Συνολικές προβολές σελίδας

Αναζήτηση

Θέματα

Πληροφορίες

Η φωτογραφία μου
Είμαι απόφοιτος του τομέα Κλασικών Σπουδών του τμήματος Φιλολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής του Α.Π.Θ και κάτοχος μεταπτυχιακού διπλώματος του ίδιου τομέα της σχολής με το θέμα της διπλωματικής μου εργασίας να παραγματεύεται το έργο "Περὶ παίδων ἀγωγῆς" του Πλουτάρχου. Είμαι υποψήφια διδάκτωρ του τομέα Κλασικών Σπουδών του τμήματος Φιλολογίας του Δ. Π. Θ. Με ενδιαφέρουν αρκετά θέματα διδακτικής μεθοδολογίας και μελέτες περιπτώσεων. Το 2009 διορίστηκα μέσω Ασεπ και δίδαξα στο ΓΕΛ Αρχαγγέλου Ρόδου για δύο χρόνια. Από το σχολικό έτος 2011-12 υπηρετώ στο ΓΕΛ Λιμένα, στην γενέτειρά μου, την Θάσο.

Δημοφιλείς αναρτήσεις

Πέμπτη, 20 Μαΐου 2010

Όταν οι μαθητές πιάνουν μολύβι και χαρτί...ένα μικρό θαύμα γιεννιέται: Ο "Κατάδικος" του Θεοτόκη.... με διαφορετική εξέλιξη!!!!

Σε παλαιότερη ανάρτηση, είχα κάνει λόγο για μια απόπειρα διαφορετικής προσέγγισης του έργου του Κ. Θεοτόκη που είχαμε κάνει με τους μαθητές της Β΄Τάξης του Γελ Αρχαγγέλου.
Η άσκηση που είχαν τα παιδιά για το σπίτι ήταν να δώσουν μια δική τους συνέχεια- τροπή στο εργό.. Σας είχα υποσχεθεί δειγματα αυτής της προσπάθειας.. Ορίστε το πρώτο.. Πρόκειται για τη συγκλονιστική συνέχεια που έδωσε η Μαρίνα Γιακουμάκη, που αποδεικνύει οτι δεν πρέπει να απογοητευόμαστε, υπάρχουν ακόμη μαθητές με πολύ ευαίσθητα λογοτεχνικα αισθητήρια νεύρα.. Περιμένω με αγωνία τα σχόλια σας..


<<Ο Κατάδικος>> Κ.Θεοτόκη
[Συνέχεια του έργου]
Έπεσε η νύχτα… Η σωρός του Τουρκόγιαννου αραδιασμένη πάνω στο βαρύ σιδερένιο κρεβάτι της φυλακής. Η σιωπή επικρατεί αυτή τη νύχτα. Κουλουριασμένος ο Τουρκόγιαννος πάνω στο κρεβάτι σκέφτεται εκείνη… Τη Μαργαρίτα. Ο κρύος ιδρώτας περιλούζει το βασανισμένο του σώμα. Πονάει με τη θύμηση. Συλλογιζούμενος τις πράξεις του ζητά συγχώρεση από τον αφέντη του, που δεν ήταν δίπλα του για να τον προστατέψει. Ένα δάκρυ που ζητά απεγνωσμένα συγχώρεση τρέχει στο μάγουλό του. Όλο βαράει και συλλογιέται… Πώς θα περάσει το βράδυ αυτό κανείς δεν ξέρει. Κοιτά απ’το παραθύρι τον ουρανό και ζητά βοήθεια απ’ το Θεό και του μιλά:
-θεέ μου δωσ’ μου τη δύναμη να συνεχίσω. Δείξε μου τι είναι τάχα το σωστό κι εγώ στ’ ορκίζομαι θα το κάμω. Γονατίζει χάμω, ανοίγει διάπλατα τα χέρια του και συνεχίζει:
Εγώ το χρέος μου το’ καμα. Στάθηκα άξιος όπου έπρεπε. Ναι, για’κείνην. Γιατί θέλω την ευτυχία της. Αν όχι με μένα, μ’εκείνον. Τον Πέπονα το δολοφόνο που με καμε να πονέσω, να νιώσω στο πετσί μου τα καρφιά της προδοσίας του, που φυλάκισε σε τούτο το κελί την καθαρή ψυχή μου. Γιατί κακό δεν έπραξα. Ναι, Θεέ μου τον άφησα να φύγει γιατί η δική μου η καρδιά σηκώνει πιότερες πίκρες. Είμαι σίγουρος πως θα δικαιωθώ μια μέρα με τον τρόπο που εσύ γνωρίζεις. Δωσ’ μου μονάχα τη δύναμη.
Ξαναπέφτει στο κρεβάτι. Σωριάζεται σαν τα μικρά παιδιά που κουράζονται απ’το παιχνίδι. Ο λήθαργος τον συνεπαίρνει. Τα άστρα αρχίζουν να πέφτουν σαν τις στάλες της βροχής. Το μαύρο τ’ουρανού γίνεται απέραντο γαλάζιο. Η σκοτεινιά χάνεται και η πλάση φωτίζεται με τις ακτίνες του ήλιου, που βγαίνει ως θριαμβευτής… ως δίκαιος κριτής. Ξημέρωσε…
Ακούγονται βαριά βήματα. Ο αστυνομικός πλησιάζει το κρύο κελί του Τουρκόγιαννου. Κοιμάται. Δείχνει εξουθενωμένος. Τα πόδια του είναι μελανά. Η έκφραση του προσώπου του όμως ολόφωτη. Σαν να βλέπει όνειρο. Ο αστυνομικός του φωνάζει με τη μπάσα του φωνή και η γαλήνη αμέσως χάνεται.
-Ε, εσύ Τουρκόγιαννε φονιά! Ξύπνα! Σε ζητά η κυρά αυτού που ξέκαμες!
Ο Τουρκόγιαννος, αδιαφορεί για τα λεγόμενα του αστυνομικού, προσπαθώντας να συνειδητοποιήσει τι συμβαίνει. Αμέσως ανασηκώνεται. Ρωτάει ξανά για να σιγουρευτεί αν άκουσε καλά:
-Ποιά; Ποια είπες;
-Η Μαργαρίτα ντε… η κυρά του Αράθυμου. Άντε τι κάθεσαι; Πάρε τα πόδια σου και ακολούθα με. Ο Τουρκόγιαννος κάνει αυτό που του λέει και ακολουθεί με αργά βήματα, όμως βασανίζεται από τη σκέψη τι να ζητά η Μαργαρίτα από εκείνον.
Έφτασαν στο σημείο. Ο αστυνομικός ανοίγει μια πόρτα ξύλινη, βαριά και τον προστάζει να περάσει μέσα. Εκεί την είδε. Φαινόταν ταλαιπωρημένη, όμως τα χείλη της ήταν ακόμη τριανταφυλλένια. Δεν επρολάβαινε φαίνεται να καλοκάμει τα κουτσούβελα. Σκέφτηκε εκείνος. Το πρόσωπο του Τουρκόγιαννου φωτίζεται ξανά.
-Κάθισε, του λέει εκείνη με χαμηλή φωνή.
Εκείνος σαν υπάκουο πιστό σκυλί, ενεργεί στο πρόσταγμα του αφέντη του.
Ήρθα εδώ για να πάρω μερικές εξηγήσεις, συνεχίζει. Χρειάζομαι βοήθεια στη θέση που’ μαι τώρα.
-Μάλιστα, απαντά εκείνος σιγανά και διστακτικά.
-Ξέρω πως ήσουν πιστός στον άντρα μου πάντα. Ενάρετος, καλόβουλος. Ποτέ σου δεν ελάθεψες, δεν τον έκλεψες, δεν τον εξεγέλασες. Ήσουν καθωσπρέπει στις υποχρεώσεις σου. Δε ζήτησες τίποτα παραπάνω από μας. Δεν μπορώ να πιστέψω ότι εσύ έβλαψες τον άντρα μου. Είμαι σίγουρη πως άλλος είναι ο φταίχτης κι ο φονιάς.
Ο Τουρκόγιαννος, νιώθει τη χαρά να γεννιέται μέσα του. Μια σπίθα να βγαίνει από τις στάχτες. Όμως έπρεπε να κάνει το σωστό για τη Μαργαρίτα και για την τιμή του αφέντη του. Παίρνει βαθιά ανάσα και απαντά:
-Όχι κυρά μου. Εγώ εσκότωσα. Εγώ και μόνο εγώ. Και τώρα δα το πληρώνω. Τα λόγια του τον πονούν, μα συνεχίζει:
Τον μίσησα τον άντρα σου που μ’έδιωξε., παρότι στάθηκα βράχος στα καθήκοντά μου. Αυτή είναι η αλήθεια. Λέει και ύστερα σωπαίνει. Όχι, δεν ήταν. Μέσα του έβραζε. Ένιωθε την επιθυμία βαριά να εξομολογηθεί τη νύχτα εκείνη. Να πει ποιος ήταν ο φονιάς. Ποιός έστησε καρτέρι. Ποιός στ’αλήθεια εσκότωσε. Σκεφτόταν όμως την ευτυχία κι αυτής και των παιδιών ,που στην ουσία καθόλου δεν εφταίξαν τα κακόμοιρα. Η Μαργαρίτα θλίβεται. Δείχνει να δυσπιστεί.
-Σε παρακαλώ πες μου την αλήθεια. Όταν ερώτησα τους γειτόνους μου’παν είδαν τον Πέπονα να φεύγει από το μέρος.Του αρπάζει το χέρι με βουρκωμένα μάτια και τον κοιτά γεμάτη απόγνωση.Ύστερα συνεχίζει:
Eίναι δύσκολο να το πιστέψεις μα την ημέρα που τον επήρα από’δω, βλέπει εφιάλτες. Ταράσσεται στον ύπνο και στον ξύπνιο του. Ζει με το φόβο στο πλευρό του. Ξέρω ότι εκείνος το κανε γιατί τάχα μ’αγαπούσε.
Ο Τουρκόγιαννος δεν μπορεί να κρύψει αυτό που νιώθει και τρέχουν τα δάκρυα απ’ τα μάτια του χωρίς σταματημό. Σκύβει το κεφάλι. Κλείνει τα μάτια, ελπίζοντας πως όλα είναι ένα όνειρο κι όλα θα έχουν χαθεί όταν τ’ανοίξει. Μάταια όμως. Μόλις σηκώνει το κεφάλι βλέπει πως όλα είναι ίδια. Έχει τη γυναίκα που αγαπά απέναντι του. Νιώθει μπερδεμένος. Οι χτύποι της καρδιάς του δυναμώνουν. Ιδρώνει. Συλλογιέται και μετά από λίγο επιμένει:
-Σου λέω όχι. Οι γειτόνοι σου είδαν λάθος. Εμένα αυτή εδώ είναι η μοίρα μου. Τη λευτεριά μου άλλοι μου τη στερήσαν κι όχι τα σίδερα. Μήτε ψέμα υπάρχει, μήτε αλήθεια. Εγώ εσκότωσα. Φωνάζει πεισματικά αυτή τη φορά. Τα σίδερα με κάμαν δυνατό. Μπορεί να κλείστηκα εδώ μέσα κι εδώ μέσα θα κάμω αυτό που πρέπει.
Η Μαργαρίτα ξεσπά σε λυγμούς, όμως δεν εγκαταλείπει τις προσπάθειες:
-Τι μου’ μελλε η δύστυχη να πάθω! Οίκτο σου ζητώ. Δωσ’μου φως. Ο Πέπονας μου φέρεται άσχημα. Γίνεται μέρα με τη μέρα πιο επικίνδυνος. Οι κινήσεις του είναι νευρικές. Τις προάλλες κοντά να με πνίξει. Φοβάμαι για μένα και τα παιδιά. Δε σου αξίζει ούτε εσένα αυτό που περνάς.
Ο Τουρκόγιαννος μόλις άκουσε ότι η δυστυχία και ο φόβος μπήκαν μέσα στη Μαργαρίτα σαν τα δαιμόνια λυγίζει… όμως δε σπάει. Της κρατά το χέρι. Την κοιτά στα μάτια και της σκουπίζει τα δάκρυα. Ύστερα αποκρίνεται:
-Ναι, εκείνος το κανε κι ήθελε να με κατηγορήσει και το καμε και τα κατάφερε. Και έστειλε εδώ να βασανίζομαι. Αθώος δηλώνω σε σένα. Φονιάς εδήλωσα σ’εκείνον. Μόνο και μόνο για σένα. Επειδή ήσουν μόνη και τον ήθελες γι’άντρα σου. Τον έκαμα τελευταία στιγμή να ομολογήσει. Να βγάλει το κακό από μέσα του. Μα διάλεξα αυτόν το δρόμο της φυλακής που τον πλήρωσα με αίμα αθώου. Ακούγονται βήματα… ο αστυνόμος φωνάζει δυνατά και με αυστηρότητα:
-Ο χρόνος σου τελείωσε! Άντε γρήγορα πίσω στο κελί σου!
Η Μαργαρίτα προφταίνει να του πει χαμογελώντας τώρα:
-Μη φοβάσαι. Όλα θα πάνε καλά κι εσύ θα βγεις από’ δω μέσα.
Ο Τουρκόγιαννος επιστρέφει στο κελί του ξαλαφρωμένος. Ένα βάρος έφυγε απ’ το στήθος του και ο σταυρός που κουβαλάει στην πλάτη έγινε τώρα πιο λαφρύς. Βλέπει τα γκρίζα σίδερα. Μαυρίζει πάλι η ψυχή του. Μπαίνει στο κελί και βλέπει απ’ το παραθύρι συννεφιά. Ολόμαυρα τα σύννεφα όπως και η ζωή του. Σκέφτεται τη Μαργαρίτα και προσπαθεί να καταλάβει αν ζούσε σ’ όνειρο την ώρα εκείνη που μιλούσαν. Μα ο ίδρος στο απ’ το χέρι της ήταν ακόμα πάνω στο δικό του. Πέφτει ανάλαφρα στο κρεβάτι. Γυρίζει προς το παραθύρι πάλι και κοιτά μ’ ελπίδα και με καθάριο βλέμμα τον γκρίζο ουρανό.
-Σ’ ευχαριστώ Θεέ μου που μ’ άκουσες.
Και ο ύπνος τον συνεπαίρνει γλυκά. Δεν τον νοιάζει ούτε το κρύο, ούτε η βροχή που χτυπά με δύναμη το τζάμι. Φτάνει μόνο να δικαιωθεί.
Την ίδια νύχτα, ενώ ο Πέπονας βρισκόταν στην πλατεία. Την ώρα που γύριζε στο σπιτικό του, στο ίδιο σημείο που εσκότωσε τον Αράθυμο, ένας μαυροφορεμένος του’ χε στήσει καρτέρι στη γωνιά και με μαχαίρι τον καρφώνει κατάστηθα. Ο Πέπονας πέφτει χάμου βγάζοντας μια κραυγή. Κανείς δεν είδε τίποτα… μήτε άκουσε. Η βροχή είναι αρκετή για να ξεπλύνει το αίμα του προδότη, του ψεύτη, του υποκριτή. Όμως με τούτο το νερό οι αμαρτίες του δεν συγχωρέθηκαν. Η ψυχή του δεν καθαρίστηκε. Στην κόλαση θα πάει η σωρός του να ψηθεί στα καζάνια του σατανά, αφού μ’ αυτόν εδιάλεξε να γίνει σύμμαχος.
Και ο ήλιος έλαμψε την άλλη μέρα. Ο δίκαιος κριτής, που στο φως ρου όλα τα φανερώνει. Ειδοποιούν τη Μαργαρίτα για το φόνο του Πέπονα. Δε λυπήθηκε καθόλου. Ζήτησε όμως να μάθει ποιος ήταν αυτός που το’ καμε. Κανείς όμως δεν εγνώριζε. Ένιωθε τη ν ευτυχία να γεννιέται ξανά μέσα της. Τα μάτια της σπινθήριζαν και τα κόκκινα χείλη της χαμογέλασαν. Κανείς απ’ τους γειτόνους δεν έκλαψε, γιατί ήξεραν καλά ποιος και τι ήταν ο Πέτρος Πέπονας. Η Μαργαρίτα τρέχει στη φυλακή να πει τα μαντάτα στον Τούρκόγιαννο. Ο αστυνόμος της ανακοινώνει με σοβαρότητα στο ύφος:
-Ο Τουρκόγιαννος είναι βαριά άρρωστος. Καίγεται στον πυρετό. Υποφέρει. Εκείνη δεν μπορεί να το πιστέψει.
-Μα πώς; Χθες ήταν απολύτως καλά.
- Κυρά μου, εδώ είναι φυλακή. Οι κατάδικοι όλοι μαζί αρρωσταίνουν. Την έπαθε κι αυτός σαν τους άλλους και τον βρήκε η χολέρα στον ύπνο του. Αλλά εσύ γιατί σκας; Ένας κοινός φονιάς ήταν που σκότωσε τον άντρα σου.
Η Μαργαρίτα του αποκρίθηκε με θυμό:
-Πάψε! Δεν ξέρεις ούτε τι κάνεις, ούτε τι λες! Τόσο καιρό εδώ μέσα είχατε λάθος άνθρωπο! Θέλω να τον δω! Πού είναι; Πάρε με να τον δω!
Ο αστυνόμος έντρομος την οδηγεί γρήγορα στο κελί. Αυτή τη φορά το κελί του μυρίζει θάνατο. Μπαίνει μέσα. Τη βλέπει και να ξανά η λάμψη μέσα στο χλωμό του πρόσωπο. Τον πλησιάζει με προσοχή. Τον πιάνει από το χέρι δίχως φόβο. Εκείνος ανοίγει τα μάτια… την κοιτά. Η Μαργαρίτα του ψιθυρίζει:
- Όλα τέλειωσαν πια. Ο Πέπονας έπαθε ό,τι του άξιζε. Είσαι ελεύθερος.
- Την ελευθερία μου την είχα πάντα. Αυτό που δεν είχα ποτέ ήταν η αγάπη. Ποτέ μου δεν την γνώρισα. Έμαθα όμως τι ήταν. Ήξερα ότι θα δικαιωθώ. Όμως ο Θεός με δοκίμασε. Δεν θ’ αντέξω για πολύ ακόμα Μαργαρίτα. Είμαι πολύ σοβαρά. Ξέρω ότι θα πεθάνω. Οι λέξεις λιγοστεύουν… βγαίνουν κοφτά απ’ το στόμα του.
Όλο τον καιρό που έμεινα μαζί σας ήταν σαν να ζούσα με την οικογένειά μου. Όμως δεν μπορώ να φύγω αν δε σου πω την αλήθεια. Γιατί για τα ψέματα που σου’ πα ο Θεός με τιμώρησε. Ήθελα το καλό του άντρα σου και της τιμής μου. Μέσα απ’ όλα αυτά έκανα κάτι που μου στοίχισε. Βαριανασαίνει. Παίρνει λίγη δύναμη και συνεχίζει.
Θέλω να προσέχεις τα παιδιά γιατί ο αφέντης τα’ αγαπούσε. Και τώρα που θα πάω να τον έβρω θα σε προσέχουμε κι οι δυο.
Εκείνη με αγωνία του σφίγγει το χέρι και ρωτά:
-Μα τι; Τί έκανες; Πες μου…
Τη χαϊδεύει στο μάγουλα και με τ’ άλλο χέρι της αγγίζει τα μαλλιά. Βήχει δυνατά. Πονάν τα σωθικά του. Μα θέλει τόσο να της πει. Τα μάτια του χαμηλώνουν, η ανάσα του χάνεται σιγά σιγά… γυρίζει και με τις τελευταίες του δυνάμεις της λέει:
-Σ’ αγαπώ Μαργαρίτα. Σ’ αγάπησα από τη ν πρώτη μέρα που πάτησα στο αρχοντικό σας. Δε θέλω να πω τίποτα άλλο. Νομίζω τώρα αποκαλύφθηκαν όλα. Αυτό μου έμεινε. Τώρα πια μπορώ να φύγω ήσυχος. Σ’ αγαπώ.
Και κλείνει τα μάτια σαν να κοιμάται… όπως οι άγιοι…


ΤΕΛΟΣ

2 σχόλια:

Ανώνυμος είπε...

polu wraio telos antrixiazw oses fores k na to diavasw mpravo sth marina!!!!!!(apostolis papaioannou)

Σωτηρία Σιαμαντούρα είπε...

Πράγματι Αποστόλη μου, είναι συγκλονιστικό!!! Θα ήθελα να δώ δείγματα γραφής από όλους σας. Ισως να κρύβετε έναν μικρό συγγραφέα μέσα σας και να μην το ξέρετε...

Δημοσίευση σχολίου