Συνολικές προβολές σελίδας

Αναζήτηση

Θέματα

Πληροφορίες

Η φωτογραφία μου
Είμαι απόφοιτος του τομέα Κλασικών Σπουδών του τμήματος Φιλολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής του Α.Π.Θ και κάτοχος μεταπτυχιακού διπλώματος του ίδιου τομέα της σχολής με το θέμα της διπλωματικής μου εργασίας να παραγματεύεται το έργο "Περὶ παίδων ἀγωγῆς" του Πλουτάρχου. Είμαι υποψήφια διδάκτωρ του τομέα Κλασικών Σπουδών του τμήματος Φιλολογίας του Δ. Π. Θ. Με ενδιαφέρουν αρκετά θέματα διδακτικής μεθοδολογίας και μελέτες περιπτώσεων. Το 2009 διορίστηκα μέσω Ασεπ και δίδαξα στο ΓΕΛ Αρχαγγέλου Ρόδου για δύο χρόνια. Από το σχολικό έτος 2011-12 υπηρετώ στο ΓΕΛ Λιμένα, στην γενέτειρά μου, την Θάσο.

Δημοφιλείς αναρτήσεις

Κυριακή, 28 Μαρτίου 2010

Θέματα ετυμολογικής ορθογραφίας

»» Βασίλειος Αργυρόπουλος

1. Η λέξη καλύτερος

Η λ. καλύτερος αποτελεί χαρακτηριστική περίπτωση της λεγόμενης αναλογίας στη γλώσσα. Ειδικότερα, αναλογικός σχηματισμός αποκαλείται «το φαινόμενον εκείνο, καθ' ο γλωσσικόν τι στοιχείον πλάττεται ή μεταβάλλεται κατ' άλλο ή κατ' άλλα υπάρχοντα και γνωστά τοις λαλούσιν» (Χατζιδάκις 1915 α: 125). Η αναλογία (analogy) δηλ. σημαίνει τη μεταβολή (analogical change) ή τη δημιουργία (analogical creation) ενός γλωσσικού στοιχείου υπό την επίδραση άλλου, πιο γνωστού ή πιο συχνού στη χρήση μιας γλώσσας (βλ. και Bynon 1993: 32- 43). Kαι επειδή στην προκειμένη περίπτωση ο συνειρμός των στοιχείων αυτών μπορεί να γίνεται λόγω της σημασίας τους, η Aitchison (19912: 153) ορίζει ως ακολούθως την αναλογία: «the tendency of items that are similar in meaning to become similar in form» [«η τάση των στοιχείων που είναι παρόμοια στη σημασία να γίνουν παρόμοια στη μορφή»]. Για παράδειγμα, προϊόν αναλογικής μεταβολής είναι το κρύο, που ετυμολογείται από το αρχ. (το) κρύος,με αποβολή του τελικού -ς σύμφωνα με τους άσιγμους τύπους της ονομαστικής των ουδετέρων (Χατζιδάκις 1905: 5)˙ενώ προϊόν αναλογικής δημιουργίας αποτελεί o σχηματισμός του αγγλ. cheese-burger σύμφωνα με το ham-burger, που όμως δεν βασίζεται στο ham «ζαμπόν», αλλά στο τοπωνύμιο Hamburg «Αμβούργο» (Bynon 1993: 40)! Παραδείγματα αναλογίας με ορθογραφικό ενδιαφέρον αποτελούν οι σχηματισμοί: του νεοελληνικού είναι (< μεσν. έναι < αρχ. ένι) κατά τα είμαι, είσαι (Χατζιδάκις 1905: 564- 568, 1977: 62, 143)˙του έξι (< αρχ. εξ) πιθανώς σύμφωνα με το είκοσ-ι (ΛΝΕΓ, λ. έξι)˙του καλύτερος, που μας ενδιαφέρει εδώ, κατά τα βαθύτερος, γλυκύτερος, παχύτερος, ταχύτερος κ.λπ. (Χατζιδάκις 1905: 577- 585, 1934: 559- 561, 1977: 137- 143)˙του πρωτύτερος (αντί πρωτότερος) αναλογικά προς τα ταχύτερος, βραδύτερος κ.λπ. (Χατζιδάκις 1905: 577- 585)˙τέλος, του τέσσερεις (<αρχ. τέσσερες) κατά το τρεις (Χατζιδάκις 1905: 617, 1907: 506, 1934: 630, Τριανταφυλλίδης 1965: 355).

Ως προς τη λέξη καλύτερος, η φιλόλογος στο τελευταίο κείμενό της προσπάθησε πάλι να δικαιολογήσει τα αδικαιολόγητα, δηλ. τη γραφή καλλίτερος. Φυσικά, άφησε αναπάντητο ένα εύλογο ερώτημα που της ετέθη, δηλ. πώς θα γραφούν τα συγκριτικά μεγαλύτερος, κοντύτερος, χοντρύτερος, αρχύτερα και πρωτύτερα, που δεν έχουν αρχαίους τύπους. Αυτά, επειδή σχηματίζονται κατά τα συγκριτικά σε -ύτερος των επιθέτων σε -ύς (ευρύς- ευρύτερος, βαρύς- βαρύτερος κ.λπ.), γράφονται σωστά με -υ-. Το καλύτερος δεν ανήκει στην ίδια κατηγορία; Για να δικαιολογήσει την εσφαλμένη γραφή με -ι- (καλλίτερος), η ’. Τζ. υποστήριξε ότι το κάλλιο, που χρησιμοποιούμε μεταξύ άλλων στην παροιμιώδη φράση «κάλλιο αργά παρά ποτέ», προέρχεται από το καλλίτερα (!). Κατά τη φιλόλογο, αφού το κάλλιο γράφεται με -ι-, άρα και το καλύτερα γράφεται με -ι- (καλλίτερα)! Μόνο που το κάλλιο, που επικαλείται η ’. Τζ., δεν ετυμολογείται από τον ανύπαρκτο τύπο καλλίτερα, αλλά από το αρχαίο επίρρημα κάλλιον (βλ. ΛΝΕΓ, λ. κάλλιο). Επομένως, ο συλλογισμός με τον οποίον η φιλόλογος προσπάθησε να δικαιολογήσει τη γραφή καλλίτερος είναι αυθαίρετος (την πρώτη φορά ισχυρίστηκε ότι το καλύτερος προέρχεται από το ...καλλίων, ενώ τη δεύτερη ότι το κάλλιο ετυμολογείται από το ...καλλίτερα. Κάθε φορά η ’. Τζ. προσπαθεί με διαφορετικό τρόπο να αποδείξει ότι το καλύτερος γράφεται με -ι-). Όπως εξήγησε αναλυτικά ο Χατζιδάκις (1905:577-585), το συγκριτικό καλύτερος γράφεται βεβαίως με ύψιλον, γιατί έχει σχηματιστεί κατά τον αντίστοιχο βαθμό των επιθέτων σε -ύς ( πλατύς- πλατύτερος, ταχύς- ταχύτερος κ.λπ.). Ας προστεθεί, επίσης, ότι από την επιστημονική-ετυμολογική ορθογραφία της συγκεκριμένης λέξης αποκλίνει και ο Απόστολος Τζαφερόπουλος (Ελληνική Αγωγή, φύλλο Μαρτίου 1998), που γράφει επανειλημμένως καλύτερο με -ι- (καλλίτερο), μολονότι είναι αυτός που διδάσκει την ετυμολογία στη σχολή αρχαίων Ελληνικών Ελληνική Αγωγή!

Tέλος, ας σημειωθεί ότι η ’. Τζ. στο δεύτερο κείμενό της απέρριψε την ετυμολογικά δικαιολογημένη γραφή καλύτερος, επειδή γενικότερα αξιολογεί αρνητικά την αναλογία στη γλώσσα, θεωρώντας ότι οδηγεί σε αυθαίρετη ορθογραφική απλούστευση. Ωστόσο, απάντηση σε αυτόν τον ισχυρισμό θα μπορούσαν να αποτελέσουν τα όσα γράφει ο Χατζιδάκις (1905:181-182): «αναλογία είναι κατ' αλήθειαν πνευματική εργασία ουχί νωθρότης. Αν δε τις είναι έτοιμος να υπολάβη απόβλητα τα της ενεργείας ταύτης [...], δεν θα τολμήση, νομίζομεν, να καταδικάση αυτήν επίσης, όταν μάθη, ότι αύτη εγέννησε και το Ομηρ. πατέρος αντί πατρός, το κοινόν πατέρων αντί πατρών [...] και άπειρα άλλα τοιαύτα». Κατά συνέπεια, δεν έχει επιστημονική βάση η εντύπωση της ’. Τζ. ότι η γραφή καλύτερος έναντι της εσφαλμένης παλαιότερης καλλίτερος αποτελεί προϊόν άκριτης απλοποίησης. Και δεν μπορεί να διδάσκεται σήμερα, ειδικά μάλιστα από μία φιλόλογο, ότι τάχα η ορθή γραφή της λέξης αυτής είναι καλλίτερος - για τη λ. καλύτερος βλ. και το Α΄, 1.1.1.

2. Οι λέξεις αφτί και αβγό

Τα αφτί και αβγό αποτελούν λέξεις με νέους -σε σχέση με την αρχαία Ελληνική- φθόγγους, οι οποίοι θα πρέπει να παριστάνονται με την απλούστερη γραφή. Είναι αναγκαίο να διευκρινιστεί εξαρχής ότι απλούστερη εδώ δεν σημαίνει απλοποιημένη γραφή, εφόσον οι καινούργιοι φθόγγοι στις λέξεις αυτές (ο [f] στο [aftí] και ο [v] στο [avγó]) θα πρέπει να αποδοθούν ορθογραφικά με τον απλούστερο δυνατό τρόπο, δηλ. με -φ- και -β- αντίστοιχα. Aναλυτικά:

Ο Αδ. Κοραής είχε ετυμολογήσει τη λ. αφτί από το *αυτίον, υποκοριστικό του δωρικού αυς-αυτός, τύπου που παραθέτει ο λεξικογράφος του 5ου αι. μ.Χ. Ησύχιος και αντιστοιχεί στο αττ. ους-ωτός. Ωστόσο, οι Κ. Foy, Γ. Χατζιδάκις (1907:322), P. Kretschmer, Μ. Tριανταφυλλίδης (1965:325-330) κ.ά. μας διαφώτισαν για την ετυμολογική προέλευση, τη φωνητική εξέλιξη και την ορθογραφική παράσταση των λ. αφτί και αβγό: το αφτί έχει σχηματιστεί από τη συνεκφορά τα ωτία, ενώ το αβγό από τη συνεκφορά τα ωά˙η φωνητική εξέλιξη των δύο τύπων θα μπορούσε να θεωρηθεί παράλληλη: τα ωτία > ταουτία > ταφτία > τ' αφτί και τα ωά > ταουά > ταγουά > ταουγά > ταβγά > τ'αβγό. Στην προέλευση του αφτί από το αττικό ωτίον και όχι από το αμάρτυρο δωρικό αυτίον συνηγορεί και ο τ. ωτίν (< ωτίον), που έχει επιβιώσει στις αρχαιοπινείς διαλέκτους του Πόντου και της Καππαδοκίας (Μπαμπινιώτης 1997 γ). ’ρα, το αφτί θα πρέπει να γράφεται με -φ- και το αβγό με -β-, γιατί τα γράμματα αυτά αντιπροσωπεύουν φθόγγους που προέκυψαν από φωνητική εξέλιξη.
Προκειμένου να αποδείξει ότι το αφτί πρέπει δήθεν να γράφεται με -υ-, η ’. Τζ. επανέλαβε την παραπάνω άποψη του Κοραή, σύμφωνα με την οποία η λέξη ετυμολογείται από το αμάρτυρο δωρικό αυτίον. Ωστόσο, τέτοιες ετυμολογίες αποτελούσαν τη βάση της αιολοδωρικής θεωρίας, που υποστήριξαν παλαιότερα μεταξύ άλλων ο Αθ. Χριστόπουλος, ο Αδ. Κοραής και ο Κωνστ. Οικονόμος: σύμφωνα με αυτούς τους μελετητές, η νέα Ελληνική κατάγεται από την αρχαία αιολική και δωρική διάλεκτο˙ ειδικότερα, κατά τους οπαδούς της συγκεκριμένης θεωρίας, η νέα Ελληνική διακρίνεται σε δύο μορφές, αυτήν του γραπτού λόγου, που ταυτίζεται σχεδόν με την αρχαία αττική διάλεκτο, και αυτήν του προφορικού, που προέρχεται από την αρχαία Αιολική και τη Δωρική (Καλιτζοπούλου- Παπαγεωργίου 1991: 29). Στον αντίποδα της εν λόγω θεωρίας, ο Χατζιδάκις ήδη από τα τέλη του 19ου αι. δίδαξε την κοινώς αποδεκτή σήμερα επιστημονική αλήθεια, ότι η Αλεξανδρινή Κοινή (3ος αι. π.Χ.- 6ος αι. μ.Χ.), από την οποία προέρχεται μέσω της μεσαιωνικής (6ος αι.-18ος αι.) η σύγχρονη Ελληνική, βασίστηκε στην αττική διάλεκτο της Αρχαίας όχι μόνο ως προς τον γραπτό, αλλά και ως προς τον προφορικό λόγο (Χατζιδάκις 1977:296). Επομένως, δεν είναι επιστημονικό να εντοπίζονται σε σύγχρονους τύπους αιολικά και δωρικά στοιχεία (όπως το *αυτίον στην προκειμένη περίπτωση) που έχουν εξαλειφθεί από την Ελληνική εδώ και αιώνες: όπως επεσήμανε χαρακτηριστικά ο Χατζιδάκις (1977:258), «και τα της γλώσσης [στοιχεία] αναπτύσσονται συν τω χρόνω, [...] άρα έχουσιν ιστορίαν, και ανάγκη απαραίτητος να λαμβάνηται υπ' όψιν προς τοις άλλοις και ο χρόνος καθ' ον έκαστον τούτων ήτο εν χρήσει ή καθ' ον απώλετο».

Είναι χαρακτηριστικό μάλιστα το ακόλουθο χωρίο του καθηγητή που απάντησε στην ’. Τζ. από τις στήλες του Βήματος για τα θέματα αυτά: «για να εντυπωσιάσει προφανώς και να πείσει για τις ετυμολογίες που ανασύρει από το παρελθόν, η κυρία ’. Τζ. παραπέμπει στο «έγκριτο Λεξικό των Liddell και Scott». Αγνοεί όμως ποια είναι η έγκυρη έκδοση του L.- S. στην οποία πρέπει να παραπέμψει! Αγνοεί δηλ. την έκδοση του 1940 (την ενάτη), όπως αγνοεί και την έκδοση του 1996 (με ενσωματωμένες διορθώσεις, βελτιώσεις κ.λπ.)! Στις εκδόσεις αυτές δεν υπάρχει, φυσικά, τέτοια ετυμολογία. Και πού παραπέμπει; Στην ελληνική έκδοση του 1900 που είναι μετάφραση της 7/ 8ης έκδοσης του L.-S. του 1897! Εκεί οι Έλληνες μεταφραστές -όχι φυσικά το L.-S.- έχουν περιλάβει απλώς την ετυμολογία του Κοραή. Αυτό το προβάλλει η κυρία ’. Τζ. ως επικρότηση της ετυμολογίας του Κοραή από το L.-S.! Πλήρης σύγχυση με το ελαφρυντικό της γλωσσολογικής άγνοιας... ». Δεν είναι, άλλωστε, η μόνη φορά που η ’. Τζ. ακολουθεί μια τέτοια πρακτική. Ο Χαραλαμπάκης (1997: 250), ασκώντας κριτική σε μια εργασία της ίδιας φιλολόγου, γράφει μεταξύ άλλων τα ακόλουθα: «η βιβλιογραφία στην οποία στηρίζεται η εργασία αυτή (βλ. σσ. 584 κ.ε.) είναι εντελώς ασήμαντη. Δεν υπάρχει καμιά σχεδόν αναφορά σε σύγχρονους Έλληνες ή ξένους γλωσσολόγους [...]. Για δημιουργία εντυπώσεων αναφέρεται στον «ακαδημαϊκό κ. Ντελόπουλο» (σ. 45), ενώ πρόκειται για συνταξιούχο συντάκτη του Ιστορικού Λεξικού της Ακαδημίας Αθηνών. Είναι εξοργιστικές οι ανεξακρίβωτες πληροφορίες που παρατίθενται φύρδην μίγδην, χωρίς καμιά συνοχή και λογικό ειρμό». Ας επιστρέψουμε, όμως, στο θέμα μας.
Για να αποδείξει ότι το αβγό πρέπει τάχα να γράφεται με -υ-, η φιλόλογος ισχυρίστηκε ότι το -υ- στη λέξη αυτή αποτελεί εξέλιξη του αρχαίου δίγαμμα ( F ): ωFόν > αυγό. Ωστόσο, δεν εξήγησε επιστημονικά την εμφάνιση καθενός από τα φωνήματα στον νεοελληνικό τύπο αυγό, πράγμα που θα απαιτούσε η έγκυρη ετυμολόγησή του. Ενώ, ειδικά ως προς το δίγαμμα, γεννάται το εξής ερώτημα: αφού έπαψε να προφέρεται στην Ιωνική-Αττική πριν από την κλασική περίοδο, πώς έδωσε το υποτιθέμενο -υ- του αβγό, ενός τύπου που, σύμφωνα με τον Τριανταφυλλίδη (1965:328), δεν εμφανίζεται νωρίτερα από τους μεσαιωνικούς χρόνους; Όσον αφορά στο αρχαίο δίγαμμα και την επιβίωσή του στη σύγχρονη Ελληνική, ο Χατζιδάκις (1907:316) έγραφε χαρακτηριστικά: «και περί του δίγαμμα ανάγκη να γίνη εκτενής λόγος, το μεν διότι μεγάλη κατάχρησις αυτού εγένετο υπό των ερασιτέχνων [στον Χατζιδάκι, γενική πληθυντικού της λ. ο ερασίτεχνος ], ετυμολογούντων τας λέξεις της ημετέρας Ελληνικής και πολλά άτοπα και πλημμελή περί τούτου προηνέχθησαν [προφέρθηκαν], τούτο δε διότι η εξήγησις των τυχών αυτού μέγα συμβάλλεται εις το ζήτημα περί της καταγωγής της νέας Ελληνικής». Πιο συγκεκριμένα, ο μεγάλος γλωσσολόγος παρατηρεί ακολούθως ότι το δίγαμμα εξακολούθησε να προφέρεται στην αρχαία αιολική και δωρική διάλεκτο για μεγαλύτερο διάστημα σε σχέση με την Ιωνική-Αττική. ’ρα, κατ' αυτόν, ο εντοπισμός του δίγαμμα στη νέα Ελληνική θα αποτελούσε απόδειξη της αιολικής και δωρικής καταγωγής της. Από την έρευνά του, όμως, προκύπτει το εξής συμπέρασμα (Χατζιδάκις 1907:322): «βέβαια και αναντίλεκτα λείψανα του F είναι μόνα τα Τσακωνικά και το Βοίτυλος [βλ. το Α΄, 1.1.1.], πάντα δε τάλλα, όσα τούτου τεκμήρια μέχρι τούδε προηνέχθησαν [προφέρθηκαν], είναι πλημμελή και άτοπα, διαφοροτρόπως δυνάμενα και οφείλοντα να ερμηνευθώσιν». ’ρα, και ο τ. αβγό, ο οποίος πράγματι ανάγεται στο αρχ. ωFόν, δηλ. σε τύπο με F, δεν διασώζει σήμερα το αρχαίο δίγαμμα υπό μορφήν -υ-.

Σχετικά με τις λέξεις αφτί και αβγό, η ’. Τζ. στο δεύτερο άρθρο της υποστήριξε και πάλι απόψεις που δείχνουν απόκλιση από τα σχετικά επιστημονικά διδάγματα. ’φησε, βεβαίως, αναπάντητα μερικά ερωτήματα, όπως π.χ. πώς εξηγείται ο τύπος ωτίν των ελληνικών αρχαιοπινών διαλέκτων του Πόντου και της Καππαδοκίας ή πώς το δίγαμμα, αφού σιγήθηκε στην Ιωνική-Αττική από την προκλασική περίοδο, έδωσε το υποτιθέμενο -υ- του μεσαιωνικού αυγό. Η φιλόλογος στο τελευταίο άρθρο της δήλωσε ότι οι ετυμολογίες που έχουν προτείνει οι γλωσσολόγοι για τα αφτί και αβγό δεν είναι αποδεδειγμένες. Μα, ούτως ή άλλως η ετυμολόγηση των λέξεων είναι δύσκολη, γιατί η ορθότητά της δεν «αποδεικνύεται» ούτε από λογικά πορίσματα ούτε από πειραματική διαδικασία (βλ. Picoche 1992:3). Το θέμα είναι, όμως, οι ετυμολογίες που προτείνει κανείς να έχουν επιστημονική βάση. Ο μη πειραματικός χαρακτήρας της διαδικασίας για την ανεύρεση του ετύμου (βλ. άρθρο ’δ. Γεωργιάδη στην Ελληνική Αγωγή, φύλλο Νοεμβρίου 1999) δεν μπορεί να αποτελέσει πρόσχημα για σύγχυση επιστημονικότητας και ερασιτεχνισμού στα πλαίσια ενός άκρατου σχετικισμού. Η ’. Τζ., επίσης, επανέλαβε δογματικά ότι οι γραφές των λέξεων αφτί και αβγό με -φ- και -β- αντίστοιχα αποτελούν αδόκιμους τύπους της δημοτικής. Δεν φαίνεται να γνωρίζει τη γενική αρχή ότι η ορθογραφία μιας λέξης δεν αποτελεί θέμα δημοτικής ή καθαρεύουσας, αλλά κατά κανόνα ρυθμίζεται από την επιστημονική ετυμολογία της. Η φιλόλογος παρέπεμψε, ακόμη, στο παλιό λεξικό του Δημητράκου, όπου η ετυμολογική ορθογραφία των λέξεων της νέας Ελληνικής δεν εφαρμόζεται πολύ αυστηρά, και ανέφερε ότι στους συντάκτες του έργου αυτού συγκαταλέγονται οι Γ. Χατζιδάκις και Ν. Ανδριώτης. Ωστόσο, ο Τριανταφυλλίδης (1965: 325-330) ήδη από το 1943 έχει δώσει απάντηση σε έναν επιστολογράφο της Νέας Εστίας, ο οποίος είχε εκφράσει την απορία πώς συμβαίνει επιστήμονες, κατά τα έργα ή τις επιτροπές όπου συμμετείχαν, να ακολουθούν διαφορετικές γραφές. Ο Τριανταφυλλίδης επεσήμανε ότι το φαινόμενο αυτό δεν πρέπει να μας ξενίζει, αφού η προσαρμογή μιας προσωπικής θέσης σε συλλογική απόφαση ή γενική αρχή είναι ο μοναδικός τρόπος με τον οποίον μπορεί να ληφθεί μια ομαδική απόφαση. Επομένως, η παραπομπή εκ μέρους της ’. Τζ. στο λεξικό του Δημητράκου δεν έχει καμία απολύτως αξία.

Στο ερώτημα που της ετέθη πώς προέκυψε το -α- της λέξης αβγό, η ’. Τζ. απάντησε ότι το γράμμα αυτό οφείλεται σε απλή ...εναλλαγή των φωνηέντων, όπως αυτή των τύπων πρώτος- πράτος, ώριστος- άριστος (!). Η φιλόλογος, όμως, θέτει και εκείνη ερωτήματα σχετικά με την προέλευση του -γ- στον τύπο αβγό και του -φ- στον τύπο αφτί. Ακόμη, ρωτάει γιατί στον έναν τύπο υπάρχει -β-, ενώ στον άλλον -φ-. Η απάντηση στο πρώτο από τα τρία αυτά ερωτήματα είναι η εξής: το ημιφωνικό στοιχείο -γ- στο αβγό αναπτύχθηκε στο ενδιάμεσο στάδιο ταουά για αποφυγή της χασμωδίας. Απάντηση στο δεύτερο και το τρίτο ερώτημα της φιλολόγου δίνει το ακόλουθο χωρίο του Τριανταφυλλίδη (1965:327) για τη φωνητική εξέλιξη των λέξεων αφτί και αβγό (τα ωτία > ταουτία...- τα ωά > ταουά...): «το μισόφωνο -u- έγινε στα παραπάνω παραδείγματα κοντά στον άηχο φθόγγο (τ) ή τον ηχηρό (γ) που ακολουθούσαν, διχειλικό στην αρχή και έπειτα χειλοδοντικό -φ- ή -β- -όπως προφέρομε και σήμερα τα δυο αυτά γράμματα- ακολουθώντας τον ίδιο περίπου δρόμο που πήραν και οι αρχαίοι δίφθογγοι -αυ-, -ευ-, που και αυτοί είχαν σε όλη την αρχαιότητα την προφορά -αου-, -εου-». Στο τρίτο ερώτημα δηλ. η απάντηση είναι η εξής: στο αβγό υπάρχει -β-, γιατί το επόμενο σύμφωνο (-γ-) είναι ηχηρό, ενώ το αφτί έχει -φ-, γιατί το σύμφωνο που ακολουθεί (-τ-) είναι άηχο.

Προκειμένου να υποστηρίξει την άποψη του Κοραή ότι το αφτί προήλθε δήθεν από τον αμάρτυρο τύπο αυτίον, υποκοριστικό του τύπου αυς, αυτός της δωρικής διαλέκτου, η φιλόλογος ’. Τζ. προέβαλε το ακόλουθο επιχείρημα: παρέθεσε ένα απόσπασμα από κείμενο του Ν. Ανδριώτη, όπου ο αείμνηστος γλωσσολόγος μιλάει για επιβίωση διαλεκτικών στοιχείων σε διάφορες φάσεις της Ελληνικής. Το χωρίο, όμως, αυτό είναι εντελώς άσχετο με το συζητούμενο θέμα και δεν αποδεικνύει σε καμιά περίπτωση ότι «διεσώθη ο δωρικός τύπος "αυς"», όπως διατείνεται η ’. Τζ. ή ότι «ο Κοραής έχει δίκηο [sic]», όπως αγλωσσολόγητα γράφει. Αντίθετα, το αττικό ωτίον, από όπου προέρχεται το σωζόμενο σε νεοελληνικές συντηρητικές διαλέκτους ωτίν, ήταν αυτό που έδωσε τον τύπο αφτί. Για την επιβίωση, όμως, του τύπου ωτίν στις διαλέκτους του Πόντου και της Καππαδοκίας, η φιλόλογος αποφεύγει να κάνει λόγο αφήνοντας αναπάντητο το σχετικό ερώτημα που της ετέθη. Τέλος, δεν έχει επιστημονική βάση η απόπειρα του Αθανασίου Αβελλίου να ετυμολογήσει το αβγό από το αυγάζω «φωτίζω» και το αφτί από τη δοτική τω αυτί του δωρικού αυς, προκειμένου να υποστηρίξει τις γραφές με -υ- (περιοδ. Δαυλός, Αύγουστος-Σεπτέμβριος 2002). Το ρ. αυγάζω δεν μπορεί να δώσει ένα τέτοιο παράγωγο όπως το αυγό ούτε μπορεί το αυτί να προέρχεται από τύπο δοτικής! -σε ένα χωρίο του Τριανταφυλλίδη (1965: 326), ωστόσο, μπορεί να εντοπίσει κανείς την πραγματική αιτία της προσκόλλησης ορισμένων στις αναθεωρημένες από τη γλωσσική επιστήμη γραφές αυτί, αυγό (αντί των ορθών αφτί, αβγό )˙ο αείμνηστος γλωσσολόγος είχε πει κάποτε απευθυνόμενος στον Γάλλο νεοελληνιστή Η. Pernot: «[...] όταν επιστρατεύωνται προλήψεις βαθιοριζωμένες, όταν εξαφανίζεται η λογική και ξεσπούν τα πάθη, φαντάζεστε πως απομένει καιρός για εξήγηση και συζήτηση για το αν χρειάζωνται τα αυτιά -φ- ή -υ-;».

3. Η λέξη βρόμα

Ο Χατζιδάκις (1977: 259-260) έχει διευκρινίσει ποια είναι η επιστημονική ετυμολογία της λέξης βρόμα, που ρυθμίζει την ορθογράφησή της με -ο- : «την λέξιν βρόμα παρήγον πολλοί εκ του γνωστού «σκωλήκων βρώμα και δυσωδία». Αλλ' ουδείς ηρώτα, πώς συμβαίνει να σχηματίζηται εξ αυτού το ρήμα βρωμείν, αφού εκ των εις -μα ονομάτων δεν παράγονται ρήματα εις -έω˙ ή πώς ήτο δυνατόν να παράγωνται εξ αυτού τόσον πλήθος παραγώγων και συνθέτων, αφού αι εκ της εκκλησιαστικής γλώσσης εισαχθείσαι εις την συνήθειαν άλλαι λέξεις [οι άλλες λέξεις που προέρχονται από την εκκλησιαστική γλώσσα και μπήκαν στην καθομιλουμένη] δεν χρησιμεύουσι συνήθως εις παραγωγήν και σύνθεσιν˙ και το σπουδαιότατον, πώς συμβαίνει να ευρίσκηται η λέξις ήδη προ Χριστού εν τη Π.Δ. και βραδύτερον παρά Φρυνίχω επί της δυσωδίας. Πάντα ταύτα τα απορήματα εξαφανίζονται, όταν γνωσθή ότι ήδη π.Χ. το όνομα ο βρόμος (εκ του βρέμειν) εδήλωσε προς τω ψόφω, κρότω [εκτός από τον θόρυβο, κρότο] και την εκ τινων ψόφων προερχομένην κακήν οσμήν˙ πρβλ. Ησυχ. βρομήσει, φυσήσει, ψοφήσει και το πασίγνωστον ουχ όμοιος ο ψόφος. Ότι δε ρήμα τι δύναται προς τη κυρία σημασία [εκτός από τη βασική σημασία] να δηλώση και την ευθύς μετά την πρώτην συνήθη επομένην, δήλον εκ τε άλλων πολλών και εκ του πίπτειν εν τη μάχη δηλούντος ου μόνον την πτώσιν αλλά και τον επερχόμενον θάνατον˙ πρβλ. και ψοφείν = κροτείν, πίπτειν μετά κρότου (επί των υποζυγίων), αποθνήσκειν. Όμοιον τω ψοφείν είναι το ομ. δουπείν, τω δε βρομείν (= κροτείν και έπειτα όζειν) είναι το εν Κεφαλληνία κρούειν ομοίως επί του πέρδεσθαι» - για τη λ. βρόμα, βλ. και το Α΄, 1.1.2.

Ως προς τη λέξη βρόμα, η ’. Τζ. στην Ελληνική Αγωγή επανέλαβε τις εμπειρικές απόψεις που είχε εκφράσει την πρώτη φορά από τις στήλες του Βήματος, για να υποστηρίξει τη γραφή με -ω-. Αφενός, εμφάνισε ως πιθανή την προέλευση του (η) βρόμα από το εκκλησιαστικό «βρώμα και δυσωδία»˙ αφετέρου, παρέθεσε διάφορες σημασίες της λέξης (το) βρώμα από το λεξικό του Δημητράκου («τεμάχιον κρέατος που έχει προσαρτηθή σε παγίδα ζώων», «καρκινώδης πληγή», «διάβρωσις οδόντων»), που αποδεικνύουν τάχα «τη δυσώδη έννοια του όρου βρώμα». Τα όσα αναφέρει ο Χατζιδάκις στο παραπάνω χωρίο για την ετυμολογία της λ. βρόμα αναιρούν, βεβαίως, τα επιχειρήματα που προέβαλε η ’. Τζ. στα δύο κείμενά της. Στα προαναφερθέντα επιστημονικά στοιχεία ας προστεθούν και τα ακόλουθα (Χατζιδάκις 1915 β:59), που αντικρούουν την ετυμολογική σύνδεση του θηλ. βρόμα με το ουδ. βρώμα (< βιβρώσκω «τρώγω»): «τα βρώσιμα [τα φαγώσιμα] δύνανται μεν αληθώς να σαπώσιν, όπως λ.χ. ο σίτος κ.τ.λ. εν ταις αποθήκαις και έπειτα να καταστώσι κάκοσμα˙ αλλά τούτο δεν είναι των συνήθων φαινομένων, όπως λ.χ. τα κενέβρεια [τα πτώματα ζώων], τα αποκρίματα [οι εκκρίσεις] και οι τούτων συχνότεροι αποματαϊσμοί [τα δύσοσμα αέρια]. Τα εδώδιμα [τα φαγώσιμα] οι άνθρωποι εσθίομεν [τρώμε], σπανίως δε καταλείπομεν αυτά να φθαρώσι και σαπώσι και έτι σπανιώτερον να καταστώσι δυσώδη. Δήλον άρα ότι δεν είναι πιθανόν ότι δια της λέξεως της δηλούσης τα βρώματα εδηλώθη και η έννοια της δυσωδίας». Ένα ακόμη επιχείρημα που επικαλέστηκε η φιλόλογος, για να υποστηρίξει ότι η λέξη βρόμα δεν συνδέεται με το αρχ. βρόμος «κρότος, δυσοσμία», είναι ότι «η μεγαλοπρεπής λέξις βρόμος που σημαίνει τη βροντή του Διός, τον θόρυβο των στοιχείων της φύσεως και της μάχης» δεν μπορεί να «κατέληξε στο βρομώ με την έννοια του ...πέρδομαι». Ωστόσο, ακόμη και μια λέξη με «μεγαλοπρεπή» (κατά τη φιλόλογο) σημασία («θορυβώ») μπορεί να δηλώσει και μια δεύτερη («μυρίζω άσχημα»), αφού υποστεί σημασιολογική μεταβολή. Η αλλαγή στη σημασία της συγκεκριμένης λέξης οφείλεται στο γεγονός ότι (ΛΝΕΓ, λ. βρομώ ) «ορισμένοι χαρακτηριστικοί κρότοι ακολουθούνται από δυσοσμία». Ανάλογη, άλλωστε, σημασιολογική εξέλιξη με αυτήν του βρομείν εμφανίζει το κεφαλληνιακό κρούειν: δηλ. και αυτό δήλωσε αρχικά τον κρότο και, εν συνεχεία, τη δυσάρεστη οσμή.

Επίσης, η φιλόλογος, στα πλαίσια της προσπάθειάς της να αναιρέσει τα προαναφερθέντα επιχειρήματα για τη γραφή (η) βρόμα με -ο-, αντέκρουσε μια άποψη που δεν διατύπωσε κανείς: ότι δηλ. «η τυχόν γραφή με ωμέγα, (το) βρώμα, θα έδινε οπωσδήποτε ρηματικό τύπο βρωματίζω [...]», δηλ. τύπο ρήματος με κατάληξη -ίζω. Μα, ο Χατζιδάκις δεν υποστήριξε ότι τα σε -μα ονόματα δίνουν απαραιτήτως ρήματα σε -ίζω, αλλά απλώς ότι δεν μπορούν να δώσουν ρηματικούς τύπους σε -έω, όπως το βρομώ (η ανωτέρω φράση, που παρέθεσε σε εισαγωγικά η ’. Τζ., στην πραγματικότητα δεν ανήκει σε κανέναν). Η φιλόλογος, ακολούθως, ανέφερε ως αντεπιχείρημα ότι το σώμα δίνει σωματόω, δηλ. ρήμα σε -όω. Ο Χατζιδάκις (1977: 555-559), όμως, έχει ήδη διδάξει ότι τα ουδέτερα σε -μα μπορούν να δώσουν ρηματικούς τύπους όχι μόνο σε -ίζω (π.χ. αρωματίζω < άρωμα), αλλά και σε -αίνω (π.χ. σημαίνω < σήμα), σε -άζω (π.χ. πτωμάζω < πτώμα), σε -εύω (π.χ. πραγματεύομαι < πράγμα), σε -όω (π.χ. σωματόω < σώμα) και σε -σσω (π.χ. αιμάσσω < αίμα). Ποτέ, όμως, σε -έω! Αυτό ακριβώς είναι το θέμα. ’ρα, το ρ. βρομέω,-ώ είναι αδύνατον να παράγεται από το ουδέτερο βρώμα,-ατος και, ως εκ τούτου, είναι λάθος να γράφεται με ωμέγα˙ επίσης, εφόσον το θηλ. βρόμα παράγεται υποχωρητικώς από το βρομώ, πρέπει και αυτό να γράφεται με -ο- -ας σημειωθεί εδώ ότι υποχωρητική παραγωγή (back formation / inverse derivation) ονομάζεται η αντίστροφη από το κανονικό δημιουργία μιας λέξης, δηλ. ο σχηματισμός ενός ονόματος από ένα ρήμα (ΛΝΕΓ, λ. υποχωρητικός)˙ ο όρος αυτός συνήθως σημαίνει τη δημιουργία μιας βραχύτερης λέξης από άλλη, μακρότερη (Σακελλαριάδης 1997:74). Παραδείγματα αποτελούν οι σχηματισμοί: των αρρώστια, ζήλια, περηφάνια, φτώχια κατά το σχήμα άρρωστος- αρρωσταίνω- αρρώστια, ζηλεύω- ζήλια, περήφανος- περηφανεύομαι- περηφάνια, φτωχός- φτωχαίνω- φτώχια αντίστοιχα (ΛΝΕΓ, λ. -ια, αρρώστια, ζήλια, περηφάνια, φτώχια, Χατζιδάκις 1905: 76-77, 1915 α: 163-164)˙ επίσης, του γέλιο από το γελώ (Χατζιδάκις 1907: 66, 1915 α: 164, 1934: 215, 315).

Ένα ακόμη στοιχείο που παρέθεσε η ’. Τζ. είναι η φράση «αναπνοάς βρωμώδεις» του γεωγράφου Στράβωνα (65 π.Χ.- 23 μ.Χ.), όπου το επίθετο είναι γραμμένο με -ω-. Ούτε αυτό, όμως, αποδεικνύει ότι το θηλ. βρόμα πρέπει να γράφεται με -ω-! Ο Χατζιδάκις έχει επισημάνει επανειλημμένως (1905: 638- 639, 1915 β: 53- 56, 1934: 441- 442, 1977: 142) ότι τεκμήριο για την επιστημονική ορθογραφία μιας λέξης δεν μπορεί να αποτελέσει η γραφή της στους μεταγενέστερους και μεσαιωνικούς χρόνους, τότε δηλ. που η προφορά της Ελληνικής είχε διαφοροποιηθεί από την αντίστοιχη της Aρχαίας (π.χ. τα -ι-, -η- < κ.λπ. αντιπροσώπευαν πλέον τον φθόγγο [ι], τα -αι- και -ε- τον [ε], η διάκριση μακρών-βραχέων φωνηέντων και διπλών-απλών συμφώνων είχε εκλείψει κ.λπ.)˙ για παράδειγμα, η τάση των μεταγενέστερων, μεσαιωνικών και νεότερων Ελλήνων να γράφουν φιλονεικία (αντί του ορθού φιλονικία, που βασίζεται στο νίκη), βρώμα (αντί βρόμα, < βρομώ < βρόμος < βρέμω), σπήτι (αντί σπίτι, < οσπίτιον < λατ. hospitium), καλλίτερος (αντί καλύτερος, αναλογικά προς τα παχύτερος, πλατύτερος κ.ά.) κ.λπ. αντανακλά απλώς τις εσφαλμένες αντιλήψεις που είχαν σχετικά με την ετυμολογία των συγκεκριμένων λέξεων και δεν μπορεί να ρυθμίσει τη σημερινή γραφή τους, η οποία πρέπει να ακολουθεί τα διδάγματα της γλωσσικής επιστήμης. Κατά τον Χατζιδάκι (1915 β: 55- 56), «δήλον ότι προκειμένου περί των λέξεων βρόμος, βρομείν, βρόμα μόνα εκείνα τα μαρτύρια θα είναι ημίν ισχυρά όσα ανήκουσι τοις προ της συγχύσεως του -ω- και -ο- χρόνοις, τα δε άλλα ουχί. Και παλαιά τοιαύτα μαρτύρια ευτυχώς υπάρχουσι τα τρία της Π.Δ. [έκδ. του Tischendorf (τόμ. Β΄, σ. 6, 160 και 236)] [...] γεγραμμένα δια του -ο- [...]. Ώστε η παλαιοτέρα, η προ της συγχύσεως των μακρών και βραχέων φωνηέντων, παράδοσις βοά υπέρ του -ο-! Και η μετά ταύτα δε παρέχει αναμίξ -ο- και -ω- επί πολύ, μόλις δε μετά αιώνας φαίνεται κατισχύσασα η δια του -ω- γραφή. Και ο λεξικογράφος δε Ησύχιος έχει το τε όνομα « βρόμος... και οσμή», και την μετοχήν «βρομέον˙ οζόμενον», και τον ρηματικόν τύπον «βρομήσει˙ φυσήσει, ψοφήσει», πάντα δια του -ο- γεγραμμένα [...]. Μετά την επελθούσαν δε μετά ταύτα φωνητικήν εξίσωσιν του -ο- και -ω- ηδύνατο βεβαίως και ο Φρύνιχος [ο λεξικογράφος του 2ου αι. μ.Χ.] και έτι μάλλον ο Αρκάδιος και ο Κύριλλος και ο Πρόδρομος και απαξάπαντες να γράφωσι δια του -ω- και οι Ρωμαίοι το bromus, όθεν το bromosus, δια του ō, αλλ'ημείς δεν θα παραπλανηθώμεν υπό της γραφής και μαρτυρίας αυτών».

4. Η λέξη ορθοπαιδική

Η λέξη ορθοπαιδική θα πρέπει να γράφεται με -αι-, γιατί δημιουργήθηκε με βάση τα ελλην. ορθόν και παιδίον τον 18ο αι. από τον καθηγητή της Ιατρικής Σχολής των Παρισίων Nicolas Andry και χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά σε έργο του, εκδοθέν το 1741, που αφορούσε στις σωματικές δυσμορφίες των παιδιών. Απόδειξη ότι η σωστή γραφή της εν λόγω λέξης είναι με -αι- αποτελεί η δήλωση του ίδιου του Andry, που περιλαμβάνεται στο βιβλίο του (την παραθέτει σε άρθρο του ο καθηγητής Ιατρικής Ι. Πουρνάρας, βλ. την πολύ ενδιαφέρουσα ιστοσελίδα): «quant au titre en question, Orthopédie, je l'ai formé de deux mots grecs, à savoir d'Orthos, qui veut dire Droit, et Paidίon, qui signifie Enfant» [«ως προς τον εν λόγω τίτλο, ορθοπαιδική, τον δημιούργησα από δύο ελληνικές λέξεις, δηλ. ορθός και παιδίον »]. Αξιοσημείωτο μάλιστα είναι και αυτό που αναφέρει εν συνεχεία ο Πουρνάρας: «για να τιμήσουν δε την ελληνική προέλευση της ονομασίας, η Αμερικανική Ορθοπεδική Εταιρεία και η Αμερικανική Ακαδημία Ορθοπεδικών Χειρουργών, που είναι και ο πολυπληθέστερος φορέας της ορθοπεδικής επιστήμης παγκοσμίως, περιλαμβάνουν τις δύο ελληνικές λέξεις [ ορθόν, παιδίον ] στο λογότυπό τους».

Η εσφαλμένη γραφή του όρου με -ε- (ορθοπεδική) μπορεί να οφείλεται στην παρετυμολογική του σύνδεση:
α) με το λατ. pes, pedis «πόδι» (πβ. το ελλην. ορθοποδώ).
β) με το β΄ συνθετικό πέδη λέξεων όπως τροχοπέδη (άρα ορθοπεδική είναι «η όρθωση (των οστών) με πέδες», δηλ. δεσμά, επιδέσμους κ.λπ.).
γ) με το πέδον «έδαφος» (πβ. οικόπεδον).

Την πρώτη άποψη υποστηρίζει σε επιστολή του στην εφημερίδα Ελευθεροτυπία (31.1.2001) ο Βρασίδας Παπαδόπουλος. Ο επιστολογράφος αποφαίνεται δογματικά ότι η λέξη είναι ελληνολατινική, σύνθετη από τα ορθός και pes.

Τη δεύτερη άποψη διατυπώνει ο Απόστολος Τζαφερόπουλος ( Ελληνική Αγωγή, φύλλο Μαρτίου 2000), χωρίς όμως κανένα στοιχείο που να τεκμηριώνει τη σύνδεση του όρου ορθοπαιδική με την πέδη. O φιλόλογος μεταφέρει μάλιστα αυτό που διάβασε σε γνωστό λεξικό, ότι δηλ. ορθότερη θα ήταν η μορφή παιδορθωτική αντί του ορθοπαιδική. Ωστόσο, η παρατήρηση αυτή αφορά στη μορφολογική δομή του τύπου και δεν έχει σχέση με το συζητούμενο ορθογραφικό θέμα. Είτε ορθοπαιδική είτε παιδορθωτική είναι η μορφή της λέξης, δηλ. όποια κι αν είναι η σειρά των συνθετικών της μερών, το -αι- δεν επηρεάζεται, εφόσον έχει ετυμολογική βάση. Επίσης, ο Απ. Τζ. παραθέτει τον ορισμό της ορθοπαιδικής από τον Ανδριώτη, όπου «δεν γίνεται διάκρισι ηλικίας του ασθενούς». Ο ορισμός που περιλαμβάνεται όμως σε ένα συγχρονικό νεοελληνικό λεξικό, όπως αυτό του Ανδριώτη, αποτυπώνει τη σημερινή σημασία της λέξης, ενώ η ετυμολογική ορθογραφία μπορεί να ρυθμίζεται από μια προγενέστερη σημασία, την αρχική σημασία της λέξης στην προκειμένη περίπτωση. Εκείνο που μας ενδιαφέρει εδώ είναι ότι ο όρος αρχικά χρησιμοποιήθηκε για θεραπεία παιδιών, γι' αυτό και πρέπει να γραφεί ακόμη και σήμερα με -αι-. Αλλιώς, δεν εφαρμόζεται ετυμολογική ορθογραφία, αναιρείται η ουσία της ιστορικής ορθογραφίας.

Την τρίτη άποψη εκφράζει ο επιστολογράφος της Ελευθεροτυπίας Χριστόφορος Μπενέκος, φιλόλογος (25.1.2003). Ο τελευταίος επιχειρεί μια τεχνητή, εκ των υστέρων ετυμολογική σύνδεση του όρου ορθοπαιδική με το αρχ. πέδον «έδαφος», που, μολονότι αληθοφανής, δεν είναι έγκυρη, αφού αναιρείται από την ίδια την ιστορία της λέξης. Τι θα πει ότι «η λέξη έχει διαμορφώσει ένα εννοιολογικό περιεχόμενο ως σύνθεση των λέξεων ορθό + πέδον»; Η ιστορία της λέξης αποδεικνύει ότι είναι αυθαίρετη, αν και αληθοφανής, η ετυμολόγησή της από το πέδον «έδαφος» και η ερμηνεία της ορθοπαιδικής ως επιστήμης που «θέλει να βοηθήσει τον πάσχοντα να σταθεί όρθιος στο έδαφος». Τέλος, η ύπαρξη επιμέρους κλάδων όπως η ορθοπαιδική για παιδιά ή για ζώα δεν μπορεί να αναιρέσει σε καμιά περίπτωση τη γραφή με -αι-, όπως πιστεύει ο Χριστόφ. Μπεν. Σήμερα, βεβαίως, ο συγκεκριμένος όρος έχει επεκταθεί σημασιολογικά, αφού δεν χρησιμοποιείται μόνο για παιδιά. Ωστόσο, η αρχική του σημασία, που αφορούσε μόνο σε παιδιά, επιβάλλει την ορθογράφησή του με -αι-. Όσο κι αν δεν είναι πια άμεσα αισθητή η σύνδεση της λέξης ορθοπαιδική με το παιδί, η γραφή της με -αι- (ορθοπαιδική) είναι η ετυμολογικά δικαιολογημένη και πάντως προτιμότερη από την αντίστοιχη με -ε- (ορθοπεδική), που βασίζεται σε καθαρή παρετυμολογία.

*Το άρθρο αυτό αποτελεί μέρος του βιβλίου του Β. Αργυρόπουλου "Θέματα Ετυμολογίας και Ορθογραφίας"
Πηγή: http://www.abnet.agrino.org/

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου