Συνολικές προβολές σελίδας

Αναζήτηση

Θέματα

Πληροφορίες

Η φωτογραφία μου
Είμαι απόφοιτος του τομέα Κλασικών Σπουδών του τμήματος Φιλολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής του Α.Π.Θ και κάτοχος μεταπτυχιακού διπλώματος του ίδιου τομέα της σχολής με το θέμα της διπλωματικής μου εργασίας να παραγματεύεται το έργο "Περὶ παίδων ἀγωγῆς" του Πλουτάρχου. Είμαι υποψήφια διδάκτωρ του τομέα Κλασικών Σπουδών του τμήματος Φιλολογίας του Δ. Π. Θ. Με ενδιαφέρουν αρκετά θέματα διδακτικής μεθοδολογίας και μελέτες περιπτώσεων. Το 2009 διορίστηκα μέσω Ασεπ και δίδαξα στο ΓΕΛ Αρχαγγέλου Ρόδου για δύο χρόνια. Από το σχολικό έτος 2011-12 υπηρετώ στο ΓΕΛ Λιμένα, στην γενέτειρά μου, την Θάσο.

Δημοφιλείς αναρτήσεις

Πέμπτη, 18 Φεβρουαρίου 2010

Η κατηγορηματική μετοχή

Η κατηγορηματική μετοχή είναι πάντα άναρθρη, απαντά σε όλους τους χρόνους που έχουν μετοχή και αναφέρεται στο υποκείμενο ή στο αντικείμενο του ρήματος από το οποίο εξαρτάται. Δέχεται άρνηση ού και μεταφράζεται συνήθως με τα «ότι», «πως», «που» + οριστική ή με το «να» + υποτακτική:

Ταδίως εξελεγχθήσεται ψευδόμενος. (Εύκολα θα αποδειχτεί ότι ψεύδεται.) Έγώ μεν τοίνυν άπείρηκα τρέχων. (Λοιπόν εγώ κουράστηκα να τρέχω.) Οϊδα τους εκεί υπολοίπους ημών αδυνάτους έσομένους άμύνασθαι.


Η κατηγορηματική μετοχή λειτουργεί στον λόγο ως:

α) Κατηγορούμενο στο υποκείμενο συνδετικού ρήματος: Ήν γαρ Περικλέους γνώμη πρότερον νενικηκυΐα.

β) Κατηγορηματικός προσδιορισμός στο υποκείμενο ή στο αντικείμενο του ρήματος: Οι πολέμιοι ήσθοντο το ορός έχόμενον.

Με κατηγορηματική μετοχή συντάσσονται τα:

α) ειμί, γίγνομαι, υπάρχω- η μετοχή έχει θέση κατηγορουμένου, μεταφράζεται ως ρήμα, ενώ η μετάφραση του ρήματος παραλείπεται:

Προσεοικότες γίγνονται τοις γονεΰσιν οι παίδες. (Τα παιδιά μοιάζουν στους γονείς.) Ήν ουν και εν εκείνοις πολλά γιγνόμενα. (Γίνονταν λοιπόν πολλά και σ' εκείνα τα χρόνια.)

β) δήλος ειμί (είμαι φανερός), διαβιώ/διαμένω (ζω κάπου μόνιμα), διάγω/δίαγίγνομαΐ (περνώ τον καιρό μου), Ού διαλείπω (δε σταματώ), διατελώ (είμαι συνεχώς), λανθάνω (μένω απαρατήρητος), οϊχομαι (έχω φύγει), τυγχάνω (συμβαίνει να είμαι, είμαι), φαίνομαι/ φανερός ε'ΐμΐ (είμαι φανερός), φθάνω (προφταίνω)• τα ρήματα αυτά μπορεί να αποδοθούν με τροπικό επίρρημα και η κατηγορηματική μετοχή που εξαρτάται από αυτά με ρήμα:

• δήλος ειμί (φανερά)

• διαβιώ Ι διαμένω Ι διαγίγνομαι Ι διάγω Ι ού διαλείπω Ι διατελώ (συνεχώς)

• λανθάνω (κρυφά)

•οϊχομαι (γρήγορα,αμέσως) • τυγχάνω (τυχαία) . φαίνομαι Ι φανερός είμι (φανερά) .<£θάνω (πρώτα, πρώτος)

Δήλος ήν έπιθυμών προσελθείν. (Επιθυμούσε φανερά να έρθει.)

Φανερός ήν τοις νόμοις λατρεύων. (Φανερά υπηρετούσε τους νόμους.)

'Αλλ’αυτοί φθήσονται τοϋτο δράσαντες. (Αλλ' αυτοί πρώτοι θα το κάνουν αυτό.)

γ) Ρήματα που σημαίνουν έναρξη, λήξη, καρτερία, ανοχή, κάματο, όπως άρχω, άρχομαι, άπαλλάπομαι, απολείπω, επιλείπω (αφήνω), λήγω, παύω, παύομαι, υπάρχω (αρχίζω πρώτος), ανέχομαι, απαγορεύω, κάμνω (κουρά-ζομαι), καρτερώ, υπομένω κ.τ.ό.:

"Αρξομαι διδάσκων εκ τών θείων.

Παύσασθε περί τούτου κατηγοροΰντες αλλήλων.

'Αλλά μή κάμης φίλον άνδρα ευεργετών, (μην κουραστείς να ευεργετείς)


δ) Ρήματα που σημαίνουν αίσθηση, γνώση, μάθηση, μνήμη και τα αντίθετα τους, όπως αγνοώ, αισθάνομαι, ακούω, γιγνώσκω, επίσημοι, ευρίσκω, δρω, περιορώ(αδιαφορώ,επιτρέπω),μανθάνω, ενθυμούμαι,μέμνημαι, επιλανθάνομαι (ξεχνώ) κ.τ.ό.:

Αισθάνομαι τινας παραβαίνοντας τους νόμους

Μαζαΐοςήκουσενήδη προσάγοντα Άλέξανδρον.

Μέμνημαι τοιαύτα άκουσας σου.

ε) Ρήματα που σημαίνουν αγγελία, δείξη, έλεγχο, όπως (άν)αγγέλλω, έπιδείκνυμι, άποδείκνυμι, δηλώ, αποβαίνω, ελέγχω (αποδεικνύω), παρέχω (παρουσιάζω), φαίνω, φαίνομαι κ.τ.ό.: Επιδείξω Μειδίαν τουτονι μη μόνον εις εμέ άλλα και εις υμάς ΰβρικότα. Και μην ουδ' άκαίρως φανησόμεθα μεμνημένοι περί τούτων.

στ) Ρήματα που σημαίνουν ψυχικό πάθος, όπως αγανακτώ, αισχύνομαι, άχθομαι, ήδομαι (ευχαριστιέμαι), χαίρω, λυπούμαι, οργίζομαι, τέρπομαι, βαρέως φέρω κ.τ.ό.:

Αγανακτώ όρων την συκοφαντίαν άμεινον της φιλοσοφίας φερομένην. Και εγώ τοις καλώς ερωτώσι χαίρω άποκρινόμενος.

> Μια μετοχή που εξαρτάται από ρήμα ψυχικού πάθους μπορεί να είναι και αιτιολογική (βλ. § 129). Είναι κατηγορηματική, όταν δηλώνει πράξη σύγχρονη προς αυτό που σημαίνει το ρήμα, και αιτιολογική, όταν δηλώνει πράξη προτερόχρονη:

'Αλλ’ήδομαι, ώ Κλέαρχε, άκούωνσου φρόνιμους λόγους, [κατηγορηματική]

Και μετεμέλοντο τάςσπονδάςού δεξάμενοι. [αιτιολογική]

ζ) εΰ/καλώς/δίκαια/κακώς ποιώ,χαρίζομαι, αδικώ, νικώ, περιγίγνομαι (υπερτερώ), κρατώ, ήττώμαι, λεί-πομαι (υστερώ) κ,τ.ό. Μεταφράζονται «με το να» + υποτακτική, «που» + οριστική ή «στο να» + υποτακτική: Αδικείτε πολέμου άρχοντες και σπονδάς λύοντες. (Αδικείτε με το να αρχίζετε πόλεμο και με το να καταλύετε τις συνθήκες ειρήνης.)

Ευ γ'εποίησας άναμνήσαςμε. (Καλά έκανες που μου το θύμισες.) Και τούτου ουχήπησόμεθα ευ ποιοΰντες. (Δε θα φανούμε κατώτεροι από αυτόν στο να ευεργετούμε.)

Γενική παρατήρηση

Αρκετά από τα ρήματα που συντάσσονται με κατηγορηματική μετοχή συντάσσονται και με απαρέμφατο, έχουν όμως διαφορετική σημασία. Τέτοια ρήματα είναι τα ακόλουθα:

4. Τα ρήματα ακούω και αισθάνομαι συντάσσονται:

α) Με γενική + κατηγορηματική μετοχή, όταν δηλώνουν άμεση αντίληψη:

Ήκουσα δε ποτέ αΰτου και περί οικονομίας διαλεγομένου. [άκουσα ο ίδιος] β) Με αιτιατική + κατηγορηματική μετοχή, όταν δηλώνουν έμμεση αντίληψη:

'Αλέξανδρος ήκουσεν εν τω όπισθεν αυτού όντα Δαρεΐον. [άκουσε από άλλους] γ) Με αιτιατική + ειδικό απαρέμφατο, όταν δηλώνουν ένα γεγονός αβέβαιο:

Ήκουσεν αυτόν καλόν κάγαθόν είναι, [άκουσε ως φήμη]


αιδούμαι/ αίσχύνομαι + μετοχή (ντρέπομαι που) Ού γαρ αίσχύνομαι μανθάνων. (Διότι δεν ντρέπομαι που μαθαίνω.)

+ απαρέμφατο (ντρέπομαι να) Αίσχύνομαι ειπείν τάληθή. (Ντρέπομαι να πω την αλήθεια.) [από ντροπή δε λέω την αλήθεια]

γιγνώσκω + μετοχή (γνωρίζω/καταλαβαίνω ότι) Ύγνω εγγύς όντα Άλέξανδρον. (Κατάλαβε ότι ο Αλέξανδρος ήταν κοντά.)

+ απαρέμφατο (κρίνω ότι, αποφασίζω να) Αλέξανδρος έγνω διάβαιναν τον Ίστρον. (0 Αλέξανδρος αποφάσισε να διαβεί τον Ίστρο.)

μανθάνω + μετοχή (μαθαίνω ότι) Τμαθον τάς πόλεις σφών ΰπ' 'Αλεξάνδρου έχομένας. (Έμαθαν ότι ο Αλέξανδρος κατείχε τις πόλεις τους.)

+ απαρέμφατο (μαθαίνω να) Τμαθον άκοντίζειν. (Έμαθαν να ρίχνουν ακόντιο.)

οίδα + μετοχή (γνωρίζω ότι/που) Ούδένα οίδα μισοΰντα τους έπαινούντας. (Δε γνωρίζω κανέναν που να μισεί αυτούς που τον επαινούν.)

+ απαρέμφατο (ξέρω να, είμαι ικανός να) Όλύνθιοι ϊσασι το μέλλον προοραν. (Οι Ολύνθιοι ξέρουν να προβλέπουν το μέλλον.)

έπίσταμαι + μετοχή (γνωρίζω καλά ότι) Τούτον έπίστασθε υμάς προδόντα. (Γνωρίζετε καλά ότι αυτός σας πρόδωσε.)

+ απαρέμφατο (ξέρω καλά να) Τιμαν έπίστασθε τους αγαθούς άνδρας. (Ξέρετε καλά να τιμάτετους γενναίους άνδρες.)

φαίνομαι + μετοχή (είναι φανερό ότι, φανερά) Πάντων των ήλίκων διαφέρων έφαίνετο. (Φανερά υπερείχε απ' όλους τους συνομηλίκους.)

+ απαρέμφατο (δίνω την εντύπωση ότι) Γελοίος σοι φαίνομαι είναι. (Σου δίνω την εντύπωση ότι είμαι γελοίος.)

Πηγή: www.vlioras.gr

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου