Συνολικές προβολές σελίδας

Αναζήτηση

Θέματα

Πληροφορίες

Η φωτογραφία μου
Είμαι απόφοιτος του τομέα Κλασικών Σπουδών του τμήματος Φιλολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής του Α.Π.Θ και κάτοχος μεταπτυχιακού διπλώματος του ίδιου τομέα της σχολής με το θέμα της διπλωματικής μου εργασίας να παραγματεύεται το έργο "Περὶ παίδων ἀγωγῆς" του Πλουτάρχου. Είμαι υποψήφια διδάκτωρ του τομέα Κλασικών Σπουδών του τμήματος Φιλολογίας του Δ. Π. Θ. Με ενδιαφέρουν αρκετά θέματα διδακτικής μεθοδολογίας και μελέτες περιπτώσεων. Το 2009 διορίστηκα μέσω Ασεπ και δίδαξα στο ΓΕΛ Αρχαγγέλου Ρόδου για δύο χρόνια. Από το σχολικό έτος 2011-12 υπηρετώ στο ΓΕΛ Λιμένα, στην γενέτειρά μου, την Θάσο.

Δημοφιλείς αναρτήσεις

Δευτέρα, 11 Ιανουαρίου 2010

ΤΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟ ΤΩΝ ΧΕΙΡΟΓΡΑΦΩΝ ΤΟΥ ΣΤΡΑΤΗΓΟΥ ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗ

Το όνομα του Στρατηγού Μακρυγιάννη δεν μας είναι άγνωστο. Η φυσιογνωμία και η παρρησία του, η λαϊκή, ζωντανή λαλιά του έχουν εντυπωθεί στον νου και την καρδιά μας. Για τον σύγχρονο Νεοέλληνα που ξέρει την Ιστορία του τόπου μας, ο Μακρυγιάννης δεν είναι απλώς ένας αγωνιστής που έχυσε το αίμα του για την πατρίδα. Είναι το πρότυπο του σοφού λαϊκού ανθρώπου ο οποίος δεν εμφορούνταν από άκριτο φανατισμό, αλλά από βαθύ προβληματισμό και αντικειμενικότητα. Είχε το πείσμα να μάθει γράμματα σε προχωρημένη ηλικία μόνο και μόνο για να αποτυπώσει με τα δικά του «κολλυβογράμματα» τις σκέψεις του για την Επανάσταση, για το πραγματικό νόημα της Ελευθερίας και της Ελληνικότητας.
Τα αποσπάσματα που ακολουθούν είναι ενδεικτικά…
«Κι όσα σημειώνω τα σημειώνω γιατί δεν υποφέρνω να βλέπω το άδικον να πνίγη το δίκιον. Διά 'κείνο έμαθα γράμματα εις τα γεράματα και κάνω αυτό το γράψιμον το απελέκητο, ότι δεν είχα τον τρόπον όντας παιδί να σπουδάξω. Ήμουν φτωχός κ' έκανα τον υπερέτη και τιμάρευα άλογα κι άλλες πλήθος δουλειές έκανα να βγάλω το πατρικό μου χρέος, όπου μας χρέωσαν οι χαραμήδες, και να ζήσω κ' εγώ σε τούτην την κοινωνίαν όσο έχω τ' αμανέτι του Θεού εις το σώμα μου. Κι αφού ο Θεός θέλησε να κάμη νεκρανάστασιν εις την πατρίδα μου, να την λευτερώση από την τυραγνίαν των Τούρκων, αξίωσε κ' εμένα να δουλέψω κατά δύναμη λιγώτερον από τον χερώτερον πατριώτη μου Έλληνα. Γράφουν σοφοί άντρες πολλοί, γράφουν τυπογράφοι ντόπιοι και ξένοι διαβασμένοι για την Ελλάδα – ένα πράμα μόνον με παρακίνησε κ' εμένα να γράψω, ότι τούτην την πατρίδα την έχομεν όλοι μαζί, και σοφοί κι αμαθείς και πλούσιοι και φτωχοί και πολιτικοί και στρατιωτικοί και οι πλέον μικρότεροι άνθρωποι. Όσοι αγωνιστήκαμεν, αναλόγως ο καθείς, έχομεν να ζήσωμεν εδώ. Το λοιπόν δουλέψαμεν όλοι μαζί, να την φυλάμεν κι όλοι μαζί και να μην λέγη ούτε ο δυνατός "εγώ", ούτε ο αδύναμος. Ξέρετε πότε να λέγη ο καθείς "εγώ"; Όταν αγωνιστή μόνος του και φκειάση, ή χαλάση, να λέγη "εγώ". Όταν όμως αγωνίζονται πολλοί και φκειάνουν, τότε να λένε "εμείς". Είμαστε εις το "εμείς" κι όχι εις το "εγώ"».

«Αφού η Κυβέρνηση ευκαριστήθη από μένα πολύ μου είπαν να μου χαρίσουνε ένα χωριόν. Τους είπα: "Όταν λευτερωθή η πατρίδα, όποιος κάμη τα χρέη του η πατρίδα είναι δίκια. Τώρα κιντυνεύομεν. Και θέλει δουλειά κι αγώνα η πατρίδα, κι όταν λευτερωθή, όλα τ' αγαθά είναι δικά μας».


Πώς θα μας φαινόταν, όμως, αν κάποιος μας έλεγε ότι ο χαρακτήρας του Μακρυγιάννη που συναντάμε μέσα στα γραπτά «του», ίσως είναι στην πραγματικότητα κατασκευασμένη από κάποιον άλλον; Αν μας έλεγε ότι ο Μακρυγιάννης δεν ήταν παρά μια περσόνα, μια καλοσχεδιασμένη συγγραφική πλάνη, ώστε να τονωθεί η εθνική μας υπερηφάνεια; Σίγουρα θα μας κλόνιζε, διότι είναι σημαντικό να γνωρίζουμε ότι μέσα στη φωτιά της Ελληνικής Επανάστασης και κατόπιν στο χιλιοδιχασμένο και κλονισμένο από τους εμφυλίους πολέμους ελληνικό κράτος, υπήρχε έστω κι ένας σοφός και δίκαιος Έλληνας πολεμιστής που διέθετε πίστη, πείσμα, όραμα και ταυτόχρονα δυνατό πνεύμα για να γράψει καταπληκτικά κείμενα που μας αποκαλύπτουν με ειλικρίνεια τι συνέβη εκείνη την εποχή!

Στο άρθρο που ακολουθεί, λοιπόν, θα παρακολουθήσουμε την ιστορία των χειρογράφων του Μακρυγιάννη, τα οποία εδώ και πάρα πολλά χρόνια έχουν χαθεί. Τα σημαντικότερα ίσως κειμήλια της Επανάστασης του '21, κανείς δεν μπορεί πια να πει με βεβαιότητα αν υπήρξαν ποτέ ή αν κατασκευάστηκαν, αν χάθηκαν, αν καταστράφηκαν ή αν φυλάγονται κάπου…

ΠΟΙΟΣ ΗΤΑΝ Ο ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ
Ο Στρατηγός Γιάννης Μακρυγιάννης γεννήθηκε στο Αβορίτι Δωρίδας το 1797 και πέθανε στην Αθήνα το 1864. Το όνομά του –Μακρυγιάννης– οφείλεται στο ψηλό του ανάστημα. Πατέρας του ήταν ο Δημήτριος Τριανταφύλλου, ο οποίος φονεύτηκε από τους Τουρκαλβανούς του Αλή Πασά στη Λιβαδειά, όταν ο Μακρυγιάννης ήταν ακόμη πολύ μικρός. Σε εκείνη τη νηπιακή ηλικία γνώρισε για πρώτη φορά κι ο ίδιος τον κίνδυνο του θανάτου, αφού λίγο έλειψε να τον σκοτώσουν κι αυτόν οι Τούρκοι.
«Οι Τούρκοι του Αλή πασά θέλαν να μας σκλαβώσουνε. Τότε διά νυχτός όλη η φαμελιά και όλο μας το σόι σηκώθηκαν και έφυγαν και ήθα παγαίνουν εις την Λιβαδειά να ζήσουνε εκεί. Θα πέρναγαν από 'να γιοφύρι του Λιδορικιού ονομαζόμενον Στενό, δεν πέρναγε από άλλο μέρος το ποτάμι. Εκεί φύλαγαν οι Τούρκοι να περάσουν να τους πιάσουνε, και δεκοχτώ ημέρες γκιζερούσαν εις τα δάση όλοι κ' έτρωγαν αγριοβέλανα και εγώ βύζαινα κ' έτρωγα αυτό το γάλα. Μην υποφέρνοντας πλέον την πείνα, αποφάσισαν να περάσουνε από το γιοφύρι, και ως βρέφος εγώ μικρό, να μην κλάψω και χαθούνε όλοι, αποφάσισαν και με πέταξαν εις το δάσος, εις τον Κόκκινον ονομαζόμενον, και προχώρεσαν διά το γιοφύρι. Τότε μετανογάει η μητέρα μου και τους λέγει, "Η αμάρτία του βρέφους θα μας χάση", τους είπε, "περνάτε εσείς και σύρτε εις το τάδε μέρος και σταθήτε… το παίρνω κι' αν έχω τύχη και δεν κλάψη, διαβαίνομε κι' ο Θεός μας έσωσε". Αυτά όλα τα 'λεγε η μητέρα μου και οι άλλοι συγγενείς. Σηκωθήκαμεν όλη η φαμελιά και συγγενείς και πήγαμεν εις Λιβαδειά και μας περασπίστηκαν οι φιλάνθρωποι άρχοντες εκεί κάμποσον καιρόν, όσο οπού πιαστήκαμεν και κάμαμεν εκεί σπίτια, υποστατικά».
Όταν έγινε επτά ετών πήγε ως ψυχογιός στο σπίτι ενός Λιβαδείτη, όπου αναγκαζόταν να κάνει ταπεινές δουλειές παρά τη θέλησή του. Η καταπίεση που υπέστη εκείνο το διάστημα και το ξύλο που έφαγε τον οδήγησαν να φύγει και να πάει στο σπίτι ενός συμπατριώτη του στην Άρτα. Εκεί δούλεψε σκληρά και κατόρθωσε να αποκτήσει σεβαστή περιουσία. Κατόπιν μυήθηκε στη Φιλική Εταιρία και με το ξέσπασμα του Αγώνα ανέλαβε δράση.

Ο Μακρυγιάννης ήταν μόλις 24 ετών όταν μπήκε στην Επανάσταση. Αφού πρόσφερε μεγάλο μέρος της περιουσίας του στον ιερό σκοπό, πολέμησε στην Ήπειρο και τη Ρούμελη, στην Πελοπόννησο, εναντίον του Ιμπραήμ, στον Πειραιά στο πλευρό του Καραϊσκάκη και εναντίον του Κιουταχή. Οι απολαβές του από τις μάχες ήταν πολλά τραύματα, που του καταπονούσαν το κορμί μέχρι τη μέρα του θανάτου του. Συγκεκριμένα τραυματίστηκε στο μέτωπο, τρεις φορές στο στήθος και μια στον μηρό. Ακόμα έπαθε ένα κάταγμα στο κεφάλι και ένα στο χέρι, ενώ στον τράχηλό του είχε εγκυστρωθεί ένα τουρκικό βόλι…
Αφού απελευθερώθηκε η Ελλάδα, γνώρισε πολλές τιμές, αλλά και άδικη συμπεριφορά από τους κυβερνώντες. Αρχικά, στις αρχές τού 1828, ο Καποδίστριας τον διόρισε «Γενικόν Αρχηγόν της Εκτελεστικής Δυνάμεως της Πελοποννήσου» με έδρα το Άργος και το 1830 τού έδωσε τον τίτλο του χιλίαρχου. Σύντομα όμως διαφώνησε με την πολιτική του Καποδίστρια και ακολούθησε ρήξη στις σχέσεις τους.
Μετά τη δολοφονία του Καποδίστρια, οι Μεγάλες Δυνάμεις διόρισαν ως βασιλιά της Ελλάδος τον Όθωνα. Ο Μακρυγιάννης χαιρέτησε με ενθουσιασμό τη νέα αυτή πολιτειακή αλλαγή με τα εξής λόγια: «Σήμερα ξαναγεννιέται η πατρίδα και ανασταίνεται, όπου ήταν τόσον καιρόν χαμένη και σβησμένη. Σήμερα ανασταίνονται οι αγωνισταί, πολιτικοί, θρησκευτικοί και στρατιωτικοί, ότι ήρθε ο βασιλέας μας, που αποχτήσαμε με την δύναμη του Θεού. Δόξα να 'χει το πανάγαθό σου όνομα, Κύριε, παντοδύναμε, πολυέλαιγε, πολυεύσπλαχνε».
Σύντομα, ωστόσο, συνειδητοποίησε και ο ίδιος, όπως και όλος ο Ελληνισμός, ότι η πολιτική των Βαυαρών ήταν απολυταρχική και καταπιεστική για τους Έλληνες και ιδίως για όσους είχαν αγωνιστεί για την απελευθέρωση της χώρας. Οι αγωνιστές ζούσαν μέσα στη φτώχεια και διακόνευαν για να μπορέσουν να επιβιώσουν. Ο Μακρυγιάννης απογοητευμένος από αυτές τις εικόνες έκανε το 1835 μια αναφορά στην Κυβέρνηση, όπου έλεγε τα εξής: «Επειδήτις όσοι αγωνίστηκαν πεθαίνουν από την πείνα και την ταλαιπωρίαν, καθώς και χήρες των σκοτωμένων και παιδιά τους, τον μιστόν όπου μου δίνετε διατάξετε να μου κοπεί όλος και να τον δίνετε εις τους αγωνιστάς και χήρες και ορφανά των σκοτωμένων». Με άλλα λόγια, πρόσφερε όλο τον μισθό που του έδινε το Κράτος στους φτωχούς συναγωνιστές του κι ο ίδιος δεν ζητούσε ούτε δεκάρα.
Στις 27 Δεκεμβρίου 1833 καθιερώθηκε στην Ελλάδα ο θεσμός των δήμων, γεγονός που επέτρεψε στον Μακρυγιάννη να θέτει υποψηφιότητα για δημοτικός σύμβουλος του δήμου Αθηναίων και να εκλέγεται κάθε φορά. Από εκείνη τη θέση ασκούσε κριτική στα κακώς κείμενα της Βαυαρικής Κυβέρνησης. Τον Ιανουάριο του 1837 ο Μακρυγιάννης, ως πρόεδρος του Δημοτικού Συμβουλίου του δήμου Αθηναίων, εισηγήθηκε την ψήφιση πράξης με αίτημα την παραχώρηση Συντάγματος. Η κυβέρνηση, δυσαρεστημένη από αυτές τις εξελίξεις, διέλυσε το Δημοτικό Συμβούλιο και έθεσε τον Μακρυγιάννη σε κατ' οίκον περιορισμό.
Ο Μακρυγιάννης κλεισμένος στο σπίτι του, αφοσιώθηκε στις καλλιτεχνικές και ιστορικές του ανησυχίες. Έτσι το 1839 τού καρφώθηκε η ιδέα να απεικονιστούν σε ζωγραφικούς πίνακες εικόνες της επανάστασης. Αρχικά στόλισε την αυλή του σπιτιού του στην Αθήνα με ψηφιδωτά που συμβόλιζαν τους αγώνες των Ελλήνων με τους Τούρκους και τη Βαυαρική Απολυταρχία και κατόπιν ανέθεσε στον Παναγιώτη Ζωγράφο, λαϊκό ζωγράφο από τη Σπάρτη, να φτιάξει 24 ζωγραφιές με εικόνες από μάχες. Επιπλέον συνέγραψε επιστολές σε εφημερίδες και επιδιδόταν στη συγγραφή των Απομνημονευμάτων του, καθώς και του έργου Οράματα και Θάματα.
Το 1843, όταν ο ελληνικός λαός ξεσηκώθηκε απαιτώντας Σύνταγμα, ο Μακρυγιάννης ήταν παρών και βασικός υποκινητής αυτού του αιτήματος. Η συνεχής κοινωνική και πολιτική του δράση θεωρήθηκε ύποπτη από την Κυβέρνηση η οποία το 1852 τον κατηγόρησε ότι σχεδίαζε την «ανατροπή των καθεστώτων και την δολοφονίαν του βασιλέως». Οπότε, στις 13 Απριλίου, ο άνθρωπος που κάποτε πανηγύριζε για την έλευση του βασιλιά και περίμενε ότι μαζί του θα ερχόταν από τη Δύση ένα κράτος δικαίου και ελευθερίας, φυλακίστηκε σε ιδιαίτερο δωμάτιο στο σπίτι του με ισχυρή φρουρά να τον φυλάει απ' έξω και τον Μάρτιο του 1853 καταδικάστηκε σε θάνατο, γιατί τόλμησε να επαναστατήσει απέναντι στην εξουσία – σε μια εξουσία που όπως φάνηκε ήταν μάλλον πιο ύπουλη από εκείνη των Τούρκων. Τελικά η ποινή του μετατράπηκε σε ισόβια δεσμά και τον Σεπτέμβριο του επόμενου χρόνου τού δόθηκε χάρη και αποφυλακίστηκε. Πέθανε απογοητευμένος, φοβερά κουρασμένος και άρρωστος από τις κακουχίες της ζωής του…

ΤΑ ΑΠΟΜΝΗΜΟΝΕΥΜΑΤΑ ΤΟΥ ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗ

Ο Μακρυγιάννης ήταν αναμφισβήτητα ένας σπουδαίος πολεμιστής ο οποίος μας έχει αφήσει το περίφημα Απομνημονεύματά του, ένα έργο με ιστορικό και λογοτεχνικό ενδιαφέρον. Δεν είναι λίγοι, όμως, εκείνοι που αμφισβητούν τη γνησιότητά τους και θεωρούν είτε ότι είναι ψευδεπίγραφα, είτε ότι έχουν παραχαραχθεί από τον πρώτο επιμελητή και εκδότη τους, τον Γιάννη Βλαχογιάννη, όταν ο Μακρυγιάννης ήταν πλέον νεκρός.
Ας πάρουμε όμως τα πράγματα με τη σειρά…
Στον Πρόλογο των Απομνημονευμάτων, ο ίδιος ο Μακρυγιάννης μάς δίνει συγκεκριμένες πληροφορίες για την εποχή κατά την οποία ξεκίνησε τη συγγραφή των περιπετειών της ζωής του. Μαθαίνουμε, λοιπόν, ότι στην ηλικία των 32 και ενώ βρισκόταν στο Αργός, του ήρθε η ιδέα να καταγράψει τις εμπειρίες του. Λίγο καιρό πριν ένας φίλος του τού είχε παραδώσει μαθήματα γραφής και ανάγνωσης για δυο μήνες περίπου. Κατόπιν μόνος του εξασκήθηκε όσο του ήταν δυνατόν στο γράψιμο.
Η συγγραφή των Απομνημονευμάτων του συνεχίστηκε τα επόμενα χρόνια με διακοπές. Κάθε φορά, όμως, ξανάπιανε τη διήγησή του από το σημείο στο οποίο είχε σταματήσει την τελευταία φορά. Εικάζουμε ότι σε όλα τα χρόνια που χρειάστηκαν για να ολοκληρώσει τη συγγραφή του άλλαζε τόπο κατοικίας, αφού σε διάφορα σημεία του έργου του συναντάμε τις εξής γραφές: «εδώ εις τ' Άργος» ή «εδώ εις Αθήνας». Άλλες φορές πάλι προτιμά να καταγράφει τα γεγονότα σε ημερολογιακό ύφος δίνοντας πληροφορίες για συγκεκριμένα ιστορικά τεκταινόμενα εκείνης της ημέρας, π.χ. «σήμερα ξαναγεννιέται η πατρίδα μας...»
Το 1840 περίπου ο Μακρυγιάννης σταμάτησε τη συγγραφή διότι είχαν αρχίσει να σχηματίζονται κατηγορίες εναντίον του από τη Βαυαρική Κυβέρνηση. «Είχαν μεγάλη υποψίαν από μένα και γύρευαν να μου ψάξουν το σπίτι μου να μου βρούνε τα γράμματα», σημειώνει σε κάποιο σημείο των Απομνημονευμάτων του όπου διαφαίνεται η αγωνία του μήπως πέσουν σε ξένα χέρια τα πολύτιμα γραπτά του. Για να τα προστατέψει, λοιπόν, τα εμπιστεύτηκε σε έναν κουμπάρο του στην Τήνο. Ως το 1844 περίπου κράτησε σημειώσεις των γεγονότων που ακολούθησαν τις οποίες πρόσθεσε στα αρχικά χειρόγραφά του, αφού τα πήρε πάλι πίσω το 1844. Στη συνέχεια αποκατέστησε κάποια φύλλα που είχαν σαπίσει από τη υγρασία, έγραψε τον πρόλογο και γύρω στο 1850 έθαψε τα κείμενά του στο υπόγειο του σπιτιού του. Ήταν η εποχή που τα πράγματα είχαν «στενέψει» πολύ για τον ίδιο, αφού η Κυβέρνηση θεωρούσε ότι ο Μακρυγιάννης επιβουλευόταν τον Όθωνα και αμφισβητούσε την εξουσία του.
Όπως φαίνεται, την ύπαρξη των χειρογράφων του αγνοούσαν οι πάντες, ακόμη κι η οικογένειά του – διαφορετικά θα είχε υπάρξει κάποια μέριμνα από την πλευρά της προκειμένου να δημοσιευτούν. Έτσι η υπόθεση έμεινε στο σκοτάδι, ώσπου ο γιος του Κίτσος Μακρυγιάννης ανακάλυψε τυχαία «σ' έναν τενεκέ τα μισοσαπισμένα του στρατηγού πολύτιμα γραψίματα».
Η ανακάλυψη αυτή βέβαια δεν ήταν τελείως τυχαία: Γύρω στα 1901 ο Κίτσος Μακρυγιάννης δέχτηκε την επίσκεψη του Γιάννη Βλαχογιάννη, ενός νεαρού τότε φιλολόγου με ιστορικό ενδιαφέρον για την Ελληνική Επανάσταση. Ο Βλαχογιάννης μελετούσε συστηματικά τα αρχεία του Αγώνα, αναζητώντας σημαντικά έγγραφα κατάλληλα για δημοσίευση. Γνώριζε για τη δράση και τον δυναμισμό του Μακρυγιάννη, και ακόμα είχε διαβάσει κάποιες δημοσιεύσεις του Στρατηγού σε διάφορες εφημερίδες. Τα κείμενά του εκείνα –τα οποία σύμφωνα με πληροφορίες δεν τα είχε γράψει, αλλά τα είχε υπαγορεύσει σε άλλους– τα βρήκε ενδιαφέροντα και υπέθεσε πως ίσως ο Μακρυγιάννης είχε κρατήσει κάποιο ημερολόγιο. Με την ελπίδα αυτή προσέγγισε τον Κίτσο Μακρυγιάννη και ζήτησε σχετικές πληροφορίες. Ο στερνός γιος του Στρατηγού δεν είχε ακούσει τίποτα σχετικό, δέχτηκε όμως να κάνει μια έρευνα στο σπίτι και το υπόγειο – μια έρευνα που, σύμφωνα πάντα με τα λεγόμενα του Βλαχογιάννη, απέδωσε καρπούς.
Ο Κίτσος Μακρυγιάννης εμπιστεύτηκε τα χειρόγραφα στον Βλαχογιάννη και χρηματοδότησε μάλιστα και την πρώτη έκδοση των Απομνημονευμάτων, η οποία αποπερατώθηκε το 1907, χωρίς να γνωρίσει εμπορική επιτυχία, αφού πολλά από τα κομμάτια πουλήθηκαν στο τέλος με την οκά, σαν χαρτί.
Ο Γιάννης Βλαχογιάννης στην έκδοση του 1907 προέταξε και μια εκτεταμένη Εισαγωγή στην οποία εξηγεί λεπτομερώς πώς βρήκε τα χειρόγραφα και πώς εργάστηκε ως τη στιγμή της έκδοσης. Εκεί πληροφορούμαστε ότι η ολοκλήρωση της ανάγνωσης των χειρογράφων κράτησε 17 μήνες, αφού ήταν φοβερά δυσανάγνωστα. Επίσης, ο εκδότης φρόντισε να καταγράψει πλήρως τις διαστάσεις και την κατάσταση των χειρογράφων. Συγκεκριμένα αναφέρει ότι το χειρόγραφο είναι πρωτόγραφο πλην ορισμένων σελίδων, ότι το χαρτί είναι λεπτό και φθαρμένο στις δυο εξωτερικές γωνίες, ότι είναι προστατευμένο με δερμάτινο κάλυμμα, ότι δεν υπάρχει στίξη, παράγραφοι, κεφαλαιώδης διαίρεση – εκτός από το μοναδικό σημάδι ) που ισχύει και για τελεία και για παράγραφο και για δήλωση κεφαλαίου. Σημειώνει ότι η γραφή είναι χωρίς τόνους, στρογγυλή, πυκνή και ότι η απόδοση των λέξεων φωνητική. Συμπληρώνει ακόμα ότι πολλές λέξεις δεν χωρίζονται, ενώ αλλού μπερδεύονται τα σύμφωνα με τα φωνήεντα, ότι γίνονται σφάλματα από παρακούσματα, ολισθήματα της γραφίδας ή από δυσκολία.
Μετά από τις παραπάνω πληροφορίες κάποιος θα μπορούσε να βγάλει τα εξής συμπεράσματα: πρώτον ότι ο στρατηγός παραείχε έντονο φιλολογικό αισθητήριο, δεδομένου ότι ήταν απαίδευτος, γιατί είναι δύσκολο να φανταστούμε πώς ένας άνθρωπος –που δεν είχε διαβάσει σχεδόν τίποτα στη ζωή του και δεν γνώριζε την τελεία και την παράγραφο– είχε επίγνωση ότι έπρεπε να γράψει πρόλογο για να κατατοπίσει τον αναγνώστη του για το ποιος ήταν, πότε ακριβώς ξεκίνησε να συγγραφεί και πού («…αν έβγουν εις φως αυτά οπού σημειώνω εδώ και ξηγώμαι πότε με κόλλησε αυτείνη η ιδέα – από τα 1829, Φλεβαρίου 26, εις το Άργος…») και για τον σκοπό αυτής του της προσπάθειας. Επιπλέον η γλώσσα του μπορεί να είναι έντονα λαϊκή και να χαρακτηρίζεται από προφορικότητα, αλλά είναι ταυτόχρονα πολύ ζωντανή και λογοτεχνική. Μάλιστα –σύμφωνα με μαρτυρία του Βλαχογιάννη– ολόκληρο το έργο του στρατηγού ήταν πρωτόγραφο, που σημαίνει ότι δεν υπήρχαν σβησίματα ή διορθώσεις των γραφομένων. Όμως μόνο ένας πολύ καλός χειριστής του λόγου θα κατόρθωνε ποτέ να παραδώσει ένα άρτιο κείμενο με την πρώτη του προσπάθεια.
Το δεύτερο σημείο στο οποίο αξίζει να σταθούμε με υποψία, είναι ότι ο Βλαχογιάννης παραήταν τυχερός για να ανακαλύψει τόσο εύκολα σε έναν τενεκέ κάτι τόσο πολύτιμο. Θα έλεγε κανείς ότι, αφού βρήκε αυτό που απλώς είκαζε ότι υπήρχε, είχε όλη την εύνοια των θεών με το μέρος του, ότι έπιασε τον πρώτο αριθμό του λαχείου, αν και οι πιθανότητές για κάτι τέτοιο ήταν ελάχιστες…
Άλλωστε, ο Βλαχογιάννης περιγράφει στην Εισαγωγή του με τόσες λεπτομέρειες την περιπέτειά του από τη στιγμή της εύρεσης των χειρογράφων ως τη στιγμή της έκδοσής τους, που μοιάζει σαν να προσπαθεί να μας πείσει για τη γνησιότητα των ευρημάτων του. Βέβαια αυτό από μόνο του δεν αποδεικνύει τίποτα, γεννά όμως αμφιβολίες… Ανάλογες ιστορίες έχουμε ακούσει να λέγονται και για άλλα χειρόγραφα, όπως για τα γραπτά του Αριστοτέλη τα οποία βρέθηκαν μόλις τον 1ο αι π.Χ. σε μια αποθήκη στη Σκήψη, μισοφαγωμένα από την υγρασία και τα σκουλήκια. Μήπως –θα έλεγε κανείς– αυτή η ιστορία με την εύρεση πολύτιμων κειμένων σε αποθήκες και τενεκέδες είναι πολύ ρομαντική και ταυτόχρονα ευκολοχώνευτη και γι' αυτό χρησιμοποιείται κατά καιρούς από πολλούς συγγραφείς προκειμένου να δώσουν εγκυρότητα και αληθοφάνεια σε δικά τους έργα, που όμως τα αποδίδουν σε κάποια άλλη σπουδαία προσωπικότητα;
Τέτοιες σκέψεις βασάνιζαν τους «Θωμάδες» –όπως τους έλεγε ο ίδιος ο Βλαχογιάννης– οι οποίοι αμφισβήτησαν απ' την πρώτη στιγμή την αυθεντικότητα των κειμένων. Οι «Θωμάδες», λοιπόν, υποστήριξαν ότι τα Απομνημονεύματα ήταν κατασκεύασμα του Βλαχογιάννη, ο οποίος τα συνέταξε χάρη στο λογοτεχνικό του ταλέντο, τις ιστορικές του γνώσεις και τον καλό χειρισμό της γλώσσας. Ο λόγος; Ο καθένας μπορεί να φανταστεί ό,τι θέλει: Ίσως να ήθελε να κατασκευάσει τον προσωπικό του μύθο ως ανθρώπου που ανακάλυψε κάτι σπουδαίο για τα Ελληνικά Γράμματα ή ότι ήθελε να παρουσιάσει ένα βιβλίο με ιστορικό ενδιαφέρον και με κύρος χάρη στο όνομα του υποτιθέμενου συγγραφέα του κλπ.
Ο Βλαχογιάννης, λοιπόν, για να δώσει τέλος σε αυτές τις κατηγορίες και να «κλείσει τα στόματα» των κακόβουλων, υποστήριζε ότι είχε κουβαλήσει τα χειρόγραφα μέχρι τα γραφεία της εφημερίδας Ακρόπολις το 1904 και τα είχε δείξει στους υπεύθυνους της εφημερίδας. Επιπλέον, δημοσιεύτηκαν από την Ακρόπολι τρεις σελίδες από τις 469 των χειρογράφων σε ομοιοτυπίες, πράγμα που επαναλήφθηκε και στην πρώτη έκδοση του 1907.
Ο Βλαχογιάννης θεωρούσε ότι είχε διαλύσει τότε τις όποιες αμφιβολίες για τη γνησιότητα των χειρογράφων, αλλά στις μέρες μας το ζήτημα εξακολουθεί να είναι ανεξιχνίαστο, αφού τα λεγόμενα του Βλαχογιάννη δεν τα έχει επιβεβαιώσει σχεδόν κανείς. Συγκεκριμένα ο μόνος που έχει υποστηρίξει ότι έχει δει τα χειρόγραφα ήταν ένας συγγενής των Μακρυγιάννηδων, ο Β. Σακελλαρίου, ο οποίος έλεγε ότι τα είχε συσκευάσει με τα ίδια του τα χέρια σε ένα τσίγκινο κουτί το 1910, όταν ο Βλαχογιάννης τα επέστρεψε στον Κίτσο Μακρυγιάννη.
Έκτοτε υποτίθεται ότι τα χειρόγραφα εκτίθονταν σε μια βιτρίνα μαζί με όλα τα ενθύμια του στρατηγού. Τελικά στις 14 Οκτωβρίου τού 1926 ο Κίτσος Μακρυγιάννης πρόσφερε τα άλλα κειμήλια στην Ιστορική και Εθνολογική Εταιρία – το τσίγκινο κουτί όμως δεν παραδόθηκε ποτέ…
Τι μπορεί να έγιναν τα χειρόγραφα –αν τελικά υπήρξαν πράγματι– δεν γνωρίζουμε, οι εικασίες είναι πολλές και θα τις παρακολουθήσουμε στη συνέχεια του άρθρου. Πάντως απορίας άξιο είναι ότι σχεδόν κανείς από τους μετέπειτα απογόνους του Μακρυγιάννη δεν είχε δει ή ακούσει κάτι σχετικό με τα χειρόγραφα. Θα ήταν άραγε δυνατόν κάτι τέτοιο;
ΟΡΑΜΑΤΑ ΚΑΙ ΘΑΜΑΤΑ
Οι αμφιβολίες για το αν πράγματι ο Μακρυγιάννης έγραφε ή όχι, έχουν διαλυθεί πλήρως από τη στιγμή που ήρθε στο φως ένα δεύτερο σύγγραμμα του στρατηγού, το Οράματα και Θάματα – όνομα που δόθηκε από τον μεταγραφέα του νέου χειρογράφου, Άγγελο Ν. Παπακώστα.
Το έργο ξεκινά με την πληροφορία ότι ο Μακρυγιάννης την παραμονή της Πρωτοχρονιάς τού 1851, άρχισε να γράφει ένα άλλο έργο το οποίο ο ίδιος το ονόμαζε «'στορικόν». Στις αφηγήσεις του διακρίνουμε έναν άνθρωπο κουρασμένο και απογοητευμένο από τη ζωή, αφού στα πενήντα του περίπου χρόνια είχε απομονωθεί και είχε συρθεί στα δικαστήρια με άδικες κατηγορίες. Είχε κλειστεί στη μοναξιά του και μην έχοντας με ποιον να μιλήσει, συνομιλούσε με τον Θεό, την Παναγία και τους αγίους. Περιγράφει τα όνειρά του και τα θαύματα που συνέβησαν στον ίδιο ή σε άλλους, καθώς και το πώς ερχόταν σε επαφή με το Θείο με τη μεσολάβηση μιας κοκκινοντυμένης ή μαυροντυμένης γυναίκας, η οποία του μετέφερε διάφορα μηνύματα, επιπλήξεις και συμβουλές των αγίων.
Τα Οράματα και Θάματα για να το κατανοήσουμε, οφείλουμε να το αντιμετωπίσουμε ως ένα ιδιότυπο κείμενο, θρησκόληπτο, στο οποίο ελλείπουν τα ιστορικά γεγονότα και οι στοχασμοί των Απομνημονευμάτων. Για να προσεγγίσουμε τις ιδέες του Μακρυγιάννη είναι ανάγκη να λάβουμε υπόψη μας ότι ήταν πολύ θρήσκος και επηρεαζόταν από το κλίμα θρησκευτικής προσήλωσης στην Ορθόδοξη Εκκλησία, που ήταν σε έξαρση τότε: Η Εκκλησία ήταν ο μόνος φορέας ο οποίος παρείχε την ελπίδα ότι οι ανεκπλήρωτοι πόθοι των Ελλήνων για ολική απελευθέρωση θα γίνονταν σύντομα πραγματικότητα.
Ας δούμε, όμως, πώς βρέθηκε αυτό το δεύτερο χειρόγραφο και πώς έφτασε τελικά να τυπωθεί το 1983 από το Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης: Το χειρόγραφο το είχε ανακαλύψει και πάλι ο Γιάννης Βλαχογιάννης. Του το είχε πουλήσει ο βιβλιοπώλης Χ. Σπανός προς 3.000 δρχ το 1936. Ο Σπανός το είχε αγοράσει από τον Οδυσσέα Σταυρόπουλο, στου οποίου την κατοχή είναι άγνωστο πώς περιήλθε. Κατόπιν ο Βλαχογιάννης το μελέτησε, αλλά αποφάσισε να μην το δημοσιεύσει, γιατί κατά τη γνώμη του, δεν θα προσέθετε κάτι στη φήμη του Στρατηγού.
Έπειτα, κατά τη διάρκεια της Κατοχής, ο Βλαχογιάννης βρισκόταν σε προχωρημένη ηλικία κι ο Παπακώστας, νεαρός φιλόλογος, τον βοηθούσε στην έρευνά του. Κάποια στιγμή ο Βλαχογιάννης είπε στον Παπακώστα «Η χάρη θέλει κι αντιχάρη» και του εμπιστεύτηκε το χειρόγραφο για να το μεταγράψει και να το εκδώσει. Από τότε πέρασαν αρκετά χρόνια μέχρι την αποπεράτωση αυτής της νέας έκδοσης, την οποία δυστυχώς ο Παπακώστας δεν πρόλαβε να δει τελειωμένη, αφού λίγο καιρό πριν την κυκλοφορία του βιβλίου τον βρήκε ο θάνατος…
Το νέο αυτό χειρόγραφο του Στρατηγού βρίσκεται πλέον στη Γεννάδειο Βιβλιοθήκη με τον ταξινομικό αριθμό MSS 262. Επιπλέον έχει φωτογραφηθεί πλήρως και κυκλοφορεί από το Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης ένας τόμος με το χειρόγραφο σε πανομοιότυπη έκδοση.
ΤΑ ΟΡΑΜΑΤΑ ΚΑΙ ΘΑΜΑΤΑ ΑΠΟΔΕΙΚΝΥΟΥΝ ΤΗΝ ΑΥΘΕΝΤΙΚΟΤΗΤΑ ΤΩΝ ΑΠΟΜΝΗΜΟΝΕΥΜΑΤΩΝ;
Τα Οράματα και Θάματα έγιναν δεκτά με ενθουσιασμό από τους λάτρεις του Μακρυγιάννη για έναν πολύ σημαντικό λόγο, γιατί έδιναν στοιχεία που φανερώνουν τη σχέση των δυο αυτών γραπτών και τον κοινό συντάκτη τους.
Κατ' αρχήν και ο Βλαχογιάννης και ο Παπακώστας περιέγραψαν με παρόμοιο τρόπο τη μορφή των γραμμάτων και τις ιδιοτυπίες της γραφής του Μακρυγιάννη. Ακόμα, τα δυο έργα παρουσιάζουν άμεση γλωσσική, υφολογική και πραγματολογική σχέση μεταξύ τους, ενώ σε καμία περίπτωση δεν μοιάζουν με το ύφος του Βλαχογιάννη. Τέλος, στα Οράματα και Θάματα ο στρατηγός σημειώνει σε πολλές σελίδες «όπως γράφω στο άλλο 'στορικό», παραπέμποντας έτσι στα Απομνημονεύματά του.
Ας δούμε όμως τι σημειώνει επί του θέματος και ο ίδιος ο Παπακώστας: «Είναι αλήθεια ότι και ο Βλαχο­γιάννης είχε ασυγκράτητη μαχητικότητα. Αγαπούσε με πάθος την αλήθεια και την υποστήριζε με φανατισμό· δεν έγραφε όμως λιβελο-γραφήματα, αλλά έργα βασισμένα σε παλαιές και έγκυρες πηγές, α­νέκδοτες και σημαντικές, δικές μας και ξένες. Αναφέρω εδώ ένα χα­ρακτηριστικό περιστατικό. Όταν κάποτε ρώτησα έναν σοφό καθη­γητή και ακαδημαϊκό πώς του φάνηκε ένα δημοσίευμα του Βλαχο­γιάννη με κρίσεις αυστηρές για ορισμένους γνωστούς και επίσημους ιστορικούς, μου είπε ότι "λέγει πολλές αλήθειες, πού εμείς δεν θα εί­χαμε το θάρρος να εκστομίσουμε". Είχε λοιπόν θάρρος και δεν ήξερε να κρύβει τους στοχασμούς του· δεν έριχνε νερό στο κρασί του· δεν έβλεπε όμως με κακία τους αντιπάλους του. Ένα δεν μπορούσε να α­νεχτεί: το ψέμα, και μάλιστα το σκόπιμο, και την αδικία. Ας παρα­δεχτούμε όμως το απαράδεκτο. Αν τα Απομνημονεύματα είχαν γραφτεί από τον εκδότη τους, το δωρικό ύφος του Στρατηγού θα έπρεπε να συμπίπτει με το ύφος του Βλαχογιάννη· όπως όμως είναι γνωστό, τέτοια ταύτιση δεν υπάρχει· εμπόδιο στέκει και ο χρόνος που χρειάστηκε για την αποκρυπτογράφηση του κειμένου, άλλα και για να γράψει τα σοφά προλεγόμενα και τα σχόλια, που απαιτούσαν ερευνά, και μάλιστα εκτεταμένη. Αν για την τόσο επίπονη και πολύ­μοχθη αυτή εργασία ο Βλαχογιάννης χρειάστηκε μια τριετία περίπου, για τη συγγραφή θα χρειαζόταν δεκαπλάσιο διάστημα».
ΤΕΛΙΚΑ ΤΙ ΑΠΕΓΙΝΑΝ ΤΑ ΧΕΙΡΟΓΡΑΦΑ ΤΩΝ ΑΠΟΜΝΗΜΟΝΕΥΜΑΤΩΝ;
Η εύρεση των χειρογράφων των Απομνημονευμάτων θα αποτελούσε ευτύχημα για τη φιλολογική έρευνα και την αποκατάσταση της αλήθειας. Η απουσία τους όλα αυτά τα χρόνια έχει δώσει το δικαίωμα σε πολλούς να διατυπώσουν διάφορα σενάρια σχετικά με την τύχη τους.
Μια εκδοχή αναφέρει ότι ο Βλαχογιάννης αμέσως μετά την έκδοση του βιβλίου κατάστρεψε τα χειρόγραφα και δεν τα επέστρεψε στον Κίτσο Μακρυγιάννη. Αυτό το έκανε πιθανότατα γιατί είχε κάνει πολλές παρεμβάσεις στο αρχικό περιεχόμενο του κειμένου, δηλαδή ερμήνευσε με δικό του τρόπο τα ακατανόητα πολλές φορές λόγια του Μακρυγιάννη και γι' αυτό φοβόταν μήπως τον κατηγορήσουν για έλλειψη ιστορικής και φιλολογικής συνείδησης.
Πάρτε ως παράδειγμα το απόσπασμα που ακολουθεί από τα Οράματα και Θάματα:
«μλιανα υςεσιγιρισμνι αυτοακολοθισαμν κυχαυ πι κενό οπŏξερι γραματα προτιτερα ναρθι νάκα μομν τιν ανναςασιν ) τιμολεγι εκυνι υγινεκα τιυταν αυτινι υνιχτα τιπραματα υταν εκυνατι τιυταν εκυνι υπιταφιον δενπŏροσες νατιν τιρα ξις απŏτοςραψιμον κοθρονος τοαφεντος εκυ νον δενπŏροσε νατον κυταξι οανθροπος κεκυ νες υψαλμοδιες εςανομον κέγο αδλφι αννα γνοςες ευλεπαλαψες κυσκυος όχι ομος ξα ςερα τελιονοτας υανναςασιν βιλογαυ οαφεν τις όλος κ εδοσε κ αντιδερο ένα τετιον πρα μα υτον τότε μολεγι γιανι γιανι γιανι τρις φορές εγο υρθα τόσες φορές ηςτινκαθετρα μο υρθεομονογενιςο κ υμιτερατο υμαρια κολιυαγιυ νασŏφικυασŏ τοσπιτισŏ νασεαν ναςισŏ…»
Είναι φανερό ότι το συγκεκριμένο κείμενο είναι δύσκολο να «μεταφραστεί» σε κατανοητά Ελληνικά – και το ίδιο ισχύει για όλο το έργο του Μακρυγιάννη. Εύλογα, λοιπόν, θα μπορούσαν να δοθούν πολλές και διαφορετικές ερμηνείες για τα ίδια σημεία, και ίσως ο Βλαχογιάννης εκμεταλλεύτηκε αυτή την κατάσταση για να προσθέσει ή να αφαιρέσει άγνωστο πόσες δικές του απόψεις, πληροφορίες και ερμηνείες…
Πάντως την καταστροφή των χειρογράφων από τα χέρια του ίδιου του Βλαχογιάννη υποστήριξε κυρίως ο φίλος και παλαιός συνεργάτης του, ο δικηγόρος Ν. Θ. Πάντζαρης, ο οποίος είπε ότι ο Βλαχογιάννης τού είχε εκμυστηρευτεί το μυστικό μια μέρα στο καφενείο του Ζαχαράτου. Μια τέτοια πράξη ο Παντζάρης τη θεωρούσε σύμφωνη με τον «ιδιότυπο, οξύ, απόλυτο και εγωιστικό χαρακτήρα του ιστοριοδίφου, που όμοιός του ως σήμερα δεν υπήρξε…» Η επικρατούσα άποψη σήμερα για την εκδοχή αυτή είναι είτε ότι ο Πάντζαρης δεν κατάλαβε καλά, είτε ότι ο Βλαχογιάννης εννοούσε ότι κατάστρεψε τα δικά του χειρόγραφα, της μεταγραφής δηλαδή, και όχι τα χειρόγραφα του Μακρυγιάννη.
Η άλλη εκδοχή είναι ότι το χειρόγραφο επιστράφηκε πράγματι στον Κίτσο Μακρυγιάννη το 1910, ο οποίος μάλιστα είχε εκδηλώσει πολλές φορές τη δυσαρέσκειά του, επειδή ο Βλαχογιάννης καθυστερούσε να το παραδώσει στον δικαιούχο του. Αυτό ενισχύεται και από τη μαρτυρία του Βυζαντι­νολόγου καθηγητή Φαίδωνα Κουκούλε, ο οποίος δήλωσε τον Οκτώβριο του 1947 ότι το χειρόγραφο ήταν εγκιβωτισμένο στην Ιστορική και Εθνολογική Εταιρεία της Ελλάδος μαζί με τα αρχεία της. Το ίδιο είχε υποστηρίξει και καθηγητής Μ. Β. Σακελλαρίου, γιος του Β. Σακελλαρίου, που όπως ειπώθηκε παραπάνω έλεγε ότι είχε τοποθετήσει τα χειρόγραφα σε τσίγκινο κουτί, όπως και ο υ­πεύθυνος του Μουσείου κατά την Κατοχή Γιαννουλόπουλος. Το πρόβλημα όμως είναι ότι τα χειρόγραφα δεν αποκιβωτίστηκαν ποτέ και οι όποιες έρευνες για την εύρεσή τους στα αρχεία της Εταιρίας δεν έδωσαν κάτι θετικό. Τέλος ο Ι. Μαλτέζος-Μακρυγιάννης (απόγονος του Στρατηγού) υποστήριξε ότι τα μισά από τα χειρόγραφα, που είχαν επιστραφεί στην οικογένεια από τον Βλαχογιάννη, χάθηκαν στα γεγονότα του 1947-49 όταν μπήκαν αντάρτες στο σπίτι, ενώ τα άλλα μισά παραδόθηκαν σε ίδρυμα, που δεν καθορίζεται όμως ποιο ήταν.
Η τελευταία εκδοχή είναι αυτή που αναλύθηκε ήδη αρκετά, ότι δηλαδή ο Βλαχογιάννης κατασκεύασε όλη αυτή την ιστορία. Πιθανότατα να γνώριζε ότι ο Μακρυγιάννης επιδιδόταν στη συγγραφή –που αποδείχτηκε άλλωστε από την εύρεση των Οραμάτων και Θαμάτων– και να θεώρησε ότι θα μπορούσε άνετα να αποδώσει σε εκείνον ένα σπάνιο και σπουδαίο έργο στοχασμού και μαχητικότητας. Ίσως να πίστευε ότι αν το έγραφε ο ίδιος κανείς δεν θα ενδιαφερόταν πραγματικά, ενώ αν το έγραφε ένας αγωνιστής τού '21 με κύρος αυτό θα προκαλούσε αντιδράσεις, συγκίνηση και υπερηφάνεια…
Βιβλιογραφία:
Στρατηγός Μακρυγιάννης, Μια Ελληνική Καρδιά, Ι.Θ. Κακριδή, Αθήνα, 1972
Στρατηγού Μακρυγιάννη, Απομνημονεύματα, Μπάυρον
Μακρυγιάννη, Απομνημονεύματα, Μέλισσα, εισαγωγή-σχόλια Σπ. Ασδράχα
Στρατηγού Μακρυγιάννη, Οράματα και Θάματα, μεταγραφή Άγγελου Ν. Παπακώστα, Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, Αθήνα, 1999
Μακρυγιάννης και το 1821: Ένα παράδειγμα Ιστορικής Μνήμης, Θανάση Μουσόπουλου, Ξάνθη, 1978
Οι Υποθέσεις για τα Απομνημονεύματα, Το Χαμένο Ευαγγέλιο του Νεοελληνισμού, άρθρο του Τ. Κατσιμάρδου στην εφ. Έθνος, 24-3-05

Πηγή: teachingreek.blogspot.com

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου