορφότερα ... αλλάζουν στον χρόνο ...».
Δεν πρέπει να αγνοούμε το γεγονός ότι παλαιότερα, η ελληνική γλώσσα εκφράζονταν προφορικά. Οι 'Ελληνες, ως ναυτικός λαός «πολλαχή κατά θάλλατταν πλανώμενοι, γλώτταν την ελληνικήν επέβαλον». Είναι γνωστό ότι, με τον καιρό, οι ακουστικοί ήχοι έτειναν να γίνουν σύντομοι και οξείς. Η ίδια μετατροπή έλαβε χώρα και στα ελληνικά τοπωνύμια: Taormina αντί Ταυρομένιον, Yalta αντί Αιγιαλός, Agd αντί Αγάθη, Durazzo αντί τού Δυρράχιον, Ambourias αντί Εμπόρειον. H Νεάπολη έγινε Napoli στην Ιταλία, Napoul στην Γαλλία και Nabel στην Τυννησία. Γι' αυτό οι ιστορικοί, πολύ συχνά, αναγνωρίζουν τους ανθρώπους που ζούσαν σ' ένα μέρος μελετώντας γλωσσολογικά τα ονόματα των περιοχών. Το ταξίδι στις ελληνικές λέξεις έγινε συναρπαστικό όπως η γλώσσα περνά από τη μιά χώρα στην άλλη, από τη μία γενιά στην άλλη, η προφορά αλλάζει και μερικές φορές το ίδιο κάνει και το νόημα των λέξεων. Γιά παράδειγμα "πυρρός μανδύας" έγινε στα Λατινικά "birrum mantellum" και στα Ιταλικά κατέληξε να εκφράζει τον αστυνομικό, "sbirro", λόγω της κόκκινης στολής. Οταν το καπέλο προσαρτήθηκε στον "μανδύα", στα Γαλλικά έγινε "beret". Η αναπαραγωγή των ισχυρών ελληνικών "πρωτολέξεων" απ' τον Ευρωπαϊκό λόγο, έλαβε χώρα σταδιακά διαμέσω ποικίλων φάσεων και σταθμών στην Λατινική γλώσσα και σε άλλες γλώσσες εξίσου. Η κορύφωση όλων των εποχών ήταν η εποχή του Αυγούστου όταν χιλιάδες ελληνικών λέξεων διείσδυσαν στο Λατινικό λεξιλόγιο. Πολύ υλικό απ' το ελληνικό λεξιλόγιο εξόρμησε γιά μιά ακόμα φορά στην δύση όταν το Ευαγγέλιο και άλλα θρησκευτικά κείμενα μεταφράστηκαν στα Λατινικά, Γερμανικά, Αγγλικά, κατ' ευθείαν από το ελληνικό πρωτότυπο. Είναι αυτό που αποκαλείται εκκλησιαστικό λεξιλόγιο απ' το οποίο πολύς, απ' τον επίσημο και καθημερινό, λόγο διείσδυσε στις δυτικές γλώσσες.
Η απαρχή όλων αυτών των εισροών χάνεται στα βάθη της ιστορίας, όταν οι 'Ελληνες, σαν εφευρέτες και πρωτοπόροι, πλημμύρησαν με την διαλεκτική τους ποικιλία, τις πτωχές γειτονικές γλώσσες της εσπερίας, του υπερβορέα, της ανατολής και του νότου. Αυτό το συμπέρασμα, πηγάζει από τα τελευταία αποδεικτικά στοιχεία που πολλαπλασιάζονται χρόνο με το χρόνο. Με την χρήση υπολογιστών, οι τελευταίες ανακαλύψεις της αρχαιολογίας, γλωσσολογίας και της χειρογραφολογίας, πείθει την σύγχρονη επιστήμη γιά το τί ήταν γνωστό, όχι μόνο στους 'Ελληνες συγγραφείς αλλά και στους Λατίνους. Συγγραφείς σαν τον Κικέρωνα, τον Τάκιτο, τον Κοϊντιλιανό και τον Τυραννίωνα, στα έγγραφά τους αναφέρουν σαφώς περί της Ρωμαϊκής Διαλέκτου «ότι εστίν εκ της Ελληνικής» ή «Aeolica ratione est sermo noster simillibus» (η γλώσσα μας είναι πολύ κοντινή με την Αιολική διάλεκτο). Παλαιότεροι και σύγχρονοι επιστήμονες, συγγραφείς και ερευνητές γνωρίζουν ότι η μητέρα γλώσσα όλων των δυτικών γλωσσών (και όχο μόνο) είναι η ελληνική. Αλλά αυτό είναι μιά άλλη ιστορία ...!
Ο Ινδός καθηγητής γλωσσολογίας, πρόεδρος του "Ελληνικού Κύκλου" και διευθυντής του Ινδικού Υπουργείου Παιδείας κ. Sacramborty (ομιλεί 22 γλώσσες), ανεκοίνωσε χωρίς επιφύλαξη ότι η ελληνική γλώσσα δεν προέρχεται από τα Σανσκριτικά, αλλά το εντελώς αντίθετον. Το επίσημο περιοδικό του Ελληνοϊνδικού Ομίλου, ονομάζεται "Πελασγία" και η εφημερίδα τους "Samelan" που σημαίνει "Σελήνη" από τη "Σεμέλη", την μητέρα του Διονύσου. Ο Διόνυσος ήταν ο πρώτος που τα αρχαία χρόνια κατοίκησε την Ινδία. Από την "Ελληνική Ακαδημία της Βασκονίας", τα συμπεράσματα των επιστημονικών τους ερευνών, έρχονται το ένα μετά το άλλο. Πρόεδρος της επιστημονικής κοινότητας είναι ο Βάσκος ελληνιστής και καθηγητής των ανατολικών γλωσσών, Frederico Sagredo (Βραβείο Ομήρου το 1989 από το ίδρυμα Ωνάση). 'Εχουν συμπεράνει ότι η καλούμενη Βασκική γλώσσα έχει ελληνική προέλευση. Συμπεριλαμβάνει, όχι μόνο ρίζες, αλλά και ολόκληρες Πρωτοελληνικές, Πελασγικές λέξεις. Μετά από προσωπικές, επίμονες, εργαστηριακές και χρονοβόρες μελέτες στη σύγκριση των ελληνικών με τις 5 μεγαλύτερες ευρωπαϊκές γλώσσες, μία ελληνικά ομιλούσα Ευρώπη μου αποκαλύφθηκε, «Ελλάδος φθόγγον χέουσα», Αισχύλος.
Από τα απλά κύτταρα των ελληνικών πρωτοτύπων μέχρι τους πολυκυτταρικούς οργανισμούς των συγχρόνων λεξιλογίων, σχεδόν όλοι οι σύνδεσμοι, οι προθέσεις και οι καταλήξεις είναι ελληνικές. Οι σύνθετες και οι παράγωγες λέξεις είναι οι στρόφυγγες που πλημμυρίζουν τις δεξαμενές όλων των ευρωπαϊκών γλωσσών. Τελικά, έχουμε βγάλει το συμπέρασμα ότι πίσω από κάθε ελληνική λέξη βρίσκεται μιά άλλη παλαιότερη! Γιά τον επιστημονικό ερευνητή, η πίστη ότι η ελληνική γλώσσα είναι πάντα παρούσα «ουκ ην καιρός ότε ουκ ήν», δυναμώνει μέρα με τη μέρα.
Ο δανεισμός απ' τον αστείρευτο θησαυρό της ελληνικής γλώσσας δεν έχει ποτέ σταματήσει και ούτε πρόκειται διότι νέες ιδέες, νοήματα, αντικείμενα και καταστάσεις γεννιούνται συνεχώς. Παραθέτω σαν παράδειγμα δύο νέες λέξεις: Ευβίωση = Καλή ζωή, Τανατόνωση= ο ασθενής που γιά σύντομο χρονικό διάστημα πεθαίνει και επανέρχεται στην ζωή. Η ελληνική γλώσσα, λόγω της ελαστικότητάς της και της μαθηματικής της φύσεως, έχει το μοναδικό χαρακτηριστικό γνώρισμα να περιγράφει αναλυτικά ή συνθετικά όλα τα επουσιώδη νοήματα, λεπτομέρειες και συμπλέγματα. Τα φρούτα της πλαστικότητας της ελληνικής γλώσσας είναι το λεξιλόγιο και τα κύρια ονόματα. Από τα πιό γνωστά και σπουδαία ονόματα στα πιό διακεκριμένα και σπάνια, όπως αναφέρονται στα αρχαία κείμενα.
Για να πειστεί κάποιος μπορεί να ρίξει μιά ματιά σε δύο valumes της "Ιστορικής Βιβλιοθήκης" του Απολλοδώρου, στην απόκρυφη Ελληνική Γενεαλογία. Δεν είμαι πρόθυμη να εκφράσω ευχολογίες αλλά είναι απολύτως αναγκαίον να απαριθμήσω, όσο το δυνατόν πιό γρήγορα, αυτόν τον άγνωστο και παραμελημένο θησαυρό της ελληνικής Ονοματολογίας. Αυτό πρέπει να γίνει, όχι μόνο γιά να θαυμάσουμε τη μοναδική ποικιλία αλλά και τη σοφία των αρχαίων ελληνικών ονομάτων. Παρατηρώντας την αναγνώριση ενός προσώπου με το όνομά του, την προβολή της προσωπικότητάς του εξ ονόματος, καταλαβαίνουμε τις σύγχρονες επιστημονικές θεωρίες που ισχυρίζονται ότι ο ήχος τού ονόματος ενός ατόμου «το εφ' ώ τις καλείται», επηρεάζει την προσωπικότητα κάποιου, ανακινώντας κυτταρικές μνήμες. Μιά περίπτωση που αποδεικνύει την ιστορική αξία των ελληνικών ονομάτων είναι η εξής: Είναι γνωστό ότι οι Kalash κάτοικοι του Αφγανιστάν ισχυρίζονται ότι κατάγονται από τους στρατιώτες του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Οι ελληνικές τους ρίζες μπορούν να βρεθούν στο λεξιλόγιό τους, στα έπιπλά τους, στην ζωγραφική τους, στη μουσική τους ή και στο ρουχισμό τους. Παρ' όλα αυτά, έχουμε παραμελήσει το πιό σημαντικό αποδεικτικό στοιχείο, το όνομά τους (Κάλας) που ως τώρα θεωρούνταν Ινδικό. Αυτό συνέβει διότι δεν έχουμε διαιωνίσει ως τις μέρες μας το αρχαίο Μακεδονικό όνομα. Μπορεί να βρεθεί μόνο στο βιβλίο Ε/44,5/Πολυαίνου Στρατηγήματα: «... Οταν ο Μέμνων επετέθει στους Κυζικηνούς, φόραγε στο κεφάλι του την Μακεδονική περικεφαλαία. Βλέποντάς τον από τα τείχη της πόλεως, οι Κυζικηνοί τον πέρασαν γιά Κάλας, φίλο τους και σύμμαχο ...». Τό Κάλας είναι ελληνικό όνομα και όχι Ινδικό όπως νομίζαμε. Τα ελληνικά ονόματα συνθέτουν την εικόνα, την ψυχή, την ταυτότητα και την ιστορία του έθνους μας.
*η 'Αννα Τζιροπούλου-Ευσταθίου είναι φιλόλογος και τακτικό μέλος της Ελληνικής Ακαδημίας του Μπιλμπάο .
Πηγή: http://www.abnet.agrino.org
Με το ν και με τον τόνο· ορθογραφικές προτάσεις
»»» του Γιώργου Μπαμπινιώτη
Συχνά και τα φαινομενικώς μικρά θέματα στη γλώσσα έχουν τη σημασία τους, όταν λύνουν μεγαλύτερα ή μικρότερα προβλήματα που έχει να αντιμετωπίσει καθημερινώς στον γραπτό λόγο του ο ομιλητής τής ελληνικής γλώσσας. Θα συζητήσω δύο τέτοια προβληματικά σημεία και θα συστήσω στους αναγνώστες τού κειμένου μου να εφαρμόσουν κι αυτοί στον δικό τους γραπτό λόγο τις πρακτικές λύσεις που προτείνω. Οσοι γράφουν την Ελληνική ίσως βρουν χρήσιμες, σκόπιμες και λειτουργικές τις παρατηρήσεις μου με πιθανή προοπτική να υιοθετηθούν γενικότερα στην προσεκτική χρήση τού γραπτού λόγου τής Ελληνικής. Διασαφώ ότι οι παρατηρήσεις μου παραμένουν στο πλαίσιο τής μονοτονικής γραφής και αποσκοπούν στη βελτίωσή της.
«τον» (με ν) παντού αντί «το».
Από την ισχύουσα γραμματική ξέρουμε ότι το άρθρο τον (και τα την, έναν, δεν και μην) «φυλάγουν το τελικό ν, όταν η ακόλουθη λέξη αρχίζει από φωνήεν ή από σύμφωνο στιγμιαίο (κ, π, τ, μπ, ντ, γκ, τσ, τζ) ή διπλό (ξ, ψ)». Στις υπόλοιπες περιπτώσεις χρησιμοποιούνται χωρίς ν. Παραδείγματα: τον αέρα, τον τόπο το γέρο, το φόβο. Η γραμματική επίσης διδάσκει ότι «το τελικό ν φυλάγεται πάντοτε στο άρθρο των, στην προσωπική αντωνυμία τού τρίτου προσώπου τον, καθώς και στο τροπικό επίρρημα σαν». Παραδείγματα: τον βλέπω, φώναξέ τον. Επομένως το τον, που μας ενδιαφέρει εδώ, αν μεν είναι άρθρο παίρνει ή δεν παίρνει ν ανάλογα με το περιβάλλον, αν είναι αντωνυμία παίρνει πάντοτε ν. Η ρύθμιση αυτή γιατί για κανονιστική ρύθμιση πρόκειται με βάση την προφορά έχει δύο αδυναμίες: α) δεν επιτρέπει στον αναγνώστη τού κειμένου να διακρίνει αμέσως αν πρόκειται για το αρσενικό άρθρο τον ή για το ουδέτερο άρθρο το (το γιατρό = το γιαπί, το φίλο = το φύλο, το βυθό = το βουνό, το χώρο = το χέρι, το Γιάννη,το Βασίλη, το Χρίστο κ.τ.ό.)· και β) ρυθμίζει διαφορετικά το άρθρο τον και την αντωνυμία τον (πάλι με κριτήριο την προφορά): το βωμό, αλλά τον βλέπω· το φόρο, αλλά τον φέρνει, το γέρο, αλλά τον γέλασαν. Οπως παρατηρεί ο καθηγητής Αγαπητός Τσοπανάκης στη «Νεοελληνική Γραμματική» του (Αθήνα 1994, σελ. 172-3): «Το σημαντικότερο πρόβλημα, που κάμνουμε ότι δεν το καταλαβαίνουμε, είναι η ματαιότητα τής προσπάθειάς μας να απομνημονεύσουμε τους κανόνες τής αφομοίωσης ή τής διατήρησης τού -ν μπροστά σ' αυτά ή εκείνα τα σύμφωνα ή φωνήεντα, κανόνες που [...] η γραπτή γλώσσα τούς μπερδεύει ή τους αγνοεί [...] όπως το βλέπουμε όλοι μας κάθε μέρα σε όλα τα κείμενα. Αυτό συμβαίνει, επειδή κανένας δεν ξέρει τα άηχα στιγμιαία ή εξακολουθητικά ούτε τα ηχηρά στιγμιαία ή εξακολουθητικά σύμφωνα, για να προσαρμόζει ανάλογα το γράψιμό τους».
Πρόταση (εφαρμόζεται ήδη από παλιά από τον καθηγητή Τσοπανάκη, από τον γράφοντα όχι το γράφοντα! και από άλλους): το αρσενικό άρθρον τον να γράφεται πάντοτε με ν, ώστε να ξεχωρίζει από το ουδέτερο το, όπως γίνεται ήδη με την προσωπική αντωνυμία τον (πάντοτε με ν) που με το ν διακρίνεται κι αυτή από το ουδέτερο το. Προτείνεται δηλ. να γράφουμε: τον γιατρό (όχι το γιατρό), τον φίλο (όχι το φίλο), τον βυθό, τον χώρο, τον βωμό, τον φόρο, τον γέρο, τον Γιάννη, τον Βασίλη, τον Χρίστο κ.τ.ό. Αυτό δεν χρειάζεται να γίνεται με το θηλυκό άρθρο την, που θα ήταν μεν ευκολότερο να γράφεται πάντοτε με -ν, αλλά που αυτή η γραφή δεν έχει λειτουργικό χαρακτήρα (το την δεν συμπίπτει με κάτι άλλο, από το οποίο να χρειάζεται να το διακρίνουμε). Σωστά χρησιμοποιείται πάντοτε το ν στο των (των φίλων) και στο σαν (σαν θάλασσα), κι αυτό θα έπρεπε να γίνεται και με το δεν (ο γράφων χρησιμοποιεί πάντοτε το ν με το δεν) ώστε να ξεχωρίζει και από τον σύνδεσμο (όχι... το σύνδεσμο) δε (δεν συμφωνεί, επιπλέον δε ισχυρίζεται ότι...).
«τού» και «τής» (με τόνο) αντί «του» και «της».
Σε προτάσεις όπως λ.χ. «ένας από τους γνωστότερους μελετητές της ιστορίας του γλωσσικού ζητήματος υποστηρίζει» ή «δεν είναι συμβατά με τους σκοπούς της εκπαίδευσης και των πολιτών της Ενωμένης Ευρώπης» τα άρθρα του και της στη γρήγορη ανάγνωση συγχέονται με τα κτητικά του και της προκαλώντας δυσχέρεια στην ανάγνωση και κατανόηση των γραφομένων (μελετητές της ή μελετητές τής ιστορίας, ιστορίας του ή ιστορίας τού γλωσσικού, τους σκοπούς της ή τους σκοπούς τής εκπαίδευσης κ.ο.κ.). Βεβαίως, τα συμφραζόμενα, αν σταθεί κανείς να σκεφθεί, μπορούν να αποσαφηνίσουν τελικά αν πρόκειται για κτητικό (που πρέπει να συνδεθεί με την προηγούμενη λέξη) ή για άρθρο (που συνδέεται με την επόμενη λέξη). Ωστόσο, η γραφή, όταν και όσο μπορεί, είναι καλό να αποφεύγει τέτοιες αμφισημίες που έχουν επιπτώσεις στη γρήγορη, εύκολη και σωστή κατανόηση τού κειμένου.
Πρόταση: Στις περιπτώσεις αυτές είναι σκόπιμο να τονίζεται το άρθρο τού/τής μολονότι μονοσύλλαβο και να διακρίνεται με τον τονισμό από το αντίστοιχο κτητικό: «ένας από τους γνωστότερους μελετητές τής ιστορίας τού γλωσσικού ζητήματος υποστηρίζει» και «με τους σκοπούς τής εκπαίδευσης και των πολιτών τής Ενωμένης Ευρώπης». Με αυτό τον τρόπο θα αποφευχθούν «κομπιάσματα» στην ανάγνωση - κατανόηση του κειμένου, χωρίς να αίρεται το μονοτονικό που ούτως ή άλλως καταφεύγει στον τονισμό για να αποφύγει την αμφισημία σε ανάλογες περιπτώσεις (γράφουμε: «η εταιρεία τού έδωσε», για να δείξουμε ότι πρόκειται για προσωπική αντωνυμία που διαφέρει από την κτητική, που την γράφουμε χωρίς τόνο «η εταιρεία του έδωσε»). Ο τονισμός των άρθρων του και της θα έπρεπε να επεκταθεί και στις περιπτώσεις που δεν υπάρχει φόβος σύγχυσης, για να αποφευχθούν οι εξαιρέσεις που θα μείωναν την ευκολία εφαρμογής τού γενικού κανόνα, ο οποίος πρέπει να είναι ότι «τα άρθρα τού και τής τονίζονται πάντοτε» (να ισχύει δηλ. και σε περιπτώσεις όπως λ.χ.: «η προστασία τής ελευθερίας τού λόγου και τής έρευνας» και «τάσσεται υπέρ τού νόμου»).
Σημείωση: Στο παρόν κείμενο έχουν τηρηθεί το ν τού τον και ο τονισμός των τού και τής για να χρησιμεύσουν ως παραδείγματα τής πρότασής μου. Οι ίδιοι κανόνες εφαρμόζονται στο Λεξικό μου και στη «Γραμματική τής Νέας Ελληνικής» (α' τόμος), που έχουμε γράψει με τον Χρ. Κλαίρη. Με εισήγησή μου το σύστημα αυτό έχει εφαρμοσθεί και στην εγκυκλοπαίδεια «Πάπυρος - Λαρούς - Μπριτάννικα».
*ο κ. Γ. Μπαμπινιώτης είναι καθηγητής της Γλωσσολογίας στο Παν. Αθηνών.
Πηγή: www.tovima.gr
Συχνά και τα φαινομενικώς μικρά θέματα στη γλώσσα έχουν τη σημασία τους, όταν λύνουν μεγαλύτερα ή μικρότερα προβλήματα που έχει να αντιμετωπίσει καθημερινώς στον γραπτό λόγο του ο ομιλητής τής ελληνικής γλώσσας. Θα συζητήσω δύο τέτοια προβληματικά σημεία και θα συστήσω στους αναγνώστες τού κειμένου μου να εφαρμόσουν κι αυτοί στον δικό τους γραπτό λόγο τις πρακτικές λύσεις που προτείνω. Οσοι γράφουν την Ελληνική ίσως βρουν χρήσιμες, σκόπιμες και λειτουργικές τις παρατηρήσεις μου με πιθανή προοπτική να υιοθετηθούν γενικότερα στην προσεκτική χρήση τού γραπτού λόγου τής Ελληνικής. Διασαφώ ότι οι παρατηρήσεις μου παραμένουν στο πλαίσιο τής μονοτονικής γραφής και αποσκοπούν στη βελτίωσή της.
«τον» (με ν) παντού αντί «το».
Από την ισχύουσα γραμματική ξέρουμε ότι το άρθρο τον (και τα την, έναν, δεν και μην) «φυλάγουν το τελικό ν, όταν η ακόλουθη λέξη αρχίζει από φωνήεν ή από σύμφωνο στιγμιαίο (κ, π, τ, μπ, ντ, γκ, τσ, τζ) ή διπλό (ξ, ψ)». Στις υπόλοιπες περιπτώσεις χρησιμοποιούνται χωρίς ν. Παραδείγματα: τον αέρα, τον τόπο το γέρο, το φόβο. Η γραμματική επίσης διδάσκει ότι «το τελικό ν φυλάγεται πάντοτε στο άρθρο των, στην προσωπική αντωνυμία τού τρίτου προσώπου τον, καθώς και στο τροπικό επίρρημα σαν». Παραδείγματα: τον βλέπω, φώναξέ τον. Επομένως το τον, που μας ενδιαφέρει εδώ, αν μεν είναι άρθρο παίρνει ή δεν παίρνει ν ανάλογα με το περιβάλλον, αν είναι αντωνυμία παίρνει πάντοτε ν. Η ρύθμιση αυτή γιατί για κανονιστική ρύθμιση πρόκειται με βάση την προφορά έχει δύο αδυναμίες: α) δεν επιτρέπει στον αναγνώστη τού κειμένου να διακρίνει αμέσως αν πρόκειται για το αρσενικό άρθρο τον ή για το ουδέτερο άρθρο το (το γιατρό = το γιαπί, το φίλο = το φύλο, το βυθό = το βουνό, το χώρο = το χέρι, το Γιάννη,το Βασίλη, το Χρίστο κ.τ.ό.)· και β) ρυθμίζει διαφορετικά το άρθρο τον και την αντωνυμία τον (πάλι με κριτήριο την προφορά): το βωμό, αλλά τον βλέπω· το φόρο, αλλά τον φέρνει, το γέρο, αλλά τον γέλασαν. Οπως παρατηρεί ο καθηγητής Αγαπητός Τσοπανάκης στη «Νεοελληνική Γραμματική» του (Αθήνα 1994, σελ. 172-3): «Το σημαντικότερο πρόβλημα, που κάμνουμε ότι δεν το καταλαβαίνουμε, είναι η ματαιότητα τής προσπάθειάς μας να απομνημονεύσουμε τους κανόνες τής αφομοίωσης ή τής διατήρησης τού -ν μπροστά σ' αυτά ή εκείνα τα σύμφωνα ή φωνήεντα, κανόνες που [...] η γραπτή γλώσσα τούς μπερδεύει ή τους αγνοεί [...] όπως το βλέπουμε όλοι μας κάθε μέρα σε όλα τα κείμενα. Αυτό συμβαίνει, επειδή κανένας δεν ξέρει τα άηχα στιγμιαία ή εξακολουθητικά ούτε τα ηχηρά στιγμιαία ή εξακολουθητικά σύμφωνα, για να προσαρμόζει ανάλογα το γράψιμό τους».
Πρόταση (εφαρμόζεται ήδη από παλιά από τον καθηγητή Τσοπανάκη, από τον γράφοντα όχι το γράφοντα! και από άλλους): το αρσενικό άρθρον τον να γράφεται πάντοτε με ν, ώστε να ξεχωρίζει από το ουδέτερο το, όπως γίνεται ήδη με την προσωπική αντωνυμία τον (πάντοτε με ν) που με το ν διακρίνεται κι αυτή από το ουδέτερο το. Προτείνεται δηλ. να γράφουμε: τον γιατρό (όχι το γιατρό), τον φίλο (όχι το φίλο), τον βυθό, τον χώρο, τον βωμό, τον φόρο, τον γέρο, τον Γιάννη, τον Βασίλη, τον Χρίστο κ.τ.ό. Αυτό δεν χρειάζεται να γίνεται με το θηλυκό άρθρο την, που θα ήταν μεν ευκολότερο να γράφεται πάντοτε με -ν, αλλά που αυτή η γραφή δεν έχει λειτουργικό χαρακτήρα (το την δεν συμπίπτει με κάτι άλλο, από το οποίο να χρειάζεται να το διακρίνουμε). Σωστά χρησιμοποιείται πάντοτε το ν στο των (των φίλων) και στο σαν (σαν θάλασσα), κι αυτό θα έπρεπε να γίνεται και με το δεν (ο γράφων χρησιμοποιεί πάντοτε το ν με το δεν) ώστε να ξεχωρίζει και από τον σύνδεσμο (όχι... το σύνδεσμο) δε (δεν συμφωνεί, επιπλέον δε ισχυρίζεται ότι...).
«τού» και «τής» (με τόνο) αντί «του» και «της».
Σε προτάσεις όπως λ.χ. «ένας από τους γνωστότερους μελετητές της ιστορίας του γλωσσικού ζητήματος υποστηρίζει» ή «δεν είναι συμβατά με τους σκοπούς της εκπαίδευσης και των πολιτών της Ενωμένης Ευρώπης» τα άρθρα του και της στη γρήγορη ανάγνωση συγχέονται με τα κτητικά του και της προκαλώντας δυσχέρεια στην ανάγνωση και κατανόηση των γραφομένων (μελετητές της ή μελετητές τής ιστορίας, ιστορίας του ή ιστορίας τού γλωσσικού, τους σκοπούς της ή τους σκοπούς τής εκπαίδευσης κ.ο.κ.). Βεβαίως, τα συμφραζόμενα, αν σταθεί κανείς να σκεφθεί, μπορούν να αποσαφηνίσουν τελικά αν πρόκειται για κτητικό (που πρέπει να συνδεθεί με την προηγούμενη λέξη) ή για άρθρο (που συνδέεται με την επόμενη λέξη). Ωστόσο, η γραφή, όταν και όσο μπορεί, είναι καλό να αποφεύγει τέτοιες αμφισημίες που έχουν επιπτώσεις στη γρήγορη, εύκολη και σωστή κατανόηση τού κειμένου.
Πρόταση: Στις περιπτώσεις αυτές είναι σκόπιμο να τονίζεται το άρθρο τού/τής μολονότι μονοσύλλαβο και να διακρίνεται με τον τονισμό από το αντίστοιχο κτητικό: «ένας από τους γνωστότερους μελετητές τής ιστορίας τού γλωσσικού ζητήματος υποστηρίζει» και «με τους σκοπούς τής εκπαίδευσης και των πολιτών τής Ενωμένης Ευρώπης». Με αυτό τον τρόπο θα αποφευχθούν «κομπιάσματα» στην ανάγνωση - κατανόηση του κειμένου, χωρίς να αίρεται το μονοτονικό που ούτως ή άλλως καταφεύγει στον τονισμό για να αποφύγει την αμφισημία σε ανάλογες περιπτώσεις (γράφουμε: «η εταιρεία τού έδωσε», για να δείξουμε ότι πρόκειται για προσωπική αντωνυμία που διαφέρει από την κτητική, που την γράφουμε χωρίς τόνο «η εταιρεία του έδωσε»). Ο τονισμός των άρθρων του και της θα έπρεπε να επεκταθεί και στις περιπτώσεις που δεν υπάρχει φόβος σύγχυσης, για να αποφευχθούν οι εξαιρέσεις που θα μείωναν την ευκολία εφαρμογής τού γενικού κανόνα, ο οποίος πρέπει να είναι ότι «τα άρθρα τού και τής τονίζονται πάντοτε» (να ισχύει δηλ. και σε περιπτώσεις όπως λ.χ.: «η προστασία τής ελευθερίας τού λόγου και τής έρευνας» και «τάσσεται υπέρ τού νόμου»).
Σημείωση: Στο παρόν κείμενο έχουν τηρηθεί το ν τού τον και ο τονισμός των τού και τής για να χρησιμεύσουν ως παραδείγματα τής πρότασής μου. Οι ίδιοι κανόνες εφαρμόζονται στο Λεξικό μου και στη «Γραμματική τής Νέας Ελληνικής» (α' τόμος), που έχουμε γράψει με τον Χρ. Κλαίρη. Με εισήγησή μου το σύστημα αυτό έχει εφαρμοσθεί και στην εγκυκλοπαίδεια «Πάπυρος - Λαρούς - Μπριτάννικα».
*ο κ. Γ. Μπαμπινιώτης είναι καθηγητής της Γλωσσολογίας στο Παν. Αθηνών.
Πηγή: www.tovima.gr
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)
