Συνολικές προβολές σελίδας

Αναζήτηση

Θέματα

Πληροφορίες

Η φωτογραφία μου
Είμαι απόφοιτος του τομέα Κλασικών Σπουδών του τμήματος Φιλολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής του Α.Π.Θ και κάτοχος μεταπτυχιακού διπλώματος του ίδιου τομέα της σχολής με το θέμα της διπλωματικής μου εργασίας να παραγματεύεται το έργο "Περὶ παίδων ἀγωγῆς" του Πλουτάρχου. Είμαι υποψήφια διδάκτωρ του τομέα Κλασικών Σπουδών του τμήματος Φιλολογίας του Δ. Π. Θ. Με ενδιαφέρουν αρκετά θέματα διδακτικής μεθοδολογίας και μελέτες περιπτώσεων. Το 2009 διορίστηκα μέσω Ασεπ και δίδαξα στο ΓΕΛ Αρχαγγέλου Ρόδου για δύο χρόνια. Από το σχολικό έτος 2011-12 υπηρετώ στο ΓΕΛ Λιμένα, στην γενέτειρά μου, την Θάσο.

Δημοφιλείς αναρτήσεις

Δευτέρα, 9 Μαΐου 2011

Λεξιλόγιο Πειθούς

(από τις επίσημες ασκήσεις αξιολόγησης του ΚΕΕ)

ΛΕΞΙΛΟΓΙΟ ΠΕΙΘΟΥΣ

Ένα επιχείρημα ή μία άποψη/θέση/συμπέρασμα μπορεί να είναι:

ΕΠΙΘΕΤΑ

1. αβάσιμος-η- ο =αυτός που δε στηρίζεται σε αποδείξεις ΑΝΤΩΝΥΜΟ βάσιμος

2. αβασάνιστος-η –ο= αυτός που γίνεται χωρίς έλεγχο, επιπόλαια (π.χ. αβασάνιστο συμπέρασμα) , ΕΠΙΡΡΗΜΑ αβασάνιστα

3. αδιαμφισβήτητος-η-ο = αυτός που δεν αμφισβητείτε, αδιαφιλονίκητος, βέβαιος ΕΠΙΡΡΗΜΑ αδιαμφισβήτητα

4. αδιαφιλονίκητος-η-ο = αδιαμφισβήτητος, αυτός που δεν υπόκειται σε διεκδικήσεις

5. αδιασάφητος-η-ο και αδιασαφήνιστος και αδιασάφιστος = αυτός που δεν έχει διασαφηθεί ΣΥΝΩΝΥΜΑ αδιευκρίνιστος

6. αδιαπραγμάτευτος-η- ο= αυτός ο οποίος δε μπορεί να γίνει αντικείμενο διαπραγμάτευσης

7. αδιάψευστος-η-ο = αυτός που δε μπορεί να διαψευστεί

8. αδιάσειστος-η-ο = ακλόνητος, αυτός που δεν αφήνει περιθώρια σμφισβήτησης

9. αδύναμος-η-ο = αυτός που δεν τεκμηριώνεται

10. αδύνατος-η-ο = ο ανέφικτος


11. αθεμελίωτος-η- ο=

12. αιτιώδης- ες και αιτιακός= αυτός που περιέχει την αιτία για κάτι (π.χ. η αιτιώδης σχέση ανάμεσα σε δύο προβλήματα)

13. ακατάληπτος-η- ο= αυτός που δε μπορεί να τον καταλάβει κανείς ΣΥΝΩΝΥΜΑ δυσνόητος, ακαταλαβίστικος

14. ακράδαντος-η- ο= αυτός που δε μπορεί να κλονιστεί (π.χ.ακράδαντη πεποίθηση) ΣΥΝΩΝΥΜΑ ακλόνητος, αδιαμφισβήτητος ΑΝΤΩΝΥΜΑ αμφίβολος

15. ακρογωνιαίος-α-0= (μτφ) το βασικότερο στοιχείο

16. ακώλυτος-η-ο = αυτός που δεν εμποδίζεται από κανέναν ΣΥΝΩΝΥΜΑ ανεμπόδιστος

17. αναντίλεκτος-η-0= ο αναμφισβήτητος

18. ανέφικτος-η-ο = αυτός που δε μπορεί να πραγματοποιηθεί

19. ανεδαφικός-η-ο= αυτός που δε στηρίζεται σε λογική βάση και δε μπορεί να πραγματοποιηθεί ΣΥΝΩΝΥΜΑ αβάσιμος, ανέφικτος

20. αντιφατικός-η- ο= αυτός που περιέχει αντιφάσεις, δηλ. όταν δύο ή περισσότερα στοιχεία ισχύουν ταυτόχρονα ,αλλά και το ένα αποκλείει λογικά την ισχύ του άλλου (π.χ. Δημοκρατία- Ρατσισμός)

21. απότοκος =το λογικό επακόλουθο συγκεκριμένης κατάστασης :π.χ. η διαφθορά είναι απότοκος της κρίσης αξιών ΣΥΝΩΝΥΜΑ επακλουθος

22. ατράνταχτος-η-ο = 1.αυτός που δε μπορεί να κλονιστεί, ο στέρεος 2. (μτφ.) ο αναμφισβήτητος

23. αυτόδηλος-ο (αυτός+ δήλος)= αυτός που φανερώνεται από τον ίδιο του τον εαυτό, ο αυτονόητος

24. δόλιος-α-ο= αυτός που χρησιμοποιεί ή περιέχει δόλο ΣΥΝΩΝΥΜΑ δολερός, ύπουλος ΑΝΤΩΝΥΜΑ άδολος

25. ευλογοφανής-ες = αυτός που φαίνεται λογικός, ο πιθανός ( π.χ. ευλογοφανής αιτία/ δικαιολογία κλπ.)

26. ευαπόδεικτος-η-ο= αυτός που αποδεικνύεται εύκολα ΣΥΝΩΝΥΜΑ απτός, χειροπιαστός

27. επαρκής-ες= αυτός που διαθέτει την αναγκαία δυνατότητα /ποσότητα/ περιεχόμενο για κάτι

28. κακόπιστος –η-ο = αυτός που είναι αρνητικά διατεθειμένος (π.χ. κακόπιστη κριτική )

29. λογικοφανής-ες= αυτός που φαίνεται ή παρουσιάζεται ως λογικός

30. παραπλανητικός-η- ο= αυτός που κάνει κάποιον να οδηγηθεί σε εσφαλμένο συμπέρασμα ώστε να ευνοηθεί ο ίδιος ΣΥΝΩΝΥΜΑ παραπειστικός

31. σαθρός-η- ο= (μτφ.)αυτός που δεν έχει στέρεη βάση (π.χ. σαθρό επιχείρημα/ λόγος )

32. σοφιστικός-η-ο = αυτός που θέλει να πείσει με λογικοφανή συμπεράσματα χρησιμοποιώντας ένα εσφαλμένο συλλογισμό

33. στρεψόδικος-η-ο = αυτός που χρησιμοποιεί επιχειρήματα που στοχεύουν στη διαστροφή της αλήθειας στρεψοδικία (ουσιαστικό)= 1.η χρήση σοφιστικών ή κακόπιστων επιχειρημάτων σε δίκη με στόχο την παραπλάνηση του δικαστηρίου 2. κάθε επιχείρημα που στοχεύει στη διαστροφή της αλήθειας

34. ορθολογιστικός-η-ο= αυτός του οποίου η κρίση ή η σκέψη συμφωνεί με τους κανόνες της λογικής

35. ορθολογικός-η-ο = αυτός που συμφωνεί με τον ορθό λόγο, ο λογικός

36. ραδιούργος-α-ο= αυτός που ενεργεί με δόλιο και συνωμοτικό τρόπο με σκοπό να βλάψει κάποιον ΣΥΝΩΝΥΜΑ δολοπλόκος, μηχανορράφος


ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΑ

1. η αντίκρουση= η απόδειξη με επιχείρημα ότι κάτι δεν ισχύει

2. η απόκρουση= η αναίρεση ενός επιχειρήματος

3. η αναίρεση= ανασκευή, αντίκρουση επιχειρήματος

4. το δέλεαρ= ελκυστική προσφορά για την προσέλκυση κάποιου

5. η διαφώτιση= το να ενημερώνω σωστά ή γενικότερα να παρέχω παιδεία/ ρ. διαφωτίζω/επιρρ. διαφωτιστικός (π.χ. διαφωτιστική πληροφορία)

6. ο δόλος= η βούληση κάποιου να προκαλέσει παράνομο αποτέλεσμα ή η γνώση του ότι οι πράξεις του ενδέχεται να επιφέρουν παράνομο αποτέλεσμα

7. ο εμπαιγμός= η επίδειξη φαινομενικού ενδιαφέροντος για την υπόθεση κάποιου ΣΥΝΩΝΥΜΑ εξαπάτηση

8. η ευθυκρισία= ο σωστός τρόπος σκέψης, η ορθή κρίση ΑΝΤΩΝΥΜΑ ακρισία

9. το επιμύθιο= ο επίλογος ή το συμπέρασμα ( το δίδαγμα στο οποίο καταλήγει ένας μύθος )

10. η γυμνότητα= το να μην καλύπτεται κάποιος από κάτι

11. η κατάρριψη= η ανατροπή μιας θέσης ή άποψης με λογικά επιχειρήματα ΣΥΝΩΝΥΜΑ ανασκευή , αναίρεση , ανατροπή

12. ο πειθαναγκασμός= το να εξαναγκάζω κάποιον να πεισθεί χρησιμοποιώντας ψυχολογική βία

13. η προσέγγιση= η εξέταση , η αντιμετώπιση (π.χ. η προσέγγιση του ζητήματος)

14. η προσέλκυση= το να έλκω προς την πλευρά μου, να φέρνω προς το μέρος μου

15. ο προσεταιρισμός <ρ. προσεταιρίζομαι <προς +εταίρος = το να παίρνω κάποιον με το μέρος μου

16. ο προσηλυτισμός= 1. το να μεταβάλλω τις θρησκευτικές πεποιθήσεις ή το θρήσκευμα κάποιου με αθέμιτα μέσα 2. Γενικότερα.το να πείθω κάποιον κυρίως με προπαγανδιστική τακτική να ακολουθήσει δικές μου φιλοσοφίες, πολιτικές κλπ. ιδέες

17. ο προσκείμενος= αυτός που είναι ευμενώς διατεθειμένος απέναντι σε κάτι/ κάποιοιν και το(ν) υποστηρίζει/ ρ. πρόσκειμαι=διάκειμαι ευμενώς απέναντι σε κάποιον /κάτι

18. η προπαγάνδα= η συστηματική προσπάθεια να πεισθεί κάποιος, συνήθως η κοινή γνώμη, για κάτι (κρατική/κομματική προπαγάνδα, μηχανισμός προπαγάνδας )/ ρ. προπαγανδίζω , ε. προπαγανδιστικός [<ετυμολ. Λατινικά «Propaganda»= μεσαιωνικός λατινικός όρος που εμφανίστηκε ως τμήμα της ονομασίας Congregatio de propaganda fide «Σύνοδος προς διάδοση της πίστεως», που ήταν συνοδικό όργανο της Ρωμαιοκαθολικής εκκλησίας που το συνέστησε το 1559 ο Πάπας Κλημης Η’ με σκοπό να διαδώσει την πολιτική του ενωτισμού (Ουνία), δηλ. το σχηματισμό ελληνόρυθμων εκκλησιών οι οποίες όμως θα αναγνώριζαν το πρωτείο του.]

19. η προβολή= η παρουσίαση

20.η σοφιστεία= το σόφισμα

21. το σόφισμα= σκοπίμως εσφαλμένος συλλογισμός που επιδιώκει να πείσει με λογικοφανή συμπεράσματα

22. στρεψοδικία (ουσιαστικό)= 1.η χρήση σοφιστικών ή κακόπιστων επιχειρημάτων σε δίκη με στόχο την παραπλάνηση του δικαστηρίου 2. κάθε επιχείρημα που στοχεύει στη διαστροφή της αλήθειας

23. η συμπαιγνία= το συνωμοτικό σχέδιο κάποιου για την εξαπάτηση, την παγίδευση άλλου

24. η σωρεία= πληθώρα, μεγάλη ποσότητα

25. η φενάκη= η απάτη , το ψέμα/ ρ. φενακίζω= εξαπατώ με παραπλανητικά μέσα

26.το φερέφωνο= πρόσωπο που εκφράζει όχι τις δικές του, αλλά απόψεις άλλου

Πηγή: Νεοέλληνες-Blog

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου