Συνολικές προβολές σελίδας

Αναζήτηση

Θέματα

Πληροφορίες

Η φωτογραφία μου
Είμαι απόφοιτος του τομέα Κλασικών Σπουδών του τμήματος Φιλολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής του Α.Π.Θ και κάτοχος μεταπτυχιακού διπλώματος του ίδιου τομέα της σχολής με το θέμα της διπλωματικής μου εργασίας να παραγματεύεται το έργο "Περὶ παίδων ἀγωγῆς" του Πλουτάρχου. Είμαι υποψήφια διδάκτωρ του τομέα Κλασικών Σπουδών του τμήματος Φιλολογίας του Δ. Π. Θ. Με ενδιαφέρουν αρκετά θέματα διδακτικής μεθοδολογίας και μελέτες περιπτώσεων. Το 2009 διορίστηκα μέσω Ασεπ και δίδαξα στο ΓΕΛ Αρχαγγέλου Ρόδου για δύο χρόνια. Από το σχολικό έτος 2011-12 υπηρετώ στο ΓΕΛ Λιμένα, στην γενέτειρά μου, την Θάσο.

Δημοφιλείς αναρτήσεις

Παρασκευή, 1 Οκτωβρίου 2010

Ο Δ. Μαρωνίτης για τον Γ. Ιωάννου

Ο Δημήτρης Μαρωνίτης ασχολήθηκε επανειλημμένα με το έργο και τη ζωή του Γιώργου Ιωάννου. Ας παρακολουθήσουμε ορισμένα αποσπάσματα από την αρθρογραφία του:
Γιώργος Ιωάννου
Συμπληρώθηκαν είκοσι πέντε χρόνια από τον πρόωρο θάνατο του Γιώργου Ιωάννου, χαρισματικού αφηγητή στη ζωή και στα γραφτά του. Με πλούσιο και πολύπλευρο συγγραφικό έργο, στο κέντρο του οποίου δεσπόζει, ποσοτικά και ποιοτικά, η πεζογραφική του παραγωγή (αφηγήματα, δοκίμια, ημερολόγια, φυλλάδιο, συνεντεύξεις), διαβαθμισμένη στη δωδεκαετία 1964 – 1985. Προηγήθηκαν δύο ευαίσθητες ποιητικές καταθέσεις και μεσολάβησαν έγκυρες μεταφραστικές και συλλεκτικές αποτυπώσεις – λογοτεχνικές, φιλολογικές, ιστορικές και λαογραφικές. Ως φιλόλογος εξάλλου ο Ιωάννου δίδαξε για κάποια χρόνια στη Βεγγάζη και στην Κυνουρία. H γενέθλια ωστόσο Θεσσαλονίκη (της κατοχικής και μετακατοχικής κυρίως περιόδου) σφράγισε ανεξίτηλα τη ζωή και το έργο του. Δίκαιη και συγκινητική επομένως η πρωτοβουλία του «Κέδρου» να τιμήσει τη μνήμη του Γιώργου Ιωάννου με τριπλή εκδήλωση την περασμένη Τετάρτη στο φιλόξενο Μπενάκειο επί της Πειραιώς.
Κυκλοφορήθηκε τη μέρα εκείνη αφιερωτικός τόμος, που τον επιμελήθηκαν ο Νάσος Βαγενάς, ο Γιάννης Κοντός και η Νινέτα Μακρυνικόλα, υπό τον τίτλο «Με τον ρυθμό της ψυχής» (έκφραση αντλημένη από κείμενο του Ιωάννου). Στο έντυπο αυτό αφιέρωμα συνεισφέρουν είκοσι εννέα ποιητές, πεζογράφοι και δοκιμιογράφοι, μοιρασμένοι στα δύο: προηγούνται συνοπτικότερες αναφορές, φορτισμένες με έντονη προσωπική συγκίνηση· έπονται διεκταμένα δοκίμια, επικυρώνοντας τον ανεπιφύλακτο έπαινο. Το βράδυ εξάλλου της ίδιας μέρας, μίλησαν ένθερμα, μπροστά σε πυκνό ακροατήριο, για τον συγγραφέα και την τέχνη του ο Παναγιώτης Μουλάς, ο Γιώργος Σκαμπαρδώνης και ο Κωστής Γκιμοσούλης. Ενώ στην απέναντι αίθουσα του αμφιθεάτρου είχαν εκτεθεί έργα τριάντα δύο καλλιτεχνών – εικαστικά σήματα, εμπνευσμένα από το έργο και τη μορφή του Γιώργου Ιωάννου.
Είχαν, υποθέτω, τον λόγο τους οι επιμελητές του αφιερωτικού τόμου να με αποκλείσουν ευγενώς από τις συνεργατικές τους επιλογές. Προφανώς σεβάστηκαν το μένος του Ιωάννου για τις τέσσερις επιφυλακτικές επιφυλλίδες μου, που πρωτοδημοσιεύτηκαν στο «Βήμα», το καλοκαίρι του 1977. Μένος που προκάλεσε τότε την έκδοση του «Φυλλαδίου» και αποτυπώθηκε με ανυποχώρητη εμπάθεια στους θυσάνους του. Φαντάζομαι ωστόσο πως δικαιούμαι να μη συμμεριστώ, ύστερα μάλιστα από είκοσι οκτώ χρόνια, την έμπρακτη αυτή επιφύλαξη των επιμελητών του τόμου, που μαρτυρεί μια, βολική μάλλον, μέθοδο αποχής σε επίμαχες περιπτώσεις. Επειδή μάλιστα τα τεκμήρια της παραδειγματικής αυτής υπόθεσης τείνουν να ξεχαστούν και να εξαφανιστούν, προτίθεμαι να τα επαναφέρω, στο «Βήμα» πάλι, για επανάκριση, πιστεύοντας πως προσφέρω ωφέλιμη υπηρεσία στα ευάλωτα γράμματα και ήθη του τόπου μας. Προηγουμένως λίγες, βιογραφικού τύπου, αγνοούμενες λίγο – πολύ, πληροφορίες.
Γνώρισα τον Ιωάννου στη γενέθλια πόλη και συνδέθηκα φιλικά μαζί του μέσα στην Κατοχή – νωρίτερα από οποιονδήποτε συνεργάτη του αφιερωτικού τόμου. Δημοσίευσα την πρώτη, όσο ξέρω, επαινετική κριτική στη φιλολογική σελίδα της «Μεσημβρινής» για το εναρκτήριο αφηγηματικό του κατόρθωμα, το «Για ένα φιλότιμο». Οι επίμαχες επιφυλλίδες «Βήματος» (υπό τον τίτλο «Επαρχιακή Λογοτεχνία» και υπότιτλο «Ερωτήματα και Απορίες») αποτύπωσαν καλόπιστες εισηγήσεις που έγιναν στην καλλιτεχνική εταιρεία «Τέχνη» της Θεσσαλονίκης και αφορούσαν το εξελισσόμενο έργο του Ιωάννου. H προσωπική του αντίδραση (προφορική και γραπτή, βίαιη και εμπαθής) παρέμεινε εκ μέρους μου αναπάντητη. Οσο ξέρω, δεν υπήρξε, από τότε ως τώρα, άλλος δημόσιος κριτικός αντίλογος στις διακριτικές και συγκριτικές εκτιμήσεις μου.
Οι τέσσερις επίμαχες επιφυλλίδες τυπώθηκαν αυτολεξεί στον εξαντλημένο, εδώ και κάμποσα χρόνια, τόμο «Πίσω Μπρος» (εκδόσεις Στιγμή, 1986, σσ. 237- 259). Αισθάνομαι ότι θα ωφελούσε η, αποσπασματική κατ’ ανάγκην, έντυπη επιστροφή τους, η οποία εγκαινιάζεται σήμερα με την τελευταία συμπερασματική παράγραφό τους, ως ειλικρινής αφιερωτική χειρονομία στη μνήμη του Γιώργου Ιωάννου.
«Τα τέσσερα αυτά κείμενα καθυστέρησαν κυρίως στην ύλη και στο είδος των επαρχιακών επιλογών του Γιώργου Ιωάννου με τρόπο που, ελπίζω, ο προσεκτικός αναγνώστης είχε κάθε στιγμή στα χέρια του λαβές, για να ανατρέψει τις δικές μου προτάσεις. Προσπάθησα ιδιαίτερα να διακρίνω υποθέσεις από συμπεράσματα. Και αν οι υποθέσεις υποχρεώνουν εφεξής τον αναγνώστη του Γ. Ιωάννου να τις λάβει υπόψη του, τα συμπεράσματά μου δεν θέλουν να εκβιάσουν κανέναν. Καθένας μπορεί να καταλήξει όπου και όπως θέλει, φτάνει να μη γυρεύει και την πίτα σωστή και τον σκύλο χορτάτο. Αυτό είναι όλο και αυτό είναι το μόνο που η δική μου δοκιμή και δοκιμασία προσέθεσε στον οικείο μου χώρο της επαρχίας, μέσα και έξω από τη λογοτεχνία».

ΠΗΓΗ: εφημ. ΤΟ ΒΗΜΑ, 19-3-2006

Μπρος πίσω

Οπως το υποσχέθηκα την περασμένη Κυριακή, ολοταχώς τώρα προς τα πίσω, στο ευέλπιστο εκείνο καλοκαίρι του 1977. Οταν ενέδωσα στη φιλική επιμονή του, απόδημου πια, Αλκη Αγγέλου και δέχτηκα να μιλήσω στην «Τέχνη» για τα Πεζογραφήματα του Γιώργου Ιωάννου (εκδόσεις «Ερμής»). Από όπου προέκυψαν τέσσερις επιφυλλίδες, δημοσιευμένες στο «Βήμα» (υπό τον τίτλο «Επαρχιακή Λογοτεχνία», με τον αποφασιστικό υπότιτλο «Ερωτήματα και Απορίες») και ενσωματωμένες αργότερα (1986) στον, εξαντλημένο από καιρό, τόμο του Πίσω Μπρος (εκδόσεις «Στιγμή»). Κείμενα που προκάλεσαν το (ιδιωτικό και δημόσιο, προφορικό και έντυπο) υβριστικό μένος του Γιώργου Ιωάννου, το οποίο, μολονότι παρέμεινε από πλευράς μου παντελώς αναπάντητο, φαίνεται να το έλαβαν σοβαρώς υπόψη στον πρόσφατο αφιερωτικό τόμο «Με τον ρυθμό της ψυχής» (εκδόσεις «Κέδρος») οι τρεις επιμελητές του, και έτσι με απέκλεισαν ευμενώς από τον κατάλογο των είκοσι εννέα συνεργατών.
Αντιδρώντας σ’ αυτόν τον αυθαίρετο αποκλεισμό, αποφάσισα να επαναφέρω, για επανάκριση, χαρακτηριστικά αποσπάσματα των δυσπρόσιτων εκείνων επιφυλλίδων, με τη μέθοδο του μπρος πίσω. Ετσι στο προηγούμενο μονοτονικό παρέθεσα την συμπερασματική παράγραφο της τελευταίας επιφυλλίδας. Σήμερα, οπισθοχωρώντας, επιτάσσω τις εισαγωγές της δεύτερης και της τρίτης επιφυλλίδας, που επεξηγούν τον παρεξηγήσιμο, όπως αποδείχτηκε, επίτιτλο περί «Επαρχιακής Λογοτεχνίας».
1. «Οι όροι “επαρχία” και “επαρχιακός” δεν ενέχουν στην περίπτωσή μου (ούτε ως χώρος και τρόπος ζωής ούτε ως ύλη και και ύφος τέχνης) αξιολογική πρόθεση. Δηλώνουν, απλά και ουδέτερα, την εμμονή οποιουδήποτε τεχνίτη σε ένα σύστημα ανθρωπογεωγραφίας κλειστό, ευσύνοπτο, έντονα χαρακτηρισμένο· σε αντίθεση προς την ανοιχτή, ευάλωτη κοινωνία οποιασδήποτε ανοχύρωτης πόλης. Και οπωσδήποτε η κριτική μου στάση απέναντι στις ειδικές επαρχιακές επιλογές του Ιωάννου δεν συνεπάγεται απόρριψη του επαρχιακού ήθους στη λογοτεχνία και στη ζωή· μάλλον νοιάζεται για την προστασία του επαρχιακού χώρου από την ευσυγκίνητη τουριστική περιέργεια – κίνδυνο που υποθέτω ότι τον μυρίζεται και ο Ιωάννου».
2. «Με προκαλούν οι επιλογές που έκαμε στον ευαίσθητο και πορώδη χάρτη της επαρχιακής μας λογοτεχνίας ο Γιώργος Ιωάννου με τα Πεζογραφήματά του, γιατί είμαι και ο ίδιος επαρχιώτης – από καταγωγή, συμπεριφορά και μόρφωση. Υποταγμένος δηλαδή σε ένα ψυχο-λογικό αμυντικό σύστημα που αποκρούει εκείνες τις νεοτερικές εισβολές, για τις οποίες η άπορή μας διαβίωση δεν εξασφάλισε έγκαιρα κατάλληλες εμπειρικές υποδοχές. Καλύτερα, λοιπόν, λειψές αλλά δικές μας γνώσεις, με φρόνημα και γνώμη, παρά έκθετο μυαλό που κυματίζει σαν χωράφι τσιφλικά, ή αναλαμβάνεται στα ύψη σαν φλόγα βιομηχανική. Γιατί, εντέλει, τα σύνορα του σώματός μας είναι απαράβατα – και αυτή τη συντηρητική αξία την ξέρει η επαρχία από πρώτο χέρι: είναι η μοίρα της και η μοναξιά της. Τόσα, για να υποδείξω ακόμη μια φορά πού, γενικά, συμφωνώ και πού διαφωνώ με τις επαρχιακές επιλογές του Ιωάννου».
Επιβάλλεται η αρχή της πρώτης επιφυλλίδας, η οποία αντιστέκεται στην πιο ακατανόητη οργή του Ιωάννου: επειδή δήθεν τον εξέθεσα στους οικείους του για ερωτική ιδιορρυθμία. H οποία όντως δηλώνεται ή υποδηλώνεται σε ορισμένα αφηγήματα ως ροπή ιδιαίτερης συγκίνησης, όχι όμως του συγγραφέα, αλλά του εσωτερικού αφηγητή. Απόδειξη το επόμενο παράθεμα:
«Μόνο η κακομοιριά και η σκανδαλοθηρική κουφότητα εξηγούν την ανήκουστη όρεξη μερικών να μεταφέρουν θέματα ενός λογοτεχνικού έργου στην ιδιωτική ζωή του συγγραφέα του. Με τον παραλογισμό αυτόν ο Σαίξπηρ θα έπρεπε να θεωρείται αιμοσταγής και ο Μπέκετ κωφάλαλος. Οι τρόποι που ένα λογοτέχνημα εμπεριέχει τον δημιουργό του είναι πολλοί και αναγνώσιμοι· κανένας όμως δεν επιτρέπει τη βάναυση εξίσωση της λογοτεχνικής σκηνοθεσίας με τη βιογραφία του συγγραφέα».
Συμπέρασμα, που δηλώνεται απερίφραστα στη συνέχεια της πρώτης πάλι επιφυλλίδας: «Δεν παραγνωρίζω ούτε και σήμερα τη γοητεία των αφηγηματικών τρόπων και εκτροπών του Ιωάννου. Και είμαι πρόθυμος να αναγνωρίσω την υψηλή πάντοτε εκφραστική τους ποιότητα. Ισως μάλιστα αυτή η γοητεία να γεννά, αντισταθμιστικά, τις οποιεσδήποτε αμυντικές αναστολές. Πιστεύω πάντως πως δεν αποτελεί σύνδρομο κακοπιστίας, ή και κακοήθειας, η διατάραξη της κοινής υπερθετικής κατάφασης, που έχει γνωρίσει ως τώρα ο πεζογράφος Γιώργος Ιωάννου στα γράμματά μας, από την αμηχανία ενός που τολμά να ρωτήσει: μήπως από την ώρα που η επιτυχής μανιέρα του Ιωάννου θα λειτουργούσε (στην πραγματικότητα έχει ήδη λειτουργήσει) ως δέλεαρ για μίμηση, νομιμοποιείται η αυστηρότερη κριτική της εκτίμηση;». Το τέλος της μέσης την άλλη Κυριακή.

ΠΗΓΗ:εφημ. ΤΟ ΒΗΜΑ, 25-3-2006

Δίχτυ ασφαλείας

Αποτελειώνω σήμερα τα περί επαρχιακής λογοτεχνίας, τα οποία, με αφορμή τα «Πεζογραφήματα» του Γιώργου Ιωάννου, αποτυπώθηκαν στο «Βήμα» το καλοκαίρι του 1977 και εκτυπώθηκαν δέκα χρόνια αργότερα στον, εξαντλημένο πια, τόμο «Πίσω Μπρος». H προκείμενη επανάκρισή τους προτείνεται ως αμυντική συνεισφορά στη μνήμη του χαρισματικού αφηγητή (ο προφορικός του λόγος ήταν πράγματι απολαυστικός), με τη συμπλήρωση είκοσι χρόνων από τον θάνατό του.
Υστερα από τα δύο προηγούμενα μονοτονικά, που ξεκαθάρισαν ελπίζω βασικούς όρους και ορισμούς της επαρχιακής λογοτεχνίας, ζητούμενο παραμένει η διαδοχική αφηγηματική εφαρμογή της από τον Γιώργο Ιωάννου. H οποία, κατά τη γνώμη μου, εκτός από τις προφανείς και αδιαμφισβήτητες αρετές της, παρουσιάζει κάποια ελλείμματα τόλμης στον χειρισμό κρίσιμων θεμάτων και τρόπων της επαρχιακής ζωής και εμπειρίας, που εδώ μεταφράζονται σε δίχτυ ασφαλείας.
Ο λόγος για τις τρεις πρώτες συλλογές του: το «Για ένα φιλότιμο» (1964), τη «Σαρκοφάγο» (1971) και τη «Μόνη κληρονομιά» (1974). Ενόψει της πεζογραφικής αυτής κατάθεσης, έγραφα τότε ότι η συγγραφική περιπέτεια του Ιωάννου «αρχίζει με ριψοκίνδυνη ανάβαση, κορυφώνεται με δραματικό υπολογισμό και καταλήγει σε ανακουφιστική προσγείωση». Συγκεκριμένα:
1. H γραφή του Ιωάννου ελέγχεται υπολογισμένα μοντέρνα και παραδοσιακή: παραδοσιακή ως προς τη συντακτική της άρθρωση· μοντέρνα ως προς τη διασπορά της αφηγηματικής της ύλης. Σ’ αυτό πάντως το διπλό τροπικό πλαίσιο ο αφηγηματικός λόγος υπακούει κατά κανόνα στην ομαλή αλληλουχία, δίχως αισθητές διαταραχές, περιπλοκές και ανακοπές της συνέχειας. Επιπλέον: η αφήγηση, στο άκουσμα και στο διάβασμα, ανακαλεί συχνά λαϊκότροπη καταγωγή, περασμένη βέβαια από το γλωσσικό φίλτρο ενός προσωπικού συγγραφέα, που ασκείται στην εκφραστική οικονομία. Παρά ταύτα ο τόνος της αποδεικνύεται όλο και πιο καθησυχαστικός.
2. Στις τρεις αφηγηματικές συλλογές του Ιωάννου παρατηρείται κατιούσα φορά ως προς το μερίδιο εμπλοκής του αφηγηματικού εγώ στην αντικειμενική σκηνοθεσία της αφήγησης. Στο «Για ένα φιλότιμο» η εμπλοκή αυτή προβάλλει τη μέγιστη, συγκριτικά, οξύτητά της, με αποτέλεσμα τα αφηγήματα της πρώτης συλλογής να έχουν έναν απρόσμενα φυγόκεντρο και ανορθολογικό χαρακτήρα. Ηδη όμως στη «Σαρκοφάγο», και πολύ περισσότερο στη «Μόνη κληρονομιά», ο παράτολμος αυτός τρόπος υποχωρεί προς όφελος της αποφασισμένης φρόνησης. Γενικότερα, καθώς το έργο του Ιωάννου εξελίσσεται, ό,τι χάνεται στην πλάστιγγα του υποκειμένου, δεν πέφτει στην πλάστιγγα του αντικειμένου.
3. H αποκλίνουσα ερωτική διάθεση, που, σε λανθάνουσα συνήθως μορφή, υποβάλλεται από τον αφηγητή στα αφηγήματα του Ιωάννου, μετριάζεται από την παρέμβαση κατευναστικού διδακτισμού, που συχνά γίνεται μονότονος, παραπέμποντας σε ένα ήθος που ενδίδει στην ήσσονα προσπάθεια, δηλώνοντας φόβο ή και αποστροφή για αιχμηρότερες χειρονομίες. H ανισορροπία αυτή (ερωτική απόκλιση, από τη φύση της ανατρεπτική· διδαχή κοινόχρηστη και μαλακή) ενισχύεται καθ’ οδόν με ένα τρίτο, συγγενές, στοιχείο, που θα μπορούσε να ονομαστεί θυμοσοφία. Πρόκειται μάλλον για μελαγχολική κατανόηση της ματαιότητας των εγκοσμίων, που στεγάζεται συχνά στη σκιά του Παπαδιαμάντη, συχνότερα στη φωλιά μιας ανώνυμης λαϊκής γλώσσας, που κυκλοφορεί στις παρυφές της επαρχιακής πόλης.
4. Προχωρώντας από το «Φιλότιμο» στην «Κληρονομιά», ο Ιωάννου φαίνεται να ελέγχει ή και να λογοκρίνει τις υποκειμενικές του εμμονές· να ισορροπεί το όποιο «σκάνδαλό» τους με ενδιαφέροντα δημοσιότερα, πρόσφατα και πολιτικά. Στη «Μόνη κληρονομιά» μάλιστα αυτή η φρόνιμη δοσολογία προσωπικής εξομολόγησης και φροντίδας για τα κοινά τείνει να πάρει τη μορφή σύγχρονης χρηστομάθειας, όπου τα επικίνδυνα για τη δημόσια υγεία εξουδετερώνονται από τα ακίνδυνα, ενίοτε και από τα ελαφρώς δημαγωγικά.
5. Μάταια θα αναζητούσε ο αναγνώστης στο εξελισσόμενο έργο του Γιώργου Ιωάννου σημάδια ουσιαστικής ενηλικίωσης του αφηγητή· σχόλια λόγου χάριν για τη χρονική και την τοπική εκρίζωσή του από το παθογόνο κέντρο ανάμνησης, που είναι η Θεσσαλονίκη· κρούσεις για τις παραμορφωτικές συνέπειες της αναγκαστικής του διαφυγής. Δεν είναι νομίζω τυχαίο ότι στα «Πεζογραφήματα» του Ιωάννου ο αφηγητής έχει σταθερά εφηβική ηλικία. Αυτό το, ναρκισσιστικό κάπως, όριο απαγορεύει τη δραματική σύγκρουση ανάμεσα στο αφηγούμενο παρελθόν και στο αφηγηματικό παρόν.
Ως εδώ, προς το παρόν. Και τώρα το διπλό επιμύθιο: α) Τέτοιας λογής ελλείμματα τα χρωστούμε εμείς στην επαρχία ή η επαρχία σ’ εμάς; β) Οποιος, επαρχιώτης ο ίδιος, μιλά για επαρχιακά ελλείμματα των άλλων, εκών άκων, αυτοβιογραφείται.
Αυτά, προς άρση, θεμιτών και αθέμιτων, παρεξηγήσεων.

ΠΗΓΗ:εφημ. ΤΟ ΒΗΜΑ, 9-4-2006
Πηγή: http://www.24grammata.com

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου