Συνολικές προβολές σελίδας

Αναζήτηση

Θέματα

Πληροφορίες

Η φωτογραφία μου
Είμαι απόφοιτος του τομέα Κλασικών Σπουδών του τμήματος Φιλολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής του Α.Π.Θ και κάτοχος μεταπτυχιακού διπλώματος του ίδιου τομέα της σχολής με το θέμα της διπλωματικής μου εργασίας να παραγματεύεται το έργο "Περὶ παίδων ἀγωγῆς" του Πλουτάρχου. Είμαι υποψήφια διδάκτωρ του τομέα Κλασικών Σπουδών του τμήματος Φιλολογίας του Δ. Π. Θ. Με ενδιαφέρουν αρκετά θέματα διδακτικής μεθοδολογίας και μελέτες περιπτώσεων. Το 2009 διορίστηκα μέσω Ασεπ και δίδαξα στο ΓΕΛ Αρχαγγέλου Ρόδου για δύο χρόνια. Από το σχολικό έτος 2011-12 υπηρετώ στο ΓΕΛ Λιμένα, στην γενέτειρά μου, την Θάσο.

Δημοφιλείς αναρτήσεις

Τρίτη, 9 Φεβρουαρίου 2010

Χαρακτηριστικά του πεζογραφικού έργου του Γιώργου Ιωάννου.

ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΚΡΟΥΠΗ-ΚΟΛΩΝΑ, Σχολική Σύμβουλος Φιλολόγων

Στο τελευταίο πεζογράφημα της Πρωτεύουσας των προσφύγων, το Εις εαυτόν, γράφει ο Γιώργος Ιωάννου (Γ.Ι.): "πιστεύεις τρομερά στην τοποθέτηση των γεγονότων, ιδίως των συγγραφικών γεγονότων , … μέσα στο χώρο και το χρόνο τους, στην εποχή τους. Έτσι γίνονται κατανοητά ως προς τις επιλογές τους κυρίως, αλλά και αναδεικνύεται σωστότερα η όποια ηθική αξία τους. Ξορκίζονται εξάλλου ως ένα βαθμό και οι διάφορες θεωρητικές αρλούμπες των κατά καιρούς βαθυνούστατων που καραδοκούν - και οι οποίοι από διάθεση αυθαιρεσίας και προχειρότητας αποφεύγουν την ιστορική τοποθέτηση των έργων ή την κάνουν κατά το δοκούν. Για κάτι τέτοιους, όταν μηδενίζεις τα περιθώρια για θολούρα, είναι σαν να μηδενίζεις αυτούς τους ίδιους ".


Πράγματι, με το πεζογράφημα αυτό ο Γ.Ι. δεν αφήνει πολλά περιθώρια για εικασίες και αυθαίρετες ερμηνείες των κριτικών και των φιλολόγων, γιατί έχει δώσει συγκεκριμένες πληροφορίες σχετικά με την εμφάνισή του στη λογοτεχνία, σχετικά με τη μετακίνησή του από την ποίηση στην πεζογραφία, σχετικά με τη δημιουργία καθενός μικρού ή μεγάλου σε έκταση ή σε ποιότητα κειμένου του, σχετικά με το χρονικό πλαίσιο, τις προσωπικές ή κοινωνικές συνιστώσες και συγκυρίες που συνέτειναν στη συγγραφή των λογοτεχνικών, κριτικών ή άλλων κειμένων του.

Έτσι, όσοι έχουμε κατά καιρούς καταπιαστεί με την ανάλυση του έργου του, δύσκολα μπορούμε να ξεφύγουμε από τις γραμμές που έχει χαράξει και να περιπλανηθούμε και παραπλανηθούμε ερευνώντας το με κριτήρια απόλυτα προσωπικά. Πάντα μας συγκρατεί η δική του φωνή, η δική του άποψη για τη γραφή του, για τους άξονες που την καθορίζουν και τους τρόπους εκφοράς της. Παρ' όλα αυτά πάντα βρίσκουμε κάτι να πούμε ή να προσθέσουμε για την πεζογραφία του.



Εδώ θ' ασχοληθούμε με το πεζογραφικό έργο του Γ.Ι..Όμως δε θα μπορούσαμε να αγνοήσουμε ότι την πρώτη εμφάνισή του στα γράμματα την κάνει με ποιητικές συλλογές (Ηλιοτρόπια, 1954, και Χίλια δέντρα, εννιά χρόνια αργότερα).Θα μείνουμε για λίγο στην ποίηση, γιατί όπως συμπυκνωμένα γράφει ποίηση, έτσι γράφει και πεζογραφία, γιατί και στην πεζογραφία χρησιμοποιεί τα ίδια εκφραστικά μέσα, αλλά και γιατί βλέπουμε και στα δύο είδη τον ίδιο τρόπο σκέψης, την ενασχόληση με τα ίδια ανθρώπινα προβλήματα, τον ίδιο τρόπο αντιμετώπισης της ζωής, τα ίδια θέματα.

Για να αντιληφθούμε καλύτερα αυτή την τελευταία παράμετρο της λογοτεχνικής του φυσιογνωμίας, αρκεί να ανατρέξουμε σε ποιήματά του και θα ανακαλύψουμε σ' αυτά τις ρίζες πολλών από τα πεζογραφήματά του. Χαρακτηριστικά, στο ποίημα Μ' άσπρη μουσαμαδιά μες στη βροχή (Χίλια δέντρα) γράφει: "Στου καφενείου τα τζάμια / που έγλυφε η βροχή / σ' αναπολούσε η ψυχή μου περιμένοντας". Και στο πεζό Ομίχλη της μόνης κληρονομιάς (σ.51): "... Κι ύστερα έφτανα στο καφενείο του λιμανιού ,αυτό που από χρόνια είναι γκρεμισμένο , να ξαναβρώ την παρέα μου . Κι όταν δεν ήταν εκεί - και δεν ήταν ποτέ εκεί - καθόμουν ώρες και καρτερούσα . Πίσω από τα τζάμια διαβαίναν αράδα οι σκιές αυτών που τώρα έχουν πεθάνει. Κολλούσαν το μούτρο τους στο θαμπό τζάμι κι άλλοι έμπαιναν μέσα , ενώ άλλοι τραβούσαν ανατολικά κατά τον Πύργο του αίματος".

Από το ποίημα Καμίνι (σ. 36): "Χτυπούσε το ρολόι δεν ξημέρωνε / πρέπει να πω όλη την αλήθεια". Από το Κουρέλια: "Κάθε φορά αποφασίζω να τους ξεπληρώσω κουρέλια να τους κάνω …/ Πάντοτε με στριμώχνουν όμως. με αναγκάζουνε ν' απολογούμαι. στο τέλος να καταδικάζομαι". Από το πεζό Κελιά, τώρα, (Για ένα Φιλότιμο): "Ας είναι επιτέλους ένα μικρό στενό δωμάτιο , να κλειδωθώ, να μη βλέπω και να μην άκουω. εκεί μέσα ίσως κατορθώσω ν' απολογηθώ εγκαίρως, να εξομολογηθώ με κάθε λεπτομέρεια, να γιατρευτώ." Και ένα σημείο από την Καταπακτή (σ.13): "Μιλώ για την αποκάλυψη όλης της αλήθειας μας".

Θα μπορούσαμε να αναφέρουμε πολλά ακόμη παραδείγματα, αλλά αξίζει να δούμε κυρίως το ποίημα Η Κατάρα του (Χίλια δέντρα): "Φτηνό ξενοδοχείο λαϊκό / το κάθε του δωμάτιο με τέσσερα κρεβάτια / απέξω να περνά ο Επιτάφιος / τα αυτοκίνητα να σταματούν / η άνοιξη να σκύβει". Στο πεζογράφημα Επιτάφιος θρήνος αναπτύσσεται πάλι το θέμα αυτό. Ο ίδιος γράφει στο Εις εαυτόν "Στα Χίλια δέντρα υπάρχει ένα ποίημα με τίτλο η Κατάρα του που έχει παρόμοια σκηνοθεσία, αλλά δεν συντελείται εκεί η απόδοση που θα ήθελες."



Ερχόμαστε έτσι στους λόγους μετακίνησής του από την ποίηση στην πεζογραφία . Η Anna Zimbone καθηγήτρια του Πανεπιστημίου της Κατάνης , από τους μελετητές του έργου του, γράφει (Περ. Γράμματα και Τέχνες, τ. 62, Αθήνα 1991, σ. 9) "Τα πάντα λοιπόν πιστεύω ότι συγκλίνουν στην άποψη ότι το πέρασμα του Ιωάννου από το μετρικό σύστημα στην ελεύθερη φρασεολογία οφείλεται στη θερμή ύλη που ενδόμυχα τον πίεζε , ώστε μια ορισμένη στιγμή , άρχισε να ξεχύνεται στην κοίτη , κατάλληλη όμως να το δεχτεί , της πρόζας."

Η εσωτερική λοιπόν ανάγκη του συγγραφέα να εξωτερικεύσει και να αναπτύξει πιο πλατιά τους προβληματισμούς, τα αισθήματά του, είναι ο κύριος λόγος που τον έστρεψε προς την πεζογραφία . Η "ποιητική φόρμα " που έχει δημιουργήσει έπαψε κάποια στιγμή να τον χωράει . Τα όρια της ήταν πολύ στενά και ό,τι από τον εαυτό του μπορούσε να εκφράσει μέσα από αυτήν, ήταν ελάχιστο μπροστά στο πλήθος των συναισθημάτων, των εικόνων, των λέξεων και των ιδεών που τον πλημμύριζαν.

Θα τολμήσουμε την παρατήρηση ότι στην πραγματικότητα ο Γ.Ι. ποτέ δε μετακινήθηκε από την ποίηση, γιατί τις καταβολές της πεζογραφίας του τις συναντάμε ατόφιες σ' αυτήν, αλλά και γιατί και στον πεζό λόγο του ενυπάρχει η ποιητική διάσταση που ο διεισδυτικός αναγνώστης, όπως λέει ο Παν. Μουλάς (Εντευκτήριο, τ. 2, σ.30, Θεσσαλονίκη 1988, Εξομολογητική πεζογραφία), θα μπορούσε να την αναζητήσει πέρα από τους κανόνες της γραμματολογίας .



Στο χώρο της πεζογραφίας μπαίνει και καταξιώνεται με ένα του δημιούργημα, το Πεζογράφημα. Πρόκειται για πρόζες που εμπεριέχουν ανάμεικτα τα χαρακτηριστικά του χρονικού, του δοκιμίου και του διηγήματος και που συμπληρώνονται με συμπεράσματα, σκέψεις και σχόλια του συγγραφέα. Είναι, όπως λέει, κάτι σαν εξομολογητικό δοκίμιο ή το ευρύτερο και μάλλον άγνωστο από αλλού είδος , που βρίσκεται μεταξύ δοκιμίου και αφηγήματος (οπισθόφυλλο του Για ένα φιλότιμο). Κατορθώνει μ' αυτό το είδος να πει αυτά που θέλει να πει και συγχρόνως να κάνει τέχνη . Αναμειγνύοντας τα στοιχεία του δοκιμιακού λόγου με τις φαντασιώσεις του, που πηγάζουν, όπως ήδη είπαμε, από την ποιητική του φλέβα, σε μια λογοτεχνική απόδοση, δημιουργεί συνειδητά ένα κείμενο που δεν είναι μόνο διήγημα ή δοκίμιο, χρονικό ή ιστορία , αλλά μέσα του συνυφαίνονται στοιχεία από τα είδη που προαναφέραμε.

Κάθε πεζογράφημα παρουσιάζει τις δικές του ιδιομορφίες .Θα λέγαμε μάλιστα ότι δεν έχει σταθερό τρόπο δομής, κάποιο καλούπι μέσα στο οποίο να είναι χυμένα όλα. Θα βρούμε κείμενα με αναφορές σε βιώματά του π.χ., όπου συνυπάρχουν παρεκβάσεις για τον τρόπο ταφής των Εβραίων. Θα διαβάσουμε πληροφορίες για τη ζωή στα χρόνια της Κατοχής μαζί με σχόλια από τη ζωή της εποχής που γράφτηκε το κείμενο. Αλλού γίνεται αναφορά στους πρόσφυγες και τις πατρίδες τους ή στους εργάτες και τη μετανάστευση. Πολλά από τα έργα του δεν είναι παρά μια αλυσίδα συνειρμών, ενώ υπάρχουν στοιχεία δοκιμιακής γραφής, όπως η ταξινόμηση και τα σχόλια στο τέλος κάθε κομματιού.

Αν θελήσουμε να κάνουμε μια αυστηρά ειδολογική διαίρεση του λογοτεχνικού έργου του, θα βρεθούμε κάποια στιγμή σε αμηχανία. Γιατί το αποτελούν εκτός από τις δύο ποιητικές συλλογές που πρωτοαναφέραμε,

- ανθολογίες δημοτικών τραγουδιών, παραμυθιών, παραλογών και ο Καραγκιόζης (3τόμοι ),

- η μετάφραση της Ιφιγένειας εν Ταύροις του Ευριπίδη καθώς και της Στράτωνος Μούσης παιδικής από την Παλατινή ανθολογία,

- τα χρονικά Το Δικό μας αίμα, Ομόνοια 1980, Η πρωτεύουσα των προσφύγων και Πολλαπλά κατάγματα,

- το θεατρικό Το αυγό της κότας,

- οι συλλογές χρονογραφημάτων Κοιτάσματα και Εύφλεκτη χώρα,

- η συλλογή διαφόρων κειμένων Εφήβων και μη,

- Το Ημερολόγιο του Φίλιππου Δραγούμη και

- Ο της φύσεως έρως, με δοκίμια για τον Αλ. Παπαδιαμάντη, τον Κ. Καβάφη και τον Ν. Λαπαθιώτη, που εκδόθηκε μετά το θάνατό του.

Μπορούμε λοιπόν να πούμε ότι από τα 23 βιβλία του, μόνο τα Για ένα φιλότιμο, Η σαρκοφάγος, Η μόνη κληρονομιά, Ο Επιτάφιος θρήνος και η Καταπακτή (αν εξαιρέσουμε τα 4 τελευταία πεζά της που είναι χρονογραφήματα) είναι λογοτεχνία με την έννοια της προσωπικής δημιουργίας, όπου το βίωμα πλέκεται με την φαντασία και η αισθητική αξία συμβιώνει με την ανάπτυξη μιας κάποιας αφήγησης. Και σ' αυτές τις συλλογές διηγημάτων ή πεζογραφημάτων του τα κείμενα διαφέρουν από αυτό που ονομάζουμε αφήγηση ή διήγημα. Ακόμα και τα κείμενα της Μόνης Κληρονομιάς, που ο ίδιος χαρακτηρίζει διηγήματα, δεν έχουν τα βασικά στοιχεία του είδους, πχ. κεντρικό ήρωα, πλοκή, μύθο, ενότητα τόπου και χρόνου (βλ. τα Περιμένοντας το λογαριασμό, Ο παλιός αέρας) και ελάχιστα, όπως Το μαγνητόφωνο της ταβέρνας, πλησιάζουν περισσότερο τις παραδοσιακές φόρμες .

Αλλά οι καταβολές του Γ.Ι. είναι ποιητικές, γι αυτό και η ποιητική του τάση διοχετεύεται σε ό,τι γράφει. Σε όλα του τα κείμενα βρίσκουμε την ποιητική και ερωτική διάθεση. Εξάλλου ένα από τα εντονότερα χαρακτηριστικά της λογοτεχνίας του είναι ο ερωτισμός: "Η ερωτική αυτή ροή που περνάει ασταμάτητα, όπως διαπιστώνω πια κι εγώ, στο έργο μου, δεν αντλείται από συγκεκριμένες μνήμες μου - εμπειρικές, ψυχολογικές ή θεωρητικές …αλλά αντλείται από μια ερωτική κατάσταση που με διακατέχει και έχει κατατάξει υπό την γωνία της πολύ συγκεκριμένα όλο τον κόσμο, όλες τις έννοιες δηλαδή μέσα μου", γράφει στο περιοδικό Γράμματα και Τέχνες (τ.39, Αθήνα 1985, σ.3).

Μετά τον ερωτισμό έρχεται να ενισχύσει τη φυσιογνωμία του ως λογοτέχνη η εξομολόγηση. Πρόκειται για έναν από τους βασικούς άξονες της πεζογραφίας του. Είδαμε πόσο έντονη είναι η παρουσία της στην ποίηση. Εμφανίζεται ως κυρίαρχο στοιχείο στο πρώτο από τα πεζογραφήματα της συλλογής Για ένα φιλότιμο, στα Κελιά. Αν και είναι το πέμπτο χρονικά πεζογράφημα από αυτά που δημοσιεύει για πρώτη φορά στη Διαγώνιο, στη συλλογή μπαίνει, εσκεμμένα πιστεύω, πρώτο. Ακριβώς γιατί θέλει να σηματοδοτήσει μια από τις ουσιαστικότερες πλευρές της πεζογραφίας του. Θα έλεγα ότι τα Κελιά είναι το κείμενο-εισαγωγή στο όλο έργο του. Εδώ κυριαρχεί μια μεγάλη επιθυμία για εξομολόγηση. Ιδανικός χώρος θεωρείται ένα κελί, ένας στενός και απομονωμένος χώρος, όπου θα μπορούσε να "αφουγκραστεί τη σκέψη του". Η εξομολόγηση εμφανίζεται ως το μοναδικό γιατρικό για μια αρρώστια που δεν κατονομάζεται . Η απολογία και, μετά από αυτήν, η λύτρωση αφήνουν να εννοηθεί η ύπαρξη ενοχών .

Η εικόνα που μας δίνει στα Κελιά είναι: ασθενής - ένοχος - απομόνωση - εξομολόγηση - γιατρειά. Από τι πάσχει όμως ο αφηγητής; Την απάντηση, αν και θα την αναζητήσουμε σε ολόκληρο το έργο του, δε θα τη δούμε πουθενά ξεκάθαρα, γιατί, όπως λέει ο Αλεξ. Κοτζιάς, ο συγγραφέας μας κατέχει πολύ καλά την τέχνη του φενακισμού. ΄Ολο λέει ότι θα μας τα εξομολογηθεί όλα: "Βαρέθηκα, φωνάζει , να μιλάω μόνο με το πάνω μέρος μου με τη λαδιά της ψυχής μου .Θέλω ν' ανακατώσω πια το καζάνι, να βγάλω στο φως τα κατακάθια, τις χοντράδες, ακόμα και τις κοτρόνες, που έχουν κατεβεί στον πάτο. δεν λέω ψέματα, αλλά δεν λέω και όλη την αλήθεια - την αλήθεια μου … συνήθως την υπαινίσσομαι ή τη διευρύνω για να διαχέεται (Καταπακτή, σ.135 ). Και πάλι μόνο στους υπαινιγμούς μένει.

Στην πορεία η εξομολόγηση και ο ερωτισμός θα γίνουν ένα και σαν σύνολο αδιάσπαστο θα εκφραστούν με το γράψιμο. Σε ό,τι αφορά το θάνατο, προσπαθεί να δώσει απαντήσεις στα αναπάντητα ερωτήματα που βασανίζουν κάθε άνθρωπο, όπως το ερώτημα τι μπορεί να μας στηρίξει, ώστε να ζούμε ξεχνώντας την ύπαρξη του τέλους . Συχνά επισημαίνει τη ματαιότητα της ζωής, αλλά ανακαλύπτει τον τρόπο να δώσει νόημα στη ζωή του, ανακαλύπτει τη λογοτεχνία. Δίνει σ' αυτήν τον εαυτό του και βρίσκει σ' αυτήν το στήριγμα και την ελπίδα που θα καταξιώσουν την ύπαρξή του και θα απογυμνώσουν το θάνατο αφήνοντάς του μόνο το βιολογικό του ένδυμα. Η αρχική του ανησυχία και ο φόβος για το θάνατο θα μεταβληθούν σε αγωνία για την επιτυχία του έργου του. Γνωρίζοντας ότι δεν είναι αθάνατος, θα επιδιώξει την αθανασία μέσα από αυτό.

Η Θεσσαλονίκη περισσότερο, η Αθήνα λιγότερο, οι άνθρωποι της πόλης, οι πρόσφυγες, οι αναφορές στα παιδικά του χρόνια και την Κατοχή είναι τα κυριότερα θέματα που θα συναντήσουμε στο έργο του. Ένα μεγάλο μέρος της δουλειάς του το αφιερώνει, όπως είναι γνωστό, στη Θεσσαλονίκη, την πόλη που τον γοητεύει και τον συγκινεί . Στο Φιλότιμο η συμπρωτεύουσα αποτελεί το φόντο στα οκτώ από τα είκοσι δύο διηγήματά του. Το ποσοστό στη Σαρκοφάγο είναι μεγαλύτερο, αφού 19 από τα 29 κείμενά της αναφέρονται σ' αυτήν . Η Μόνη Κληρονομιά έχει εξολοκλήρου γραφτεί με σκηνικό τη Θεσσαλονίκη . Στα άλλα δύο βιβλία, τον Επιτάφιο και την Καταπακτή, θα βρούμε κείμενα όπου μνημονεύεται ξεκάθαρα η πόλη, ενώ σε άλλα μόνο η περιρρέουσα ατμόσφαιρα μας δίνει την εντύπωση ότι διαδραματίζονται εκεί .

Ανάμεσα στις βιωματικές καταστάσεις που επικρατούν στο περιεχόμενο του έργου του, ελάχιστα είναι τα πρόσωπα που παίρνουν το χαραχτήρα του ήρωα με τη λογοτεχνική χροιά του όρου . Συνήθιζε περισσότερο να αναφέρεται σε ομάδες ανθρώπων, σε κοινωνικά σύνολα που του προξενούν το ενδιαφέρον και γι αυτό τα έχει μελετήσει καλά. Φανερή είναι η προτίμησή του προς τους αρρενωπούς άνδρες της εργατικής τάξης, προτίμηση που συνδέεται άλλωστε και με την ερωτική του παρέκκλιση. ΄Ηρωες-χαρακτήρες δεν υπάρχουν πολλοί στα πεζά του. Εκτός από ελάχιστες περιπτώσεις, ήρωές του είναι τα ίδια τα βιώματά του και οι νύξεις από τις οποίες ξεπηδάνε κάποιες μορφές άλλοτε αχνές και άλλοτε εντονότερες .

Ο ίδιος χαρακτηρίζει βιωματική την πεζογραφία του. "Νομίζω ότι το κλειδί της δουλειάς μου, είναι η βιωματικότητα",λέει σε συνέντευξή του στην Ελευθεροτυπία. "Δεν μπορείς να γράφεις καλά, να εκφραστείς με πληρότητα …αν αυτά τα πράγματα δεν τα έχεις κατά κάποιο τρόπο ζήσει". Και αλλού, στο περιοδικό Η λέξη, αντιδιαστέλλει τους όρους βιωματικό - αυτοβιογραφικό: "Τα κείμενά μου στηρίζονται στα βιώματά μου …αλλά δεν είναι αυτοβιογραφικά, δεν έχουν πρώτα-πρώτα το βασικό χαρακτηριστικό της αυτοβιογραφίας το αδιάσπαστο". Οπωσδήποτε θεωρεί το βίωμα ως ένα σημαντικό στοιχείο της καλής λογοτεχνίας και χρησιμοποιώντας το πρώτο γραμματικό πρόσωπο δίνει στον αναγνώστη του την εντύπωση ότι αυτοβιογραφείται .

Αξιοπρόσεκτος στα κείμενά του είναι και ο συνειρμός. Ένα όνομα, ένα περιστατικό, μια εικόνα, τα τοπωνύμια, οι χώροι , οι πλατείες μπορεί να γίνουν αφορμή για μια επιστροφή στο παρελθόν με μια σειρά από συνειρμούς . Θα μπορούσαμε να δούμε ένα παράδειγμα από τη Σαρκοφάγο, στο Ουκ ηπίστατο φεύγειν. Είναι μια σειρά συνειρμών που γίνονται με αφορμή ένα ταξίδι με τραίνο από τη Θεσσαλονίκη στην Αθήνα και όπου φιλοξενούνται σκέψεις για το τώρα, όπως το ζει ο συγγραφέας, διαπλεκόμενες μ' ένα σωρό αλλεπάλληλα περιστατικά του παρελθόντος, που έρχονται στο νου του με αφορμή τους σταθμούς και τις τοποθεσίες από όπου περνάει το τραίνο .

Εδώ θα ήθελα να προσθέσω μερικά ακόμα στοιχεία για το ύφος του. Οι σύντομες προτάσεις, οι μικρές περίοδοι δίνουν μια κοφτή και ξεκάθαρη μορφή στο λόγο του και νομίζω ότι πηγάζουν από την ενασχόλησή του με τη δημοτική μας ποίηση, ενώ η έλλειψη περιγραφών της φύσης και οι σύντομες αποδόσεις των συναισθημάτων έχουν ως αποτέλεσμα ένα λιτό, διαυγές και περιεκτικό ύφος . Την εικόνα συμπληρώνει ένα υποδόριο χιούμορ, με αρκετή δόση αυτοσαρκασμού σε κάποια σημεία . Με την πάροδο του χρόνου και από βιβλίο σε βιβλίο το ύφος του αλλάζει - δεν θα έλεγα "βελτιώνεται", γιατί από την αρχή ήταν ιδιαίτερα προσωπικό και καλοδουλεμένο. Λέγοντας "αλλαγή" εννοώ την απομάκρυνσή του, ήδη από τη Σαρκοφάγο, από τον ξερό και κοφτό τόνο. Προτιμάει την καθ' υπόταξη σύνταξη όλο και περισσότερο, ενώ η γλώσσα του είναι ακόμα πιο ρέουσα στη δεύτερη συγγραφική του περίοδο .

Κάποιες σημαντικές φυσιογνωμίες της νεοελληνικής λογοτεχνίας επηρέασαν καίρια τον Γ.Ι.. Ο Ν.Γ.Πεντζίκης, ο Φώτης Κόντογλου, ο Ιων Δραγούμης είναι κάποιες από αυτές. 'Ομως βαθύτερα τον επηρέασε ο Αλ. Παπαδιαμάντης και ο ποιητής Κ. Καβάφης. Από τον πρώτο έχει πάρει πολλά στοιχεία, όπως τη μουσικότητα της φράσης, που επιτυγχάνεται με τη σωστή τοποθέτηση των λέξεων, τις παρεκβάσεις και, το κυριότερο, τη βιωματικότητα των κειμένων του. Η Σκιάθος του Παπαδιαμάντη γίνεται η Θεσσαλονίκη ή η Αθήνα του Γ.Ι., οι δε ναυτικοί και οι αφελείς βοσκοί γίνονται οι σφάχτες, οι ξενιτεμένοι, οι εργάτες, ο Ταμανάκιας. Στον Καβάφη βρήκε το πρότυπο και το παράδειγμα να φθάσει σύρριζα στην αλήθεια, χωρίς να ξεφύγει από τα όρια της ευπρέπειας . Έτσι πήρε απ' αυτόν τον τρόπο και την αλήθεια να πει και τέχνη να κάνει.

Ο ίδιος λέει ότι από τους ξένους λογοτέχνες τον επηρέασαν ο Dujarden και ο J. Joyce. Υπάρχουν ωστόσο και κάποια όχι ασήμαντα κοινά γνωρίσματα με τον Μ. Ρroust. Αυτά είναι η συνεχής ανάκληση της μνήμης, η έλλειψη μύθου και δράσης, η χρήση του πρώτου προσώπου. Η καταγραφή των ασήμαντων ή σημαντικών γεγονότων προσφέρει και στους δύο το συναίσθημα της γαλήνης και της ευτυχίας. Ο καθένας έχει το δικό του τρόπο γραφής, αλλά η σκέψη τους έχει κοινή κατεύθυνση. Η κοινή επιθυμία τους είναι να μείνουν αθάνατοι στην αιωνιότητα μέσα από το έργο τους. Να πως τελειώνει στη "Φυλακισμένη" ο Γάλλος συγγραφέας τη διήγησή του για το θάνατο του λογοτέχνη Μπεργκότ: "Έτσι η σκέψη πως ο Μπεργκότ δεν ήταν νεκρός για πάντα δεν είναι απίθανη. Τον έθαψαν, αλλά όλη τη νεκρώσιμη νύχτα, στις φωτισμένες προθήκες, τα βιβλία του τρία-τρία ,ξαγρυπνούσαν σαν άγγελοι μ' ολάνοιχτα φτερά και φάνταζαν γι' αυτόν που δεν υπήρχε πια, σαν σύμβολο της ανάστασής του. Ο Ιωάννου λέει στη Δύσκολη ώρα: "Είσαι λοιπόν πεπεισμένος ότι κλείνοντας τα μάτια τελειώνεις. Εντούτοις, πολύ το επιθυμείς να μη σβηνόταν ολότελα κάθε ίχνος σου …Κι αν είσαι άνθρωπος του πνεύματος και έχεις δημιουργήσει κάποιο έργο, εξετάζεις τις δυνατότητες που έχει αυτό να σε διασώσει."

Συγγραφέας της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς ο Γ.Ι. δέχτηκε επιδράσεις, αλλά και επηρέασε αρκετούς από τους νεότερους, όπως τον Σάκη Παπαδημητρίου, τον Ηλία Παπαδημητρακόπουλο, τον Τόλη Καζαντζή, τον Δημ. Νόλλα κ.ά.. Ωστόσο απαντάει αρνητικά στο ερώτημα αν είναι δημιουργός λογοτεχνικής Σχολής .

Η κριτική τού έχει δώσει μια θέση ανάμεσα στους πιο καταξιωμένους λογοτέχνες της γενιάς του. Όμως πολλοί κριτικοί ή ειδικοί στα λογοτεχνικά θέματα εκφράζουν την άποψη ότι με τις τρεις πρώτες συλλογές του έδωσε ό,τι είχε να δώσει, είπε ό,τι είχε να πει και ότι με τις δύο τελευταίες ξαναγυρίζει στα ήδη ειπωμένα. Πραγματικά, πολλά επαναλαμβάνονται ή λέγονται με διαφορετικό τρόπο. Μια βαθύτερη ματιά στα κείμενά του θα μας οδηγούσε στη σκέψη ότι οι επαναλήψεις αυτές δεν είναι παρά τα σημάδια της συνέχειας στο έργο του Ιωάννου. Και γι αυτόν που το έχει μελετήσει είναι μια αληθινή συγκίνηση να ξαναβρίσκει π.χ. την ομπρέλα, που είχε χαρίσει στον αφηγητή η κόρη του Ταμανάκια στη Σαρκοφάγο, να τον σκεπάζει καθώς "περνάν και ξαναπερνάν βουβά από δίπλα του τα ποδήλατα της νύχτας" στον Επιτάφιο θρήνο.



Πολλές φορές στο παρελθόν ο Γ.Ι. είχε εκφράσει το παράπονό του για τη μη προβολή του έργου του στα σχολικά εγχειρίδια. Αν ζούσε τώρα, θα ήταν πανευτυχής για την τιμή που του γίνεται να διδάσκεται στην Γ΄ τάξη του Λυκείου και μάλιστα σε μια ξεχωριστή συλλογή έργων εκλεκτών και απαιτητικών της Νεοελληνικής λογοτεχνίας.
Πηγή: www.dide.ach.sch.gr/filologika/

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου